Αγαπημένα αποσπάσματα από βιβλία

Αυτή τη φορά θα δοκιμάσω Χρόνη Μίσσιο, κι αυτός αγαπημένος μου! :)
Συγκεκριμένα ένα απόσπασμα από το πρώτο του βιβλίο το: "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς"

…μας είχανε απομονωμένους σε μια ακτίνα των φυλακών της Κέρκυρας, δεκαπέντε πολιτικούς ανάμεσα σε πεντακόσιους ποινικούς. Στην γειτονική μας ακτίνα ήταν ένας ποινικός που, σύμφωνα με τα δικά μας μέτρα, είχε φτάσει στο έσχατο όριο εξαθλίωσης. Άπλυτος, κουρελής, ζήτουλας, μπορούσε να κάνει τη μεγαλύτερη παλιανθρωπιά για ένα τσιγάρο. Καμιά «ηθική», ένα περιφερόμενο κουρέλι, πρεζάκιας σε προχωρημένο στάδιο.
Κι όμως.
Ένα βράδυ δεν είχα ύπνο, από πολλή ώρα είχε βαρέσει σιωπητήριο, καθόμουν και διάβαζα. Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη σιγαλιά της νύχτας, ακούω κάποιον να τραγουδά ένα τραγούδι σε στίχους ενός μεγάλου ισπανού ποιητή, του Λόρκα. Η φωνή είχε τόση καθαρότητα, ένταση και πάθος, τόσο βαθιά τρυφερότητα και νοσταλγία, που κυριολεκτικά τα έχασα. Ήταν ένα τραγούδι μου άρεσε και το είχα ακούσει αρκετές φορές. Όμως πρώτη φορά ένοιωθα τον ποιητή, την απέραντη τρυφερότητα του για την ζωή, μέσα από την αναπότρεπτη αναγκαιότητα του θανάτου.
«Αν πεθάνω, άσε το μπαλκόνι ανοιχτό.
Τρώει πορτοκάλια το παιδί,
Απ΄ το μπαλκόνι μου το βλέπω,
Θερίζει ο θάνατος τα στάχυα,
Απ΄ το μπαλκόνι τον ακούω.»

Πετάχτηκα απάνω, πιάστηκα από τα κάγκελα του φινιστρινιού και κοίταξα έξω. Στον μοβ ουρανό κρεμόταν ένα ολόγιομο αυγουστιάτικο φεγγάρι, και απέναντι απ΄ το κελί μου, στην αχτίνα των ποινικών , ο Ανέστος, ο πρεζάκιας που σου΄λεγα πιο πάνω, κρεμασμένος απ΄ τα κάγκελα του κελιού του, μεταμορφωμένος σε άνθρωπο, πολυβολούσε το φεγγάρι με τους στίχους του Φεντερίκου Γκαρθία Λόρκα… Ίδε ο άνθρωπος.
Ξανακύλησα στο κελί μου γεμάτος τρυφερότητα, αισιοδοξία και περηφάνια…
 
Ας βάλω κι ένα απόσπασμα από άλλο ένα βιβλίο που μου άρεσε - το Μυστικό (Secretum) των Μονάλντι & Σόρτι :

" Έχε κατά νου, όμως", συνέχισε ο Μελάνι, "ότι η Παγκόσμια Δημοκρατία των Λέξεων είναι βέβαια παραγεμισμένη από μαριονέτες και ανδρείκελα, αλλά είναι χτισμένη πάνω σε πέτρες βαριές, όπως αυτές των τειχών του Ιλίου. Ονομάζονται Δικαιοσύνη, Αλήθεια, Υγεία, Ασφάλεια...Καθεμιά από αυτές είναι ένας κολοσσός που δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ούτε και να μετακινηθεί, γιατί η δύναμη των λόγων είναι μοναδική κυρίαρχη των καιρών μας. Όποιος στραφεί ενάντια στην φαινομενική Αλήθεια και τη φαινομενική Δικαιοσύνη, θα χαρακτηρισθεί σίγουρα ψεύτης και ανέντιμος, όποιος τοποθετηθεί εναντίον της Υγείας, θα βρεθεί πανουκλιασμένος, όποιος τα βάλει με την Ασφάλεια, θα γίνει στασιαστής. Το να προσπαθήσεις να πείσεις άλλους, πολλούς άλλους, ότι πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβεται συχνά - και πόσο συχνά! - το αντίθετό τους είναι σαν να θέλεις να σηκώσεις αυτά τα τείχη και να τα μετακινήσεις χίλιες λεύγες..."
 

Πεταλούδα

Θαλασσογέννητη Ελπίδα των Ηλιόμορφων Ονείρων
Προσωπικό λέσχης
"Φαντάζομαι τον άνθρωπο σαν αμοιβάδα που βγάζει ψευδοπόδια για να φτάσει και να περικυκλώσει την τροφή της. Υπάρχουν ψευδοπόδια που είναι μακριά ή κοντά, κινήσεις, ελιγμοί. Μια μέρα όλα αυτά παγιώνονται (είναι αυτό που λένε ωριμότητα, δημιουργημένος άνθρωπος). Από την μια μεριά φτάνει μακριά, από την άλλη δε βλέπει μια λάμπα στα δύο μέτρα. ... ώσπου μια ακαριαία κατολίσθηση του δείχνει, για μια στιγμή, χωρίς όμως δυστυχώς να του δίνει και τον καιρό να καταλάβει τι,
του δείχνει την κατακερματισμένη του ύπαρξη, τα ακανόνιστα ψευδοπόδια του,
την υποψία ότι παραπέρα, εκεί που τώρα βλέπω μόνο τη διάφανη ατμόσφαιρα,
ή σ΄αυτήν την αναποφασιστικότητα, στη διασταύρωση των προαιρέσεων,
εγώ ό ίδιος, στο υπόλοιπο της πραγματικότητας που αγνοώ, περιμένω τον εαυτό μου ματαίως."


Χούλιο Κορτάσαρ - "Το κουτσό"
 
Last edited:
"Στην αγνή και μονότονη ζωή των κοριτσιών έρχεται μια γλυκιά στιγμή που ο ήλιος πλημμυρίζει με τις αχτίνες του την ψυχή τους,που τα λουλούδια τους εκφράζουν νοήματα,που τα χτυπήματα της καρδιάς θερμαίνουν γόνιμα το μυάλο λειώνοντας τις ιδέες σ'έναν αόριστο πόθο,μέρα αθώας μελαγχολίας και γλυκιάς χαράς.Όταν τα παιδιά αρχίζουν να βλέπουν,χαμογελούν,όταν μια μια κοπέλα πρωτοβλέπει το αίσθημα στη φύση,χαμογελά καθώς χαμογελούσε σαν ήταν μωρό.Αν το φως είναι η πρώτη αγάπη της ζωής,ο έρωτας δεν είναι το φως της καρδιάς;"

(απο την "Ευγενία Γκραντέ" του Ονορέ ντε Μπαλζάκ)
 
"Στην αγνή και μονότονη ζωή των κοριτσιών έρχεται μια γλυκιά στιγμή που ο ήλιος πλημμυρίζει με τις αχτίνες του την ψυχή τους,που τα λουλούδια τους εκφράζουν νοήματα,που τα χτυπήματα της καρδιάς θερμαίνουν γόνιμα το μυάλο λειώνοντας τις ιδέες σ'έναν αόριστο πόθο,μέρα αθώας μελαγχολίας και γλυκιάς χαράς.Όταν τα παιδιά αρχίζουν να βλέπουν,χαμογελούν,όταν μια μια κοπέλα πρωτοβλέπει το αίσθημα στη φύση,χαμογελά καθώς χαμογελούσε σαν ήταν μωρό.Αν το φως είναι η πρώτη αγάπη της ζωής,ο έρωτας δεν είναι το φως της καρδιάς;"

(απο την "Ευγενία Γκραντέ" του Ονορέ ντε Μπαλζάκ)
Πώς φαίνονται τα αθώα και ρομαντικά πλάσματα... :)
 
Δυστυχώς έχω ελάχιστα βιβλία μαζί μου μιας και τα υπόλοιπα είναι Θεσσαλονίκη, αλλά αυτό που διαβάζω τώρα έχει πολλά αξιοσημείωτα αποσπάσματα, αρκετά από τα οποία έγιναν αγαπημένα και μου έδωσαν τροφή για σκέψη.

"Αν ήθελα να κουνήσω το δέντρο με τα χέρια μου, δεν θα το κατάφερνα. Ο άνεμος όμως, που δεν τον βλέπουμε, το τυραννά και το λυγίζει όπως θέλει. Αόρατα χέρια μας λυγίζουν και μας τυραννούν και μας με τον χειρότερο τρόπο. Με τον άνθρωπο συμβαίνει ό,τι και με το δέντρο. Όσο πιο πολύ θέλει ν' ανέβει στα ύψη και στη διαύγεια τόσο πιο δυνατά χώνονται οι ρίζες του μέσα στη γη, προς τα κάτω, στα σκοτάδια, στα βάθη - στο κακό."

Νίτσε - Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα
 
Όσα βιβλία κι αν έχω διαβάσει αυτά που χαράκτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μου είναι όσα διάβασα σε παιδική ηλικία(τυχαίο?Δεν νομίζω)

Ολόκληρο το διήγημα "Ο σκληρόκαρδος γίγαντας" του Ο.Γουάιλντ απο την συλλογή "Ο ευτυχισμένος πρίγκηπας κι άλλα διηγήματα".Το οποίο θεωρώ ένα βαθιά συγκινητικό διήγημα για την αγάπη και την αυτοθυσία ακόμη και τώρα δεν αντέχω να διαβάσω γιατί πλαντάζω αλλά ιδιαίτερα το τέλος:
"Γίγαντας -Ποιος είσαι?
Μικρό αγόρι- Κάποτε με άφησες να παίξω στον κήπο σου.Τώρα θα σε πάρω μαζί μου στον δικό μου κήπο,τον παράδεισο"


Απο το "Ο μικρός πρίγκηπας" του Α.Εξιπερύ
"Αντίο, είπε η αλέπου,αυτό είναι το μυστικό μου μόνο με την καρδιά μπορείς να δεις καθαρά την αλήθεια δεν την βλέπουν τα μάτια"

Τα αποσπάσματα τα έχω γράψει από μνήμης κι ίσως δεν είναι ακριβή.
 
Last edited by a moderator:
…Τώρα βλέπει τις σπιταρόνες και ζαλίζεται. Πως δε ζαλίζονται κι οι ίδιες και δεν πέφτουν; Βλακείες. Ζαλίζονται ποτέ οι πέτρες κι οι ασβέστες; Εδώ δε ζαλίστηκαν κείνοι που τις έχτισαν ή κείνοι που τις κατοικούν! Μα τι στο καλό! Γεμάτη από ακροβάτες είναι αυτή η πόλη; Ορίστε… Ο ένας πατά –μαζί με το σπίτι του- απάνω στον άλλον. Αλλά…περίεργο! Δεν ξέρουν ο ένας τον άλλον –κι ούτε θέλουν να τον ξέρουν. Κι ούτε και τον χαιρετά. Μα αυτοί πια παιδί μου δεν είναι άνθρωποι. Αυτοί είν΄ αγρίμια! Και παραμονεύουν να ξεσκίσουν το ένα τ΄ άλλο! Τους βλέπεις; Να τους! Είναι σταματημένος τόσην ώρα σ΄ αυτόν τον πολυσύχναστο δρόμο… Πέρασαν, πέρασαν ο ένας μπρος απ΄ τον άλλον κάπου δυο χιλιάδες άνθρωποι. Ε, ούτε ένας μωρέ παιδί μου να μη σταματήσει να πει μια καλημέρα! «Καλημέρα, αδερφέ μου, τι κάνεις;» Πω πω…ρουμάνι! Αχ, Μέλιο, Μέλιο…Πως θα ζήσεις φτωχέ μου ανάμεσα σ΄ αυτά τ΄ άλαλα πλάσματα; Που θ΄ ακουμπήσεις; Να…νύχτωσε κι ως τώρα κανείς δε σε κοίταξε στα μάτια. Κανείς δε σταμάτησε να σου πει «Μην τρέμεις, παιδί μου, ησύχασε, βρίσκεσαι ανάμεσα σ΄ ανθρώπους…»

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας
 
…Σε παρακαλώ, παππού Θεέ… α δεις να τριγυρνάει όξω απ΄ το παλάτι σου ένα μαυριδερό τουρκάκι, είναι ο φίλος μου ο Σουκρής. Πάρ΄ το μέσα. Σε περικαλώ και να το συχωρέσεις που έχει λίγο άσκημα χείλια και μην το κακοκαρδίζεις γι΄ αυτό. Σε περικαλάει ένας μικρός μικροπουλητής του σταθμού που δρόσιζε τον κόσμο. Αν ήσουνα καμιά φορά περαστικός από κει θα τον θυμάσαι. Ήταν ένα κουτσό αγόρι. Σ΄ ευχαριστώ….

…………………………………………………………………………………



Πήγα κάτω από ένα άγριο δέντρο που είχαν να λεν πως ήταν δέντρο του Θεού. Σαν καθόσουν στη ρίζα του, τ΄ άκουγες να κάνει «ψ… ψ…. ψ…» την προσευκή του. Ακούμπησα κει δα και:

-Παππού, Θεέ…του λέω, δεν ξέρω αν με θυμάσαι, σε περικάλεσα κι άλλη μια βολά στο Βερτεκόπι… Ναι, για κείνο του Τουρκάκι. Τώρα θέλω να σου γυρέψω κάτι για μένα. Είναι καιρός τώρα που με βλέπεις δίχως ρούχα, δίχως Σίικα, δίχως Κρίστα… δίχως ψωμί… και δε με συμπονάς. Γιατί; Μπας και δεν καταλαβαίνεις τη γλώσσα των μικρώνε; Πάσκισε λίγο, σε περικαλώ, να με καταλάβεις. Θαρρούσα , παππού, πως ήσουνα καλός… (Μη δεν είσαι; ). Τρέμω. Μη χολοσκάς όμως και δε θα σε ξεσυνεριστώ, ούτε και σε κανέναν θα το μαρτυρήσω. Μα να το ξέρεις, όλα τέλεψαν πια μεταξύ μας. Αν ήθελες να τα χουμε καλά «έλα δω, κριφ», θα μου λεγες, «έμαθα πως είσαι ένα κακότυχο προσφυγάκι… να, πάρε μια καλυβούλα, να, πάρε τούτο το τσουρεκάκι, πάρε αυτό το παλτουδάκι, φουκαριάρικό να ζεσταθείς». Έτσι μάλιστα! Κι αν σου λεγα «φχαριστώ, ας μένει» μονάχα τότες να μη μου τα δινες. Μα με ρώτηξες; Όχι. Ο Δροσιάδης, το γειτονάκι μου, έχει ίσαμε δέκα φορεσιές, το ρώτηξες για να του τις δώκεις; Όχι. Εγώ δεν έχω ούτε μία, ρώτηξες για να μη μου τις δώκεις; Πάλι όχι. Έχει κι ένα ψηλό ψηλό σπίτι που βγαίνει στο μπαλκόνι του και μας φτύνει σαν περνάμε… (τι συμφωνίες έχεις μαζί του; ). Ως και στα σαλιγκάρια, άκουσα να λένε, έδωκες στο καθένα το σπιτάκι του, ως και στις χελώνες έδωκες στην καθεμιά την παραγκίτσα της. Εμένα τίποτα. Μια και δεν μπορείς να μου δώκεις και μένα, γιατί μ΄ έκανες ανθρωπάκι; Κάνε με σαλιγκάρι ή χελωνόπουλο, για να χω και γω το σπιτάκι μου. Καν’ το, σε παρακαλώ, παππού, κάν’ το, γιατί δε βαστώ πια άλλο. Ετούτα ήταν τα παράπονά μου, παππού. Αμήν. Μου χαν μάθει από μικρό να στα λέω, να σ΄ ανοίγω την καρδιά μου. Στην ανοίγω την καρδιά μου. Στην άνοιξα. Αμήν.

………………………………………………………………………………



ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Συννεφιάζει
 
Αναστασια μου οποτε βλεπω οτι εχεις γραψει σε αυτο το νημα ειμαι σιγουρη πως εχεις γραψει κατι απο Λουντεμη...Και χαιρομαι παρα πολυ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!Θελω μια μικρουλα χαρη...Μπορεις σε παρακαλω ειτε να αναρτησεις εδω,ειτε να μου στειλεις σε πμ απο το Συννεφιαζει το κομματι που μιλαει ο Μελιος με το γυφτακι και το ρωταει αν θα μαυρισει και του απανταει το γυφτακι "γιατι να μαυρισεις εσυ και να μην ασπρισω εγω"...Εχω δωσει πισω το βιβλιο και ηθελα να το κρατησω αυτο το αποσπασμα...Ευχαριστω προκαταβολικα!!
 
Τζον Στάινμπεκ-Τα Σταφύλια της Οργής

Μια οικογένεια υποχρεώθηκε να φύγει από τη γης. Ο πατέρας δανείστηκε από την Τράπεζα, και τώρα η Τράπεζα τη θέλει τη γης. Η Κτηματική Εταιρία-η Τράπεζα, δηλαδή, αν τύχει κι έχει κτήματα δικά της-θέλει τρακτόρια στη γης, όχι οικογένειες. Είναι κακό ένα τρακτόρι; Βρίσκεται σε άδικο η μηχανική δύναμη που ανασκαλεύει τα μακριά αυλάκια; Αν το τρακτόρι αυτό ήταν δικό μας, θα' ταν καλό-όχι δικό μου, δικό μας. Αν το τρακτόρι ανασκάλευε τα μακριά αυλάκια της δικής μας γης, θα' ταν καλό. 'Οχι της δικής μου γης, της δικής μας. Τότε θ'αγαπούσαμε το τρακτόρι, όπως αγαπήσαμε και τη γης αυτή τον καιρό που ήταν δική μας. Μα το τρακτόρι αυτό κάνει δυο δουλειές-ανασκαλεύει τη γης και μας διώχνει από τη γης. Δεν έχει μεγάλη διαφορά ένα τρακτόρι από ένα τανκ πολεμικό. Και τα δύο τρομοκρατούν τον άνθρωπο, τον διώχνουν, τον χτυπούν. Πρέπει να σκεφτούμε πάνω σ'αυτό το ζήτημα.
Ένας άνθρωπός, μια οικογένεια διώχτηκε απ'τη γης, αυτό το σκουριασμένο αυτοκίνητο που τρίζει πάνω στη δημοσιά τραβώντας δυτικά. Έχασα τη γης μου, ένα τρακτόρι μου πήρε τη γης μου. Είμαι ολομόναχος και σαστισμένος. Και μες τη νύχτα, μια οικογένεια κατασκηνώνει σε μια λακκούβα, κι έρχεται ακόμα μια οικογένεια και στήνουν τα τσαντήρια τους. Οι δυο άντρες ανακαθίζουν πάνω στα μεριά τους και οι γυναίκες αφουγκράζονται μαζί με τα παιδιά. Εδώ βρίσκεται ο κόμπος-όλοι εσείς που εχθρεύεστε τις μεταβολές και φοβόσαστε την επανάσταση. Θέλετε να χωρίσετε αυτούς τους δυο ανακαθισμένους άντρες, να τους κάνετε να μισούν, να φοβούνται, να υποψιάζονται ο ένας τον άλλον. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας εκείνου που φοβόσαστε. Αυτός είναι ο άξονας. Γιατί εδώ, το "έχασα τη γης μου" παθαίνει μία μεταβολή, ένα κύτταρο χωρίζεται, κι από το κύτταρο αυτό ξεφυτρώνει εκείνο που φοβόσαστε:"Χάσαμε τη γης μας".Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος, γιατί δυο άνθρωποι μαζί δεν είναι πια τόσο μονάχοι και τόσο σκοτισμένοι όσο ο ένας άνθρωπος. Και από το πρώτο αυτό "εμείς" γεννιέται κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: "το φαΐ μου είναι λίγο" συν "δεν έχω να φάω". Αν το πηλίκον σ'αυτό το πρόβλημα είναι :"Το φαΐ μας είναι λίγο", το ζήτημα προχώρησε, η κίνηση έχει μια κατεύθυνση. Τώρα, ένας μικρός πολλαπλασιασμός, και η γης αυτή, το τρακτόρι αυτό, είναι δικά μας. Δυο ανακαθισμένοι άντρες μέσα σε μια λακκούβα, η μικρή φωτιά, το λαρδί που βράζει σε μια μοναδική χύτρα, σιωπηλές γυναίκες με πετρωμένη ματιά, πίσω τους, παιδιά που αφουγκράζονται με όλη τους την ψυχή λόγια που δεν καταλαβαίνει το μυαλό τους. Νυχτώνει. Το μωρό κρυολόγησε. Νά, πάρε τούτη την κουβέρτα. Είναι μάλλινη. Ήταν της μητέρας μου-παρ'την για το μωρό. Αυτό να χτυπηθεί. Αυτό είναι η αρχή-από το "εγώ" στο "εμείς".
 
Αναστασια μου οποτε βλεπω οτι εχεις γραψει σε αυτο το νημα ειμαι σιγουρη πως εχεις γραψει κατι απο Λουντεμη...Και χαιρομαι παρα πολυ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!Θελω μια μικρουλα χαρη...Μπορεις σε παρακαλω ειτε να αναρτησεις εδω,ειτε να μου στειλεις σε πμ απο το Συννεφιαζει το κομματι που μιλαει ο Μελιος με το γυφτακι και το ρωταει αν θα μαυρισει και του απανταει το γυφτακι "γιατι να μαυρισεις εσυ και να μην ασπρισω εγω"...Εχω δωσει πισω το βιβλιο και ηθελα να το κρατησω αυτο το αποσπασμα...Ευχαριστω προκαταβολικα!!
Δεν ήταν ολομόναχη η χαβούζα. Κάποιος βρισκόταν λίγο παράμερα. Ένα μαύρο παιδάκι καθισμένο σ΄ ένα κοτρόνι σαν το παραπονεμένο κοτσύφι. Ήταν το γυφτάκι. Στην αρχή φοβήθηκα. Θυμήθηκα τα λόγια κείνου του Πιτσιλομούτρη. Αν κολλούσα μαυρίλα; Μα σαν το σκέφτηκα καλύτερα, δε μου φάνηκε και τόσο φοβερό. Γιατί, στο κάτου κάτου, μαυρίλα ήταν, δεν ήταν ψώρα. Ένα πράγμα όμως ακόμα ήθελα να ξεδιαλύνω για να ησυχάσω για καλά. Η μαυρίλα πια δε με πολυτρόμαζε. Σάματις και το μαύρο πετσί, πετσί δεν ήταν κι αυτό; Άλλο ήταν κείνο που με σκότιζε. Πως τα βλέπει τα έξω πράματα ο αράπης; Αν τα βλεπε μαύρα; Αυτό ήθελα να το ξέρω καθαρά. Αυτό, ναι, με τρόμαζε. Να βλέπεις παντού μαυρίλα, όλο πίσσα. Μαύρα αλεύρια, μαύρα χιόνια, μαύρες Σίικες… Θεέ μου!
Έσκυψα να πιω νερό. Η δίψα μου δεν είχε τελειωμό. Πότισα και τις καραβίδες μου. Μα εκειδά, μια φαρμακερή ιδέα μ΄ έκανε να παγώσω. Κι αν είχε πιει πριν από μένα το γυφτάκι;… Μα τώρα πια ήταν αργά. Ό, τι ήταν για να γίνει έγινε. Κοίταξα τα χέρια μου… Ήταν ακόμα άσπρα. Φαίνεται πως θ΄ αργούσε να ρθει η μαυρίλα…
Κάποιος μικρός σαματάς έγινε πλάι. Το γυφτάκι είχε σηκωθεί ήσυχα ήσυχα και ξαναπήρε το δρόμο.
-Σουκρή!... (Εγώ ήμουνα που το φώναξα; Πως το φώναξα!) Μα τώρα πάει. Φωνή που βγήκε δεν ξανακαταπίνεται.
Το γυφτάκι στράφηκε σαν σπιτικό ζώο που ακούει τα΄ όνομά του. Σκέφτηκα να το καλοπιάσω με κάτι, με μια χειρονομία ή μ΄ ένα κάμωμα απ΄ αυτά που κάνουν στα ζωάκια και τα ημερεύουν. Δε βρήκα όμως τίποτα.
Μονάχα γέλασα… Και –τι θαύμα!- πήρα την ίδια απάντηση. Όμορφη κουβεντούλα…
………….
Τώρα πια μπαίναμε και στις μπιστεμένες κουβέντες. Ώρα λοιπόν να τον ρωτήξω, για τη μεγάλη μου την έγνοια: Θα μαύριζα; Γιατί έτσι μου χε πει, -κι είχε πάρει και όρκο,- κείνος ο ΠΙτσιλομούτρης. «Τα μαυρίζεις, μπρε!» έτσι μου χε πει. Τον σταματώ λοιπόν κάτω από ένα δέντρο:
-Είν΄ αλήθεια;
-………..
-Σ΄ αυτό που σου είπα.
Το γυφτάκι με κοιτούσε σαν κάρβουνο στημένο όρθιο στη μέση της δημοσιάς.
-Σ΄ αυτό που σου είχα πει… Α, ναι. Έχεις δίκιο΄ τίποτα δε σου είπα. (Πώς να στο πω; Μα θα στο πω!) Είν΄ αλήθεια Σουκρή, πως θα… μαυρίσω;
Οι καπνισμένοι του ώμοι κάνουν «ντε κσιέρω».
-Δεν είχες ποτέ, Σουκρή, δεν έτυχε να χεις ποτέ σου ως τώρα φίλο με αλλιώτικο πετσί!... Να, σαν το δικό μου;
-Όκι.
-Γιατί;
Οι ίδιοι καπνισμένοι του ώμοι του «δε φταίω γω» κάνανε.
-Λοιπόν, λες να μη μαυρίσω;
-Ντε κσιέρω….
Και τότε… Μέσα απ΄ το δίχτυ του σγουρού μπερδεμένου μαλλιού, μου ξεκαθαρίζει μια κουβέντα…μα μια κουβέντα! που θα κανε να τα χάσουν ως κι οι ίδιοι οι δάσκαλοι.
-Άμα μαυρίσει εσύ… μου λέει, τοτε γκιατί μη ασπρίσει εγκώ;
Να το ! Αυτό ήταν! Χάρηκα! Τρελάθηκα απ΄ τη χαρά μου! Μου ρθε να τρέξω σ΄ ένα πεσμένο δέντρο που ανταμώσαμε, να το σηκώσω και να του το πω, να του το πω για να το ξέρει κι εκείνο!
-Μα…
Πάλι γκρεμίστηκε η χαρά μου. Ένα μικρό καβουράκι που είχα μέσα στην ψυχή μου μου πάτησε μια φοβερή δαγκανιά.
Καλά όλ΄ αυτά, κάλα όλα, μα αν ξέβαφε μόνο η δική του μπογιά κι η δική μου όχι;
Κοίταξα το πουκάμισό του. Ήταν μουντζούρικο… Να το. Να το που ξεβάφει! Τώρα; Μα τι τώρα; Τώρα ήταν ανώφελο. Ό, τι έγινε δεν ξεγίνεται. Ως αύριο θα μουνα αράπης. Ε, λοιπόν, να!ας ήμουνα! Για όλα μια απόφαση χρειάζεται. Αράπης, αράπης. Τι είχε να κάνει; Σάματις οι αράπηδες περπατάνε με το κεφάλι κάτου; Να, αυτός ο Σουκρής… Πάρ΄ τον, ασβέστως΄ τον και θα χεις ένα ανθρωπάκι, ένα ελληνάκι σαν όλα, και καλύτερο! Αυτό τελείωσε κι ας μην το ξαναμελετάμε.
Μα εκεί πάλι «χρατς!» άλλο καβουράκι, άλλη δαγκανιά. Κι αν ο ι αράπηδες βλέπουν τον κόσμο μαύρο; Εδώ σ΄ έχω εξυπνούλη! Τι γίνεται τότε;
Τα πόδια μου κόλλησαν στο δρόμο χωρίς να χει ούτε σημαδάκι λάσπη. Απόμεινα σαν να με πήραν και να με λύσσανε και να με πέταξαν κομματάκια καταμεσής στο δρόμο.
Σουκρή… Σούκρη… τι κακό είν΄ αυτό που με βρήκε; Έβγαλα το μαντήλι μου να σταματήσω τα κλάματα… Το γυφτάκι έκλαιγε και κείνο. Μαύρος εγώ και κλαμένος. Κλαμένο και κείνο και μαύρο… Κλαίγαμε… Και δεν ήξερα ποιος απ΄ τους δυο μας ήμουνα εγώ. Το μαντήλι μου είχε γίνει μούσκεμα. Το μαντήλι μου… Σουκρή!!!
-Σουκρή! Κοίταξε αυτό! Ναι, αυτό, είναι το μαντήλι μου. Τι χρώμα έχει, Σουκρή; Τι χρώμα έχει; Πες μου αμέσως! Τώρα!
-Ά σ π ρ ι! κάνει ο Σουκρής. (Α Σουκρή, τι όμορφο, τι κάτασπρο γυφτάκι που είσαι!)
Έκλαιγα σαν το παιδί που έχει χαθεί στο δάσος και βγαίνει ξαφνικά στο ξέφωτο.
-Σ΄ ευχαριστώ… Σουκρή… σ΄ ευχαριστώ. Πολύ….πολύ….πολύ…
Αγκαλιαστήκαμε και πηγαίναμε μαζί, δυο αγαπημένα γυφτάκια.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει
 
Χιλια ευχαριστω!!!!!!!!!!!Ειναι πολυ αγαπημενο αυτο το αποσπαμσα!!!!!!!!!Διοτι η ξενοφοβια ειναι για μενα κατι πολυ ασχημο...Να σαι καλα!!!!
 
κι ένα χαλίκι ν' αρμολοήσεις σ' έναν ετοιμόρροπο τοίχο
είναι σαν να στερεώνεις τον κόσμο να μην πέσει
είναι σαν να στερεώνεις την ψυχή σου να μην πέσει...

Ο Φτωχούλης Του Θεού - Καζαντζάκης
 
Τα προλογικά λόγια του Μενέλαου Λουντέμη που λειτούργησαν ως χαιρετισμός στην δεύτερη έκδοση του ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΖΩΗ(εκδόσεις δωρικός)

Κανένας δεν το παίνεψε τούτο το βιβλίο, ούτε και το κατάκρινε. Μόνο κι αβοήθητο έκανε το δρόμο του ανάμεσα απ΄ τη σιωπή των ανθρώπων. Ήταν οι θολές μέρες του 1946, ώριμες για κάποιο φοβερό σεισμό. Σπαθιά ακονίζονταν στα σκοτεινά. Στα μάτια παραμόνευε η λύσσα. Τα βιβλία –κάτι τέτοιες ώρες- είναι άχυρα που τα παίρνει ο άνεμος. Που να σταθεί; Όλα τρέμουν να σωριαστούν.

Τραβήχτηκε για να περάσουν τα γεγονότα.

Και τώρα, που όλα πάνε να σωπάσουν, έρχεται ξανά να πάρει τη θέση του –τη «στάση» του θα πρεπε να πω- αντίκρυ στο κοινό. Πολλά έτρεξαν από τότε που είδε το φως. Απ΄ τους δρόμους των βιβλιοπωλείων πέρασε ο τρόμος, οι οπλισμένοι ή αλυσοδεμένοι άνθρωποι, και –μερικές φορές- αλυσοδεμένος κι ο ίδιος ο συγγραφέας. Το βιβλίο τούτο δοκιμάστηκε, αγνοήθηκε, μα δεν προδόθηκε. (Κανένας δεν μπορεί να προδώσει το έργο σου, αν δεν το προδώσει ο ίδιος ο συγγραφέας).

Αυτά που περνούν μέσα απ΄ τις σελίδες του μπορεί να είναι παλιά για μένα, δεν παλιώνουν όμως ποτέ για τη ζωή. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που ονειροπολούν, που κρυώνουν, που πεινούν και ματώνονται, το βιβλιαράκι αυτό θα χει το δικαίωμα να κάθεται αντίκρυ τους σε μιαν άκρη και να λέει το πικρό παραμύθι του. Αυτό ακριβώς το παραμύθι θέλω σήμερα να ξαναπώ, στυφό σαν τότε, και πικραμένο για πάντα. Τώρα που ένα σμήνος από χρόνια πέταξαν ξαφνικά από πάνω μου. Τόσο ξαφνικά, που σαν ξανάνοιξα τα μάτια όλα ήταν θαμπά.

Είναι κατάπικρο να είναι κανείς ο ήρωας ενός τέτοιου βιβλίου και μαζί ο συγγραφέας του. Σε τούτη τη λίγη ζωή αυτό μόνο κατάλαβα: Καλύτερα να μην έχει κανείς φτερά παρά να χει και να του τα ματώνουν.

Ευχαριστώ πολύ, με βαθιάν αγάπη, το κοινό μου.

Είναι η μ ό ν η μου πια χαρά.

Τούτο τον Οκτώβρη 1956

Μ.Λ.
 
Άκουγε ο παπα-Φώτης την καμπάνα να χτυπάει γιορτερά και να διαλαλεί πως ο Χριστός γεννήθηκε, πως κατέβηκε στη γης να σώσει τον κόσμο. Κούνησε το κεφάλι, αναστέναξε.
-Άδικα, άδικα Χριστέ μου, μουρμούρισε. Κοντεύουν δυό χιλιάδες χρόνια, κι ακόμα... ακόμα σε σταυρώνουν. Πότε θα γεννηθείς, Χριστέ μου, να μη σταυρωθείς πια, να ζεις μαζί μας αιώνια;

Νίκου Καζαντζάκη, Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. εκδ. Καζαντζάκη
 
κι ένα χαλίκι ν' αρμολοήσεις σ' έναν ετοιμόρροπο τοίχο
είναι σαν να στερεώνεις τον κόσμο να μην πέσει
είναι σαν να στερεώνεις την ψυχή σου να μην πέσει...

Ο Φτωχούλης Του Θεού - Καζαντζάκης

Απλά υπέροχο Σαμιαμιδάκι...
 
Top