Αγαπημένα αποσπάσματα από βιβλία

~Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Όνειρο στο κύμα~​
Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του...

(Συγγνώμη, μπορώ; Μπορώ. :προσκυνώ: )
 
Αυτό το έργο μου έκατσε στραβά (και λόγω πανελληνίων ίσως) αλλα η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι σκέτη ποίηση. Το αγαπημένο μου απ'οσα κάναμε και ήταν στην ύλη ήταν το Αμάρτημα της μητρός μου, του Βιζυηνού. Αριστούργημα !!!
 
Το σημαντικότερο μειονέκτημα του γάμου είναι ότι στερεί από τους ανθρώπους τον εγωισμό τους. Και οι άνθρωποι χωρίς εγωισμό είναι άχρωμοι. Τους λείπει η ατομικότητα. Κι ωστόσο, υπάρχουν μερικοί χαρακτήρες που με το γάμο γίνονται πιο σύνθετοι. Διατηρούν τον εγωισμό τους και προσθέτουν πολλά άλλα εγώ.

Τι πορτραίτο του Ντόριαν Γκρει
 
"I cut Arty’s meat slowly while my chest fills with a yearning that would like to spill out through my eyes and nose. It is, I suppose, the common grief of children at having to protect their parents from reality. It is bitter for the young to see what awful innocence adults grow into, that terrible vulnerability that must be sheltered from the rodent mire of childhood. Can we blame the child for resenting the fantasy of largeness? Big, soft arms and deep voices in the dark saying, “Tell Papa, tell Mama, and we’ll make it right.” The child, screaming for refuge, senses how feeble a shelter the twig hut of grown-up awareness is. They claim strength, these parents, and complete sanctuary. The weeping earth itself knows how desperate is the child’s need for exactly that sanctuary. How deep and sticky is the darkness of childhood, how rigid the blades of infant evil, which is unadulterated, unrestrained by the convenient cushions of age and its civilizing anesthesia. Grownups can deal with scraped knees, dropped ice-cream cones, and lost dollies, but if they suspected the real reasons we cry they would fling us out of their arms in horrified revulsion. Yet we are small and as terrified as we are terrifying in our ferocious appetites."
Geek love by Katherine Dunn​
 
(Τζαζολογία)

Κανείς δε φαινόταν να έχει όρεξη να τον αντικρούσει γιατί είχε εμφανιστεί ο Γουώνγκ φέρνοντας προσεχτικά τον καφέ κι ο Ρόναλντ ανασηκώνοντας τους ώμους είχε ξαμολήσει στους Πενσυλβάνιους του Γουώρινγκ και μέσα απο ένα φοβερό τρίξιμο ακουγοταν το θέμα που μάγευε τον Ολιβέιρα, μια ανώνυμη τρομπέτα και ύστερα το πιάνο, όλα τυλιγμένα μέσα στους αχνούς ενός παλιού γραμμοφώνου και μιας άθλιας εγγραφής, μιας ορχήστρας της συμφοράς πριν από την εποχή της τζαζ, σε τελική ανάλυση απ' αυτούς τους παλιους δίσκους, απο αυτά τα show-boats και τις νύχτες στο Στόρυβιλ είχε γεννηθεί η μοναδική παγκόσμια μουσική του αιώνα, κάτι που πλησίαζε τους ανθρώπους περισσότερο και καλύτερα από την Εσπεραντο, την Ουνέσκο ή της αεροπορικές εταιρειες, μια μουσική αρκετά πρωτόγονη ωστε να φτάνει στην παγκοσμιότητα και αρκετά καλή ώστε να δημιουργεί τη δική της ιστορία, με τα σχίσματα, τις αποκηρύξεις, τις αιρέσεις, το τσάρλεστον, το μπλακ-μπότομ, το σίμυ, το φοξ-τροτ, το στομπ, τα μπλουζ της, ώστε να επιτρέπει τις ταξινομήσεις και τις ετικέτες, αυτό ή εκείνο το στυλ, το σουίνγκ, το μπήμποπ, η cool, να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον κλασικισμό, τη hot και την εγκεφαλική τζαζ, μια ανθρώπινη μουσικη, μια μουσική με διαφορετική ιστορία απο εκείνη της ζωώδους και ηλίθιας μουσικής χορού, της πόλκας και του βαλς, της σάμπας, μια μουσική που σου έδινε τη δυνατότητα να την αναγνωρίζεις και να την εκτιμάς τόσο στην Κοπεγχάγη όσο και στην Μεντόσα ή στο Κέηπτάουν, που έφερνε πιο κοντά τα νέα παιδια με τους δίσκους κάτω από τη μασχάλη, που τους χαριζε ονόματα και μελωδίες σαν σύμβολα για να αναγνωρίζονται και να συνδέονται και να νιώθουν λιγότερα μόνα, περιστοιχισμένα καθως ήταν από αφεντικά και οικογένειες και απέραντα δυστυχισμένους έρωτες, μια μουσική που δε δέσμευε τη φαντασία και επέτρεπε το προσωπικό γούστο, τη συλλογή εβδομηνταοχταρηδων χωρίς τραγούδι με τον Φρέντυ Κέπαρντ ή τον Μπανκ Τζόνσον, τον αντιδραστικό εκλεκτικισμό του Ντίξιλαντ, την ακαδημαϊκή εξειδίκευση στον Μπιξ Μπάιντερμπεκε ή το άλμα στους χώρους της μεγάλης περιπέτειας απ' τον Τελόνιους Μονκ, τον Όρας Σίλβερ ή τον Θαντ Τζόουνς, την κακογουστιά του Έρολ Γκάρνερ ή του Αρτ Τέιτουμ, τις μεταμέλειες και τις απαρνήσεις, την προτίμηση για τα μικρα συγκροτήματα, τις μυστηριώδεις εγγραφές με ψευδώνυμα και τίτλους που επέβαλλαν οι εταιρίες δίσκων ή το κέφι της στιγμής και όλον αυτόν τον ελευθεροτεκτονισμό του σαββατόβραδου στο δωμάτιο ενός φίλου φοιτητή ή στο υπόγειο της παρέας, με κορίτσια που προτιμούσαν να χορεύουν, ενώ άκουγαν το Star Dust ή το When your man is going to put you down, και μύριζαν γλυκά και απαλά άρωμα άρωμα και δέρμα και ζέστη, που άφηναν να τις φιλησεις όταν ήταν πια αργά, γιατί κάποιος είχε ήδη βάλει το The blues with a feeling και σχεδόν κανείς δε χόρευε πια, μόνο στέκονταν όρθιοι και λικνίζονταν και όλα ήταν θολά και βρόμικα και άθλια και όλα τ' αγόρια θα' θελαν να βγάλουν αυτά τα ξεμανίκωτα χλιαρά φορέματα ενω τα χέρια χάιδευαν την πλάτη και τα κορίτσια είχαν το στόμα μισάνοιχτο και παραδινονταν σε ενα θεσπέσια ηδονικό τρόμο και στη νύχτα. Τότε ξεπηδάει μια τρομπέτα και τις κατακτά εξ ονόματος όλων των αντρών, παίρνοντάς τις με μια μοναδική ζεστή φράση που τις κάνει να πέσουν σαν κομμένα φυτά μες στην αγκαλιά των καβαλιέρων τους και γίνεται ένας αγώνας δρόμου μέσα στην ακινησία, ένα πήδημα στον αέρα της νύχτας, πάνω από την πόλη, ώσπου ένα μικροσκοπικό πιάνο τις γυρίζει πίσω στον εαυτό τους, εξαντλημένες και συμφιλιωμένες και ακόμα παρθένες ως το επόμενο Σαββατο, κι όλα αυτά με μια μουσική που τρομοκρατεί τους ακροατές στην πλατεία, όλoυς αυτούς που πιστεύουν πως τίποτε δεν είναι αληθινό αν δεν υπάρχουν τυπωποιημένα προγράμματα και ταξιθέτριες, και έτσι προχωρεί ο κόσμος και η τζαζ είναι ένα πουλί που μεταναστεύει ή μετακινείται ή μετοικεί ή μετεμψυχώνεται, πηδώντας εμπόδια, εξαπατώντας τους τελωνειακούς, κάτι που τρέχει και βιάζεται και απόψε το βράδυ η Έλα Φιτζέραλντ τραγουδάει στη Βιέννη ενώ ο Κένυ Κλαρκ εγκαινιάζει στο Παρίσι μια υπόγεια μπουάτ και στο Περπινιάν χοροπηδάνε τα δάχτυλα του Όσκαρ Πήτερσον και ο Σατσμο βρίσκεται παντού μ' αυτό το δώρο της πανταχού παρουσίας που του παραχώρησε ο Κύριος, στο Μπέρμινχαμ, στη Βαρσοβία, στο Μιλάνο, στο Μπουένος Άιρες, στη Γενέυη, σ' όλο τον κόσμο, είναι αναπόφευκτο, είναι η βροχή και το ψωμι και το αλάτι, κάτι που αδιαφορεί πλήρως για τις εθνικές εορτές, για τις ιερές παραδόσεις, για τη γλώσσα, για τη λαογραφία: ένα σύννεφο χωρίς σύνορα, ένας κατάσκοπος του νερού και του αέρα, μια αρχετυπική μορφή, κάτι απο πριν ή από κάτω, που συναδελφώνει τους Μεξικανούς με τους Νορβηγούς και τους Ρώσους με τους Ισπανούς, τους ενσωματώνει και πάλι στην αμυδρή απολησμονημένη κεντρική φωτιά, αδέξια και άσχημα και επισφαλώς τους ξαναγυρίζει στην προδομένη τους κοινή καταγωγή, τους φανερώνει πως υπάρχουν ίσως κι άλλοι δρόμοι κι αυτός που πήρανε δεν ήταν ο μοναδικός μα ούτε κι ο καλύτερος ή πως υπάρχουν ίσως κι άλλοι δρόμοι και πως αυτός που πήρανε ήταν ο καλυτερος, πως υπάρχουν όμως ίσως κι άλλοι δρόμοι που είναι όμορφο να τους περπατάς και εκείνοι δεν τους πήραν ή τους άφησαν στη μέση και πως ο άνθρωπος και πάντα κάτι περισσότερο από άνθρωπος και πάντα κάτι λιγότερο απο άνθρωπος, περισσότερο από άνθρωπος γιατί εμπεριέχει αυτά που η τζαζ υπαινίσσεται και παρακάμπτει και ακόμα προβλέπει και λιγότερο από άνθρωπος γιατί απ' αυτήν την ελευθερία που του δόθηκε έφτιαξε ένα παιχνίδι αισθητικής ή ηθικής, μια σκακιέρα όπου περιορίζεται να είναι ο τρελός ή το άλογο, έναν ορισμό της ελευθερίας που τον διδάσκουν στα σχολεία, στα σχολεία ακριβώς όπου ποτέ δε διδάχτηκαν και ποτέ δε θα διδαχτουν στα παιδιά τα πρώτα μέτρα ενός ράγκταϊμ ή η πρώτη μελωδική φραση ενός μπλουζ, κ.λπ., κ.λπ.
Το Κουτσό, σελ 104-107
 
Τι είμαστε τώρα; Όσα δεν γνωρίσαμε και όσα δεν αγγιξαμε και όλα εκείνα που ποτέ δεν θ' αποκτήσουμε. Αυτή είναι η εικόνα μας. Φαίνονται πάνω μας όσα δεν χαρήκαμε ποτέ στη ζωή μας και όσα προσπεράσαμε και όσα σκεφτόμαστε και εκείνα για τα οποία γονατίσαμε και τα εγκαταλείψαμε σε μια στιγμή τρέλας,βλακείας και υπεροψίας.
Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές, σελ219 , Μ. Ελευθερίου
 
Εμένα αυτό που μου άρεσε και έπρεπε να το ψάξω για να το ξαναθυμηθώ ήταν απο το βιβλίο της Ευγενία Φακίνου "Έρως, Θέρος, Πόλεμος" και λέει

"Η ΖΩΗ είναι μια διαρκής εναλλαγή δυσάρεστων κι ευχάριστων γεγονότων. Μόνο που τα δυσάρεστα είναι σαφώς περισσότερα. Τα καλά είναι στιγμές. Στιγμές ευτυχίας. Ικανές όμως να παρηγορούν και να κρατούν τους ανθρώπους σε μια σχετική ισορροπία "

δεν είναι δα τίποτα το σπουδαίο αλλά όταν το είχα διαβάσει μου έκανε εντύπωση.
 
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ - Terry Goodkind

«Ρίτσαρντ, σε άγγιξα με τη μαγεία. Το ένιωσα. Το άκουσα. Το είδα.
Πώς είναι δυνατόν να μη ο, έχει επηρεάσει η δύναμη;»
«΄Ημουν προστατευμένος.»

«Προστατευμένος; Πώς;»

«Από την αγάπη μου για σένα. Συνειδητοποίησα πως σε αγαπούσα πε-
ρισσότερο κι από την ίδια τη ζωή μου και ότι θα προτιμούσα να παραδο-
θώ στη δύναμή σσυ παρά να ζήσω χωρίς εσένα. Τίποτε από αυτά που θα
μπορούσε να μου κάνει η μαγεία δε θα ήταν χειρότερο από το να ζήσω
χωρίς εσένα. ΄Ημουν πρόθυμος να σου τα παραχωρήσω όλα. Πρόσφερα
στη δύναμη όλα όσα είχα. Όλη μου την αγάπη για σένα. Από τη στιγμή
που συνειδητοποίησα πόσο σε αγαπούσα, ήμουν πρόθυμος να γίνω δικός
σου κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, κατάλαβα ότι δε θα μπορούσε να
με βλάψει σε τίποτε η μαγεία. ΄Ημουν ήδη αφοσιωμένος σε σένα" >δε-χρει-
αζόταν να με αλλάξεις. ΄Ημουν προοτατευμένος, γιατί με έχει αγγίξει η
αγάπη σου. ΄Ημουν απόλυτα σίγουρος ότι ένιωθες κι εσύ το ίδιο.και δε
φοβόμουν αυτό που θα συνέβαινε. Αν είχα οποιαδήποτε αμφιβολία, η μα-
γεία θα εισχωρούσε από εκείνη τη χαραμάδα και θα με άρπαζε, αλλά δεν
είχα καμία. Η αγάπη μου για σένα είναι αψεγάδιαστη, ατόφια. Η αγάπη
μου για σένα με προστάτεψε από τη μαγεία.»

Η Κάχλαν του έστειλε εκείνο το ειδικό χαμόγελο. «΄Ετσι ε΄νιωσες; Δεν
είχες καμία αμφιβολία;»

Ο Ρίτσαρντ της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Πρέπει να ομολογήσω ότι,
για μια στιγμή, όταν είδα εκείνους τους κεραυνούς στο πρόσωπό σου,
ανησύχησα. Δεν ήξερα τι ήταν, τι σήμαιναν. Τράβηξα το ξίφος, προ-
σπαθώντας να κερδίσω χρόνο για να σκεφτώ. ΄Υστερα όμως συνειδητο-
ποίησα ότι δεν είχε σημασία εξακολουθούσες να είσαι η Κάχλαν κι εγώ

Ο Πρώτος Κανόνας του Μάγου

εξακολουθούσα να σε αγαπώ, όπως κι αν είχε το πράγμα. ΄Ηθελα να με
αγγίξεις περισσότερο απ, στιδήποτε άλλο, να αποδείξω την αγάπη μου
και την αφοσίωσή μου 0, εσένα, έπρεπε όμως να υποκριθώ για τον
Ντάρκεν Ραλ.»

«Εκείνα τα σύμβολα σήμαιναν ότι κι εγώ πρόσφερα τα πάντα ο, εσέ-
να» του ψιθύρισε η Κάχλαν.

Τον αγκάλιασε από το λαιμό και τον φίλησε. ΄Ηταν γονατισμένσι στα
πλακάκια μπροστά στη λιμνούλα των προσευχών, σφιχταγκαλιασμένοι.
Ο Ρίτσαρντ φίλησε τα απαλά χείλη της με τον τρόπο που είχε ονειρευτεί
χιλιάδες φορές να το κάνει. Τη φιλούσε μέχρι που ζαλίστηκε, ύστερα τη
φίλησε και πάλι, αδιαφορώντας για το ότι όσοι περνούσαν από εκεί τους
κοίταζαν σαστισμένοι.
 
Λοιπόν, διαβάστε ένα μαγευτικό και πολύ αληθινό απόσπασμα από τον Ωκεανό στην άκρη του δρόμου του Neil Gaiman. Σας το παραθέτω στα αγγλικά και μετά στα ελληνικά, μεταφρασμένο από εμένα, καθώς το διάβασα στο πρωτότυπο και δεν ξέρω πως μεταφράστηκε επίσημα.

Monsters come in all shapes and sizes. Some of them are things people are scared of. Some of them are things that look like things people used to be scared of. Sometimes monsters are things people should be scared of, but they aren't.
Neil Gaiman, The Ocean at the end of the Lane
Τα τέρατα μπορεί να είναι διάφορων μορφών και τύπων. Μερικά από αυτά είναι πράγματα που τρομάζουν τους ανθρώπους. Μερικά άλλα είναι πράγματα που μοιάζουν με αυτά που τρόμαζαν παλιά τους ανθρώπους. Άλλες φορές, τα τέρατα είναι πράγματα που θα έπρεπε να τρομάζουν τους ανθρώπους, αλλά δεν τους τρομάζουν.
 
Απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη: Ο Τελευταίος Πειρασμός.

"Είχε γίνει μέσα του ο καιρός μικρός σα χτυποκάρδι, μεγάλος σαν το θάνατο. Δεν πεινούσε πια, δε διψούσε, δεν πεθυμούσε παιδιά και γυναίκες. Όλη του η ψυχή είχε μαζωχτεί στα μάτια. Έβλεπε, τίποτα άλλο. Έβλεπε."
 
Last edited:
~The Demon by Hubert Selby Jr.~
(...) Louise and Rae looked at Harry with frowns and disbelief and questioning expressions and Harry fought like a sonofabitch to keep a goddamn smile on his face and shrug away the tacit questions and accusations of Louise and Rae and not let his skin crack open from the heat that seemed to be pounding through him and the nausea that was suddenly twisting his gut and constricting his throat, and Wentworth and Simmons sat there with those grins on their faces as that jerk Davis made some kind of dumb remarks about how happy he was and how he would try to live up to the responsibility of his position—new position, jerk—and he had to thank his wonderful wife for all the help she/d been and for making it possible for him to do the kind of job that got him this—and he continued to thank people with a bunch of meaningless tripe, the gutless wonder, and he finally sat down and everyone clapped like a bunch of mentally retarded seals, and Harry could feel Louises and Raes eyes burning into him like two mothers who had just been told that their son was a mass murderer, and he had to stand in front of them and open the zipper on his chest and let everyone look inside of him and see the ugliness and rottenness that was hidden there and was slowly festering and explain himself and why he was sitting there while that ass-kissing Davis was taking all the bows and his fishmonger of a wife was screeching and hanging from his neck like a syphilitic albatross as if that dumb sonofabitch had actually done something to be proud of when he was lucky if he could brush his teeth and comb his hair without getting the comb and brush confused, and Harry was grinding his teeth as he smiled, gently, at Rae and Louise, and felt as if his legs were going to run away from his body and he shrugged again and wanted to laugh but was afraid he would puke all over the table and he tried to force an attitude of nonchalance and let his two surrogate mothers know that he could have had the job, but turned it down as it might interfere with his future, but he couldnt say it, but only imply it, because he couldnt let the word get around, but anyway it was no big deal and there are bigger things ahead and Davis needs it with all those people he has to feed, the poor sucker, and thats the real reason they gave it to him anyway, and anyway, who gives a damn about the whole damn thing, and the muscles in Harrys shoulders and the back of his neck felt like they were about to snap and the pain became so intense that Harry thought he would either faint or jump up on the table and scream, and the goddamn smile seemed to be cemented on his face and Louise and Rae didnt seem to be talking to him and there was a slow awareness of something new happening, something in addition to the renewal of the voices chatting and chuckling and laughing, and out of the corner of his eye he became aware of movement and then the sound of music, dance music, and he blinked his eyes a few times and it seemed to crack the cement slightly and slow down his heart just enough so that it wasnt pounding in his ears, and then he heard a semblance of words as Rae told him to get up and dance already, what are you, some kind of schlemiel, youre just going to sit there like that? And he heard Linda laugh and felt himself rising on legs that were weak from painful muscular spasms, and tears came to his eyes as he stood and tried to walk and he blinked away the tears rapidly and chuckled as he stumbled, hoping to hell that his legs wouldnt collapse, and he supported himself by leaning on the backs of those sitting as he worked his way to the dance floor and gropingly led Linda in among those stumbling around the dance floor, allowing himself to fall against whoever was near until his legs finally started to strengthen and he could stand and move without fear of falling, (...)
:τρέλα:
 
;) & :μπράβο: Ωραίο όμως βραχυκύκλωμα. Ανέβηκαν οι παλμοί μου και άρχισε να μοιάζει λίγο στο μικρότερο αδερφάκι του.
 
Ναι ήταν ωραίο, σαν σφηνάκι. Αλλα καλώς ή κακώς θα κάνω αναπόφευκτα συγκρίσεις. Άν το πιάσω δηλαδή κάποια στιγμή.
 
~Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν: No Hunting Without Permission από το βιβλίο "The Tokyo-Montana Express"~​
October 21, 1978: Yesterday I didn’t do anything. It was like a play written for a weedy vacant lot where a theater would be built one hundred years after I am dead performed by actors whose great grandparents haven’t even been born yet. If I were keeping a diary, yesterday’s entry would have gone something like this,
Dear Diary: I put up a no hunting sign today because tomorrow is the first day of hunting season and I don’t want some out of state hunters driving a station wagon with Louisiana license plates to stop and shoot a moose in my back yard.
I also went to a party. I was in a shitty off-angle wrong mood and said the same five boring sentences to forty different, totally unsuspecting and innocent people. It took me three hours to get around to everybody and there were very long pauses between sentences.
One sentence was an incoherent comment about the State of the Union. I substituted an obscure California weather pattern in place of a traditional Montana weather pattern to use as a metaphor about inflation.
What I said made absolutely no sense whatsoever and when I finished nobody asked me to elaborate. A few people said that they needed some more wine and excused themselves to go get some, though I could see that they still had plenty of wine in their glasses.
I also told everybody that I had seen a moose in my back yard, right outside the kitchen window. Then I did not give any more details. I just stood there staring at them while they waited patiently for me to continue talking about the moose, but that was it.
A man I told my moose story to said, “Was that the same moose you told me about yesterday?” I looked a little shocked and then said, “Yes.” The shocked expression slowly changed into one of serene bewilderment.
I think my mind is going. It is changing into a cranial junkyard. I have a huge pile of rusty tin cans the size of Mount Everest and about a million old cars that are going nowhere except between my ears.
I stayed at the party for three hours, though it seemed closer to a light-year of one-sentence moose stories.
Then I went home and watched Fantasy Island on television. As a sort of last stand spiritual pickup, I called a friend in California on the telephone during a commercial. We had a very low-keyed conversation during the commercial. He was not really that interested in talking to me. He was more interested in doing something else.
As we struggled through the conversation, like quicksand, I wondered what the first thing he would do after I hung up. Maybe he would pour himself a stiff drink or he would call somebody interesting on the telephone and tell them how boring I had become.
At one point toward the end of our thousand-mile little chat, I said, “Well, I’ve just been fishing and writing. I’ve written seven little short stories this week.”
“Nobody cares,” my friend said. And he was right.
I started to tell him that I had seen a moose in my back yard but I changed my mind. I would save it for another time. I did not want to use up my best material right away. You’ve got to think of the future.
 

Πεταλούδα

Θαλασσογέννητη Ελπίδα των Ηλιόμορφων Ονείρων
Προσωπικό λέσχης
«Λίγο νωρίς δεν είναι, δικηγόρε; Οι νοματαίοι στο Τέταρτο πρέπει ν’ αρμέξουν και να κόψουν ξύλα και να φτιάξουν κάτι να ‘χουν γι΄αύριο προτού αποφάνε γι΄απόψε και κατεβούνε στην πόλη».
«Μπορεί να αποφασίσουν να μείνουνε σπίτι κυριακάτικα», είπε ο θειος του με τόνο φιλικό, προχωρώντας: οπότε ο άντρας είπε ακριβώς σχεδόν ό,τι είχε πει ο άντρας στο μπαρμπέρικο το πρωί (κι αυτός θυμήθηκε το θειο του που του ΄χε πει μια φορά πόσο λίγο λεξιλόγιο χρειάζεται στην πραγματικότητα ο άνθρωπος για να περνάει άνετα κι αποτελεσματικά ακόμα τη ζωή του, πώς όχι στο άτομο χώρια αλλά και σ’ όλο τον τύπο και τη ράτσα και το είδος λίγες φράσεις τυποποιημένες μόνο αρκούν να περιγράψουν τ΄ απλά του πάθη κι ανάγκες και πόθους):
«Σιγά. Δε φταιν΄αυτοί που ‘ναι Κυριακή. Να πρόσεχε κι αυτός ο μαλάκας να μη σκότωνε λευκό άνθρωπο Σάββατο απόγευμα».


Ο ξένος στο χώμα” – Γουίλιαμ Φώκνερ
 

Σαώρη

Θεραπεύτρια Μαγικών Πλασμάτων
«[...] Μα δεν είναι μόνον ο θάνατος που άδειασε το νησί από ανθρώπους. Είναι κι ο χρόνος, που κένωσε τους ανθρώπους από ψυχή.»

«Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης» (διήγ. «Ο άνθρωπος με το κανελί πανωφόρι»), Μ. Καραγάτσης.
 
«Αυτό σημαίνει εμπιστοσύνη, σκέφτηκε ο Σειζεντ. Σημαίνει ότι παραχωρείς σε κάποιον τη δύναμη να σου ασκεί επιρροή. Τη δύναμη να σε πληγώσει.» Ομιχλογέννητοι: Ο ήρωας των αιώνων, Brandon Sanderson
 
~Ιεροτελεστίες, Κέες Νόοτεμποομ~​

Ο χρόνος έχει την ιδιοτυπία να παρουσιάζεται εκ των υστέρων σαν κάτι εξαιρετικά συμπαγές, ένα ομοιόμορφο στερεό αντικείμενο, ένα πιάτο με ένα μόνο άρωμα, με μια μόνο γεύση. Ο Ίννι, που ήταν εξοικειωμένος με το ιδίωμα της σύγχρονης ποίησης, αρεσκόταν να περιγράφει τον εαυτό του σαν "μια τρύπα", μια απουσία, κάτι που δεν υπήρχε. Αντίθετα από τους ποιητές, μ'αυτούς τους χαρακτηρισμούς δεν εννοούσε οτιδήποτε συγκεκριμένο. Ήταν περισσότερο ένα κοινωνικό σχόλιο για το γεγονός ότι ήταν ικανός να συναναστρέφεται τους πλέον διαφορετικούς ανθρώπους. Μια τρύπα, ένας χαμαιλέων, κάτι άδειο που μπορούσες να του δώσεις όποιο περιεχόμενο ήθελες, όποια στάση, όποιο ύφος. Αδιαφορούσε, και το Άμστερνταμ του προσέφερε κάθε δυνατότητα για να ασκεί τις μιμητικές του ικανότητες.
"Δεν ζεις", του είπε κάποτε ο φίλος του ο συγγραφέας, "αφήνεις τον εαυτό σου να ψυχαγωγείται αφηρημένος", και ο Ίννι το είχε εκλάβει ως φιλοφρόνηση.
 
Νίκος Καζαντζάκης (Ο Καπετάν Μιχάλης)

Δεν υπάρχει πιο μεγάλη, πενταδείλινη μέρα το χρόνο, που σούρνεται, αργοπατάει, αναστέκεται, κάνει ένα βήμα μπρος και δυο πίσω και δε λέει να βραδιάσει, σαν το Μεγάλο Σάββατο.
Κάθε τόσο έβαζε ανήλιο τη χούφτα της η Κρασογιώργαινα κι αστρονομούσε τον ήλιο.
- Μωρέ σήμερα βρήκε να μη σαλέψει ο βλοημένος;
Δυο μονάχα σε όλο το Μεγάλο Κάστρο ξεστράτισαν απόψε και δεν είχαν το νου τους στο Θεό. Ο ένας, την άγια ετούτη νύχτα, κρατάει στην αγκαλιά του μια Κερκέζα, κι ο άλλος έχει το νου του σε μια πράσινη πόρτα.
 
Top