Αγαπημένα αποσπάσματα από βιβλία

Λένκοβιτς

Κοινωνός
@Ιαβερης @Λένκοβιτς
Το αγαπημένο μου απο όσα έχω διαβάσει ως τώρα..Το Έγκλημα και τιμωρία έρχεται δεύτερο..

Κι εμένα "Ο Ηλίθιος" είναι το αγαπημένο μου. Με αυτό το βιβλίο τον γνώρισα και τον αγάπησα για τη γραφή του.
 

Λένκοβιτς

Κοινωνός
ΛΟΧΑΓΟΣ 'Οπως θα έχεις προσέξει πιθανόν, η αντίληψή μου για το τί εστί ζωή συνοψίζεται σε μία λέξη: Διαγραφή. Δηλαδή, να σβήνεις και να προχωράς. Από πολύ νωρίς είχα φτιάξει ένα σάκο, και εκεί μέσα έχωνα όλες τις ταπεινώσεις. Μόλις ο σάκος γέμιζε, τον πέταγα στη θάλασσα. Δεν πιστεύω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει υποστεί τόσες ταπεινώσεις όσο εγώ. 'Οταν όμως τις έσβηνα και προχωρούσα, έπαυαν να υπάρχουν.

ΚΟΥΡΤ Πρόσεξα ότι έχεις πλάσει μια ζωή με ψευδαισθήσεις. Για σένα και τους γύρω σου.

ΛΟΧΑΓΟΣ Πώς αλλιώς θα μπορούσα να επιβιώσω; Πώς θα άντεχα; (Πιάνει την καρδιά του)

ΚΟΥΡΤ Πώς αισθάνεσαι;

ΛΟΧΑΓΟΣ 'Ασχημα. (Παύση) 'Επειτα έρχεται μια στιγμή που η ικανότητα να πλάθεις τη ζωή με ψευδαισθήσεις, όπως λες, σε εγκαταλείπει. Τότε η πραγματικότητα εμφανίζεται μπροστά σου ολόγυμνη... Αυτό είναι τρομερό.



518
 

Τσίου

Μύστης
Λόγια της τρέλας, Νίκος Τζαβάρας.
9 Ιανουαρίου (1920).
Ένα τριγωνικό κομμάτι του αποσπάστηκε από το οπίσθιο μέρος του κεφαλιού. Μαζί με τον ήλιο κοιτάζει μέσα του όλος ο κόσμος. Αυτό τον νευριάζει, αποσπά την προσοχή του από την εργασία, κι ακόμη θυμώνει γιατί ακριβώς ο ίδιος έχει αποκλειστεί από τη θεατρική παράσταση.
Φραντς Κάφκα, Ημερολόγια.

Μόλις άρχιζε να ηλιοβασιλεύει μαζευόμασταν πολλοί ασθενείς στην πλατεία του Ψυχιατρείου, με τα βλέμματα προς τα έξω στην πύλη, γιατί το ονειρό μας ήταν πως να ξεμπερδεύουμε από δω, μ' αυτές τις καταστάσεις. Ο ήλιος βασίλευε και εμείς μαζευόμασταν στην πλατεία, όπως τα πουλιά και τα ζώα, σκεπτόμενα που και πως να περάσουν τη νύχτα τους. Τα ερωτήματα που δέρναν το μυαλό μας ήταν πολλά. Τι θα γίνουμε εμείς; Αν θα μείνουμε για πάντα εδώ μέσα, αν θα γίνουμε καλά. Πότε θα φανεί κανένας δικός μας να μας φέρει λίγα τσιγάρα και παρηγοριά. Ώσπου ξαφνικά ακούγονταν οι δυνατές φωνές του φύλακα της πύλης: "Εμπρός, στα κρεβάτια σας!"
Απόστολος Κελεσίδης, Ηλιοβασίλεμα--Ψυχιατρείο Θεσσαλονίκης.
 

Λένκοβιτς

Κοινωνός
Από το διάταγμα του Πέτρου Α': "Όποιος εγκαταλείψει τη θέση του, θα τιμωρηθεί παραδειγματικά...θα περάσει μπροστά από την παράταξη, θα τον φτύνουν στο πρόσωπο, θα εκτελεστεί".
Από τη διαταγή του Λαϊκού Κομισαριάτου Στρατιωτικών και Ναυτικών: "Αν κάποια μονάδα υποχωρήσει αυτοβούλως, πρώτος θα τυφεκιστεί ο κομισάριος, δεύτερος ο διοικητής". Κι ακόμη: "οι δειλοί, οι φιλοτομαριστές και οι προδότες δεν θα αποφύγουν τη σφαίρα. Αυτό το εγγυώμαι προσωπικά ενώπιον ολάκερου του Κόκκινου στρατού".


554
 

Λένκοβιτς

Κοινωνός
Ο Μαρά ήταν "ο φίλος του λαού." Ο Ροβεσπιέρος αγαπούσε, ναι, αγαπούσε με έρωτα τρελό την "ανθρωπότητα" αυτή που τον έκανε να μανιάζει καθώς δεν εννοούσε να συμμορφωθεί στα στα σχήματά του. Και βρέθηκαν κι οι δύο τους, όχι παρά την αγάπη τους αυτή αλλά εξαιτίας της, να είναι οι πιο αιμοσταγείς χασάπηδες της πρόσφατης ιστορίας. "Ας προσέχει ο λαός τους ανθρώπους με τα χρυσά λόγια" έγραφε άλλοτε "την επαύριο μιας δεύτερης επανάστασης που έπαιρνε από την πρώτη τα περισσότερα από τα σύμβολά της. Ας δυσπιστεί στους ανθρώπους αυτούς που καταφτάνουν με τα χέρια τους γεμάτα πανάκειες και σας εκτοξεύουν: εμπρός, γρήγορα, επί το έργον αλλιώς σας σκοτώνω". Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από τις φράσεις αυτές. Και η παραφροσύνη αυτή της καθαρότητας που εμφανίζεται πια μόνο υπό την βελγική - και άρα γελοιογραφική - μορφή της των μικρών κοριτσιών που σφουγγίζουν τα πεζοδρόμια με μαύρο σαπούνι ενώ βρέχει του καλού καιρού. Στο βάθος, πάντως, η θέση του παραμένει η ίδια. Εξακολουθούσε να βλέπει την πίστη στην πρόοδο, στη βελτίωση της ανθρώπινης ράτσας, στη γένεση ενός νέου κόσμου, απαλλαγμένου από το στοιχείο του λάθους και της δυστυχίας, το αποτελεσματικότερο μέσο να μπουν σε λειτουργία οι γκιλοτίνες.

572
 

Λένκοβιτς

Κοινωνός
«Οι ιδέες δεν είναι μόνο εργαλεία γνώσης,
αλλά κτητικές οντότητες.
Οι ιδέες μάς χειραγωγούν περισσότερο
από ό,τι τις χειραγωγούμε εμείς»
(Εντγκάρ Μορέν)


609
 

Χήθκλιφ

Κοινωνός
Ήμουν έμπειρος στο κυνήγι και ήξερα από ποια γωνία πρέπει να πυροβολήσει κανείς εναντίον ενός ανύποπτου ελαφιού που βρίσκεται σε απόσταση τριακοσίων βημάτων. Η κατάσταση μιλούσε από μόνη της, η γεωγραφική τοποθέτηση του κυνηγού και των στόχων μου έδειχνε ακριβώς τι συνέβαινε μερικά βήματα πίσω από την πλάτη μου, μέσα στην καρδιά ενός ανθρώπου. Στόχευες επί μισό λεπτό, το ξέρω κι αυτό, ακόμα και χωρίς ρολόι, με ακρίβεια δευτερολέπτου, το ξέρω ακριβώς. Τα ξέρει κανείς όλα αυτές τις στιγμές. Ήξερα ότι δεν ήσουν καλός σκοπευτής κι ότι έφτανε να γυρίσω το κεφάλι μου λίγο στο πλάι και η σφαίρα θα περνούσε δίπλα, πετυχαίνοντας ίσως το ελάφι. Ήξερα ότι θα έφτανε μια κίνησή μου και η σφαίρα θα έμενε μέσα στο όπλο. Μα ήξερα επίσης ότι δεν μπορούσα να κουνηθώ, γιατί η τύχη μου δεν οριζόταν πια από τις αποφάσεις μου - κάτι είχε ωριμάσει και κάτι θα συνέβαινε, με όλους τους τύπους, όπως έπρεπε. Στεκόμουν έτσι, περιμένοντας τον πυροβολισμό, περίμενα να πατήσεις την σκανδάλη και να σκοτωθώ από μια σφαίρα προερχόμενη από το όπλο του φίλου μου. Η περίσταση ήταν τέλεια, ήμασταν χωρίς μάρτυρες, ήταν η πιο κατάλληλη περίσταση του λεγόμενου «τραγικού ατυχήματος» [...] γιατί εμείς ήμασταν θρυλικοί φίλοι, ο Κάστορας κι ο Πολυδεύκης, σύντροφοι στην ευτυχία και στη δυστυχία [...] κι αν με σκότωνες τότε, θα σου απλώνονταν όλα τα χέρια, θα πενθούσαν όλοι μαζί σου, γιατί δεν υπάρχει τραγικότερη μορφή στα μάτια του κόσμου από τον άνθρωπο που σκοτώνει τυχαία, άθελά του, τον φίλο του από την μοιραία βούληση μιας αρχαιοελληνικής θεϊκής προσταγής...

Το ελάφι είχε πια εξαφανιστεί ανάμεσα στα δέντρα κι εμείς συνεχίσαμε να στεκόμαστε ακίνητοι κάμποση ώρα ακόμα. Ίσως αν εκείνη τη στιγμή κοίταζα το πρόσωπό σου, θα τα μάθαινα όλα. Αλλά δεν τολμούσα να το κοιτάξω. Υπάρχει ένα είδος ντροπής, το πιο άβολο αίσθημα από όσα μπορεί να νιώσει κανείς στη ζωή του, ένα αίσθημα ντροπής που νιώθει το θύμα όταν αναγκαστεί να δει το πρόσωπο του φονιά του. [...] Γι' αυτό δεν κοίταξα το πρόσωπό σου, κι όταν πέρασε αυτή η παραλυτική μαγεία, ξεκίνησα στο μονοπάτι προς την κορυφή του λόφου. Ξεκίνησες κι εσύ, μηχανικά.

Γύρω στα μισά του δρόμου σου είπα πάνω από τον ώμο μου και χωρίς να κοιτάξω πίσω: «Έχασες την ευκαιρία». Δεν μου απάντησες. Αυτή η σιωπή ήτανε ομολογία.

«Οι Στάχτες» - Σάντορ Μάραϊ
 
Top