Αγαπημένα αποσπάσματα από βιβλία

Γιωργος Τ

Κοινωνός
"Ναι, ο άνθρωπος όλα τ' αντέχει! Ο άνθρωπος είναι το ον που συνηθίζει στο καθετί. Αυτός είναι νομίζω ο καλύτερος ορισμός του."

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, "Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων"
 

Παρωνύμιος

Κοινωνός
"No hand—just an empty sleeve. Lord! I thought, that's a deformity! Got a cork arm, I suppose, and has taken it off. Then, I thought, there's something odd in that. What the devil keeps that sleeve up and open, if there's nothing in it? There was nothing in it, I tell you. Nothing down it, right down to the joint. I could see right down it to the elbow, and there was a glimmer of light shining through a tear of the cloth. 'Good God!' I said. Then he stopped. Stared at me with those black goggles of his, and then at his sleeve."

----------------------------------------------------------------------------------------

"Not wanton killing, but a judicious slaying. The point is, they know there is an Invisible Man—as well as we know there is an Invisible Man. And that Invisible Man, Kemp, must now establish a Reign of Terror. Yes; no doubt it's startling. But I mean it. A Reign of Terror. He must take some town like your Burdock and terrify and dominate it. He must issue his orders. He can do that in a thousand ways—scraps of paper thrust under doors would suffice. And all who disobey his orders he must kill, and kill all who would defend them."

H.G. Wells, The Invisible Man (1897)
 

Παρωνύμιος

Κοινωνός
- Δεν είχε χέρι ! Μόνον ένα μανίκι αδειανό. Θε μου ! Εσκέφθην: "Είναι μία δυσμορφία. Έχει, υποθέτω, ένα βραχίονα τεχνητόν και θα τον έχη χάσει". Έβλαπα εκεί προφανώς ένα πράγμα πολύ παράξενο. Πώς διάβολο το μανίκι εκείνο στέκει επάνω, εάν δεν έχη τίποτε μέσα ; Και δεν είχε τίποτε μέσα, σας λέγω. Τίποτε, τίποτε, από πάνω έως κάτω. Το βλέμμα μου εβυθίζετο ως τον ώμον και ολίγον φως εισήρχετο διά μιας σχισμάδος του ενδύματος. "Θέ μου !" ανέκραξα. Τότε εσταμάτησ' εκείνος. Με τα χονδρά ασπρουλιάρικα μάτια του, τα γουρλωμένα, έρριψε μια ματιά επάνω μου, ύστερα στο μανίκι του.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------

- Όχι φόνους ανωφελείς, όχι' αλλά μια σφαγήν επίκαιρον. Το ζήτημα ιδού πώς έχει: γνωρίζουν, όπως γνωρίζομεν ημείς, ότι υπάρχει ένας άνθρωπος αόρατος, και ο Αόρατος αυτός, Κεμπ, μέλλει να εγκαθιδρύση τώρα την τρομοκρατίαν. Ναι, βέβαια, αυτό προξενεί φρίκην, πλην λέγω καλώς: την τρομοκρατίαν. Πρέπει να κυριεύση μίαν πόλην, ωσάν το Βούρδοκ σας, να την κατατρομάξη και δεσπόση αυτής. Πρέπει να δίδει διαταγάς, δύναται να το κατορθώνη κατά μυρίους τρόπους . . . Ράκη χαρτίων διαπερώμενα υπό τας θύρας δύνανται ν' αρκούν. Κ' αν τις παρακούση εις τας διαταγάς του, τούτον θα τον φονεύη, όπως και πάντα όστις ήθελεν έλθει εις βοήθειαν του αποστάτου.

Ε. Γ. Ουέλλς, Ο αόρατος, μετάφραση Αλέξ. Παπαδιαμάντης, εφημ. Το Άστυ, 1901.
 
Last edited:

Γιωργος Τ

Κοινωνός
"...Μπορεί να κάνω και λάθος, μα νομίζω πως απ' το γέλιο μπορεί να καταλάβει κανείς τον άνθρωπο κι αν καμιά φορά σας αρέσει το γέλιο ενός αγνώστου απ' την πρώτη σας κιόλας γνωριμία μ' αυτόν, μπορείτε με βεβαιότητα να πείτε πως γνωρίσατε έναν καλόν άνθρωπο."...

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, "Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων"
 

Παρωνύμιος

Κοινωνός
Για να είναι αναγνωρίσιμος και επίφοβος ο εχθρός, πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι μας ή στο κατώφλι του σπιτιού μας. Να, λοιπόν γιατί οι Εβραίοι. Μας τους έδωσε η Θεία Πρόνοια, ας τους χρησιμοποιήσουμε, που να πάρει, κι ας προσευχόμαστε να υπάρχει πάντα ένας Εβραίος για να τον μισούμε ή να τον φοβόμαστε. Κάποιος είπε ότι ο πατριωτισμός είναι το έσχατο καταφύγιο των απατεώνων: όποιος δεν έχει ηθικές αρχές τυλίγεται συνήθως με μια σημαία και όλοι οι μπάσταρδοι επικαλούνται την καθαρότητα της φυλής τους. Η εθνική ταυτότητα είναι το τελευταίο καταφύγιο των άκληρων. Η αίσθηση της ταυτότητας βασίζεται στο μίσος, στο μίσος γι’αυτόν που δεν είναι ίδιος. Θα πρέπει να καλλιεργήσουμε το μίσος σαν πολιτικό πάθος. Ο εχθρός είναι ο φίλος των λαών. Χρειάζεται πάντα να μισούμε κάποιον για να νιώθουμε δικαιωμένοι μές στην δυστυχία μας. Το μίσος είναι το πραγματικό αρχέγονο πάθος. Και η αγάπη είναι μια ανώμαλη κατάσταση. Γι’αυτό και σκοτώθηκε ο Χριστός: μιλούσε ενάντια στη φύση. Δεν αγαπούμε κάποιον για όλη μας τη ζωή, αυτή η ανέφικτη ελπίδα γεννάει τη μοιχεία, τη μητροκτονία, την προδοσία του φίλου…Αντίθετα μπορούμε να μισούμε κάποιον για όλη μας τη ζωή. Αρκεί να βρίσκεται πάντα εκεί για ν’αναζωπυρώνει το μίσος μας. Το μίσος ζεσταίνει την καρδιά.

Ουμπέρτο Έκο, Το κοιμητήριο της Πράγας
 
Τα λόγια του Νταμπλντορ στο τελευταίο βιβλίο του Χάρη Πόττερ "Μην λυπάσαι τους νεκρούς Χάρη, να λυπάσαι τους ζωντανούς και πάνω από όλα αυτούς που ζουν χωρίς αγάπη" ...!!
 

Μαύρο Βέλος

Κοινωνός
"Φυσικά όμως [...] για εμένα η λέξη <<καθήκον>> είναι βαριά και καταπιεστική. Έχω συνοψίσει τα καθήκοντά μου σε ένα μόνο -να διαιωνίσω την ελευθερία μου. Ο γάμος και η κατοχή και η ζήλια που τον περιβάλλουν, υποδουλώνουν το πνεύμα. Δεν θα με εξουσιάσουν ποτέ. Ελπίζω, γιατρέ, να έρθει μία εποχή όπου άντρες και γυναίκες δεν θα τυραννιούνται ο καθένας από τις αδυναμίς του άλλου"

"Όταν έκλαψε ο Νίτσε",Jalom
 
"...Μα η ενεργός αγάπη είναι κάτι πολύ πιο σκληρό και φοβερό από την αγάπη που περιορίζεται στα όνειρα. Η ονειροπόλα αγάπη διψάει για σύντομα κατορθώματα, ζητάει μια γρήγορη ικανοποίηση και το γενικό θαυμασμό. Στις τέτοιες περιπτώσεις μερικοί φτάνουν πραγματικά να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμα, αρκεί να μην περιμένουν πολύ, μα να πραγματοποιηθεί γρήγορα τ' όνειρό τους. Και να'ναι σα μια θεατρική παράσταση που να τη βλέπουν όλοι και να τη χειροκροτούν. Μα η ενεργός αγάπη χρειάζεται δουλειά κι επίμονη αυτοκυριαρχία και για μερικούς είναι ίσως-ίσως ολόκληρη επιστήμη. Μα σας προλέγω πως ακόμα και τη στιγμή που θα δείτε με φρίκη πως παρ'όλες σας οι προσπάθειες όχι μονάχα δεν πλησιάσατε τον σκοπό σας, μα αντίθετα ξεφύγατε απ' αυτόν, εκείνην ακριβώς τη στιγμή, σας το προλέγω, θα 'χετε φτάσει στο σκοπό..."

Ντοστογιέφσκυ, Αδελφοι Καραμάζοβ
 
''Μην ακουω ανοησίες για ερωτικη αιωνιοτητα. Καθε ομορφια ειναι αιωνιοτητα. Ό,τι βλεπω, ό,τι ακουω, ό,τι αγγιζω, χωμα, αερας, φως, ειναι μερος της αιωνιοτητας. Αιωνιοτητα δεν ειναι ό,τι αντεχει στο χρονο, γιατι τοτε θα’χαν τα πρωτεια οι πολυκατοικιες και οι ουρανοξυστες αλλα ό,τι σφραγιζει μια στιγμη ανεπαναληπτα. Ο ερωτικος σπασμος ειναι μια αιωνιοτητα, κι ας μην αποτυπωνεται πουθενα αυτος "

Λιλη Ζωγραφου, Επαγγελμα πορνη
 

Παρωνύμιος

Κοινωνός
“Α, η μονομαχία,” φώναξε ο κόμης. “Ένας ευχάριστος τρόπος, μα την ψυχή μου, να φτάσεις στο στόχο σου, αν τούτος ο στόχος είν΄ο γδικιωμός. Ένας άνθρωπος σού ΄κλεψε την ερωμένη, αποπλάνησε τη σύζυγό σου, ατίμασε την κόρη σου, κατάντησε όλη τη ζωή ενός πού ΄χε δικαίωμα να προσδοκά εκείνο το μερίδιο ευτυχίας που ο Θεός έχει υποσχεθεί σε κάθε ένα από τα πλάσματά του, μια ζωή μιζέριας και ατίμωσης. Και νομίζεις πως παίρνεις γδικιωμό επειδή του καρφώνεις μια σφαίρα στο κεφάλι ή του τρυπάς μ” ένα σπαθί το στήθος κείνου τ” ανθρώπου που φύτεψε την τρέλα στο μυαλό σου και την απελπισιά μες στην καρδιά σου. Κι ακόμα, θυμήσου: είναι εκείνος που συχνά βγαίνει νικητής από τούτη τη διένεξη, στα μάτια όλου του κόσμου απαλαγμένος απ΄ όλα του τα εγκλήματα. Όχι, όχι,” συνέχισε ο κόμης, “αν ήταν για μένα να πάρω εκδίκηση, δεν είναι αυτός ο τρόπος που εγώ θα την έπαιρνα.”

A. Δουμά (πατρός), Ο Κόμης του Μόντε-Κρίστο.
Μεταφρ. δικιά μου.
 

Παρωνύμιος

Κοινωνός
Εάν υποθέσομε ότι ομιλώ τις γλώσσες των ανθρώπων, ακόμη και των αγγέλων, δεν έχω όμως αγάπη, οι λόγοι μου ακούονται ως χάλκινος κώδωνας ή αλαλαγμός κυμβάλου. Και εάν έχω το χάρισμα της προφητείας και κατέχω όλα τα μυστήρια του Θεού και όλη τη γνώση, και εάν ακόμη έχω όλη την πίστη, ώστε να μετακινώ όρη, δεν έχω όμως αγάπη, δεν είμαι τίποτε. Και εάν διαθέσω τα υπάρχοντά μου στους πτωχούς, και εάν παραδώσω το σώμα μου για να καώ, δεν έχω όμως αγάπη, δεν ωφελούμαι σε τίποτε από αυτές τις θυσίες. Εκείνος ο οποίος αγαπάει είναι μακρόθυμος κι ανεκτικός, είναι καλωσυνάτος, ευργετικός και ωφέλιμος, δε ζηλοφθονεί, δεν υπερηφανεύεται, δεν φέρεται με αλαζονεία και προπέτεια, δεν πράττει άσχημα, δε ζητεί τα δικά του συμφέροντα, δε ερεθίζεται από θυμό και οργή, δε σκέπτεται ποτέ κακό κατά του πλησίον, ούτε λογαριάζει το κακό που έπαθε από αυτόν. Δεν χαίρεται όταν βλέπει να γίνεται αδικία, χαίρεται όμως όταν βλέπει την αλήθεια να επικρατεί. Η αγάπη τα πάντα ανέχεται, στα πάντα εμπιστεύεται, για πάντα ελπίζει, τα πάντα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν εκπίπτει αλλά μένει πάντοτε ισχυρή: τα χαρίσματα είτε είναι προφητείες θα καταργηθούν, είτε είναι ξένες γλώσσες θα παύσουν, είτε είναι γνώση θα καταργηθεί και αυτή. Διότι τώρα εν μέρει και όχι τέλεια γνωρίζουμε και προφητεύουμε, όταν όμως έλθει το τέλειον, τότε το μερικό και ατελές θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, ως νήπιο μιλούσα, ως νήπιο σκεπτόμουν, ως νήπιο συλλογιζόμουν. Όταν όμως έγινα άνδρας, κατήργησα πλέον εκείνα τα νηπιώδη. Διότι τώρα βλέπομε όπως σε ένα κάτοπτρο θαμπά και μας μένουν ανεξήγητα αινίγματα. Όταν όμως έλθει το τέλειο, θα ιδούμε φανερά και καθαρά, όπως πρόσωπο με πρόσωπο. Τώρα γνωρίζω μόνον ένα μέρος της αλήθειας, τότε όμως θα λάβω τόσο τέλεια γνώση, όσο με γνωρίζει ο Παντογνώστης.

Καινή Διαθήκη, από Α' επιστολὴ Παύλου "Προς τους Κορίνθιους"
 

Παρωνύμιος

Κοινωνός
Πρόσεξε αριστερή στήλη, 8η σειρά από κάτω εδώ. Στην ίδια σειρά θα δεις ότι τα dreams γράφονται dreames. Είναι η πρώτη τυπωμένη έκδοση πολλών έργων (και της Τρικυμίας) του Σαίξπηρ (1623). Στο ίδιο βιβλίο χρησιμοποιούνται τα v στη θέση των u (πχ loue αντί love) κι αντίστροφα όπως και τα i στη θέση των j. Το λεξιλόγιο, η σύνταξη και η γραμματική του Σαίξπηρ διαφέρει λίγο από τα σύγχρονα αγγλικά και οι σύγχρονοι Αγγλόπαιδες και Αμερικανόπαιδες έχουν ανάγκη μεταγλώττισης (κάτι που γίνεται και με τους σύγχρονους Ελληνόπαιδες όταν προσπαθήσουν να διαβάσουν Παπαδιαμάντη ή Κοραή ή Βιζυηνό.)

YΓ. Αυτό με τα u, v, i, j ήταν καθαρά τυπογραφική πρακτική, δηλ. μια σελίδα μπορεί να απαιτούσε πχ 40 τυπογραφικά στοιχεία u, και τα u που λείπανε τα συπλήρωναν με v. Mvλος. :)))

Iδού το ίδιο ακριβώς απόσπασμα όπως διαβάζεται στο First Folio:

Our Reuels now are ended: These our actors,
(As I foretold you) were all Spirits, and
Are melted into Ayre, into thin Ayre,
And like the baselesse fabricke of this vision
The Clowd-capt Towres, the gorgeous Pallaces,
The solemne Temples, the great Globe it selfe,
Yea, all which it inherit, shall dissolue,
And like this insubstantiall Pageant faded
Leaue not a racke behinde: we are such stuffe
As dreames are made on; and our little life
Is rounded with a sleepe:

Yπάρχουν και "χειρότερα" αγγλικά, τα περίφημα middle english. Nα μια γεύση:

Whilom, as olde stories tellen us,
Ther was a duc that highte Theseus;
Of Atthenes he was lord and governour,
And in his tyme swich a conquerour
That gretter was ther noon under the sonne.

(από το Canterbury Tales, The Knight's Tale του Chaucer.)

Ναι, αγγλικά είναι ! :))))
 
Last edited:

Παρωνύμιος

Κοινωνός



Ο Πρόσπερος αποκηρύσσει την μαγική του τέχνη:

... Εσείς, ίσκιοι του βουνού, του ποταμού, της λίμνης της στεκάμενης, και του δάσους, και σεις, που πάνω στους άμμους μ' αγνώριστο ποδοβολητό κυνηγάτε τον Ποσειδώνα ενώ τραβιέται, και που άμα γύρει πίσω σεις του φεύγετε· σεις, μικρά πνεύματα, που με το φεγγάρι μορφώνετε εκείνους τους πικροπράσινους κύκλους, που δεν τσιμπάει η προβατίνα· κ' εσείς πάλι, πού 'χετε ξεφάντωση να φτιάνετε μανιτάρια τα μεσάνυχτα, που χαίρεστε όταν βαράει το εσπερινό το σήμαντρο· με τη βοήθειά σας - κι ας είναι λίγο το το κράτος σας - εγώ σκοτάδιασα τον ήλιο μεσημεριάτικα, έκραξα έξω τους αδάμαστους ανέμους, κ' έστησα άγριο πόλεμο ανάμεσα στην πράσινη θάλασσα και τον γαλάζιο ουρανό· του κεραυνού, που σκάει με τρομακτικό βρόντο, έβαλα εγώ φωτιά, κ' έσχισα το μέγα δένδρο του Δία με το δικό του το αστροπελέκι· το στερεοθεμέλιωτο βουνό το έσεισα, κ' έσπασα σύρριζα κουκουναριές και κέδρους· μνήματα στην προσταγή μου ξύπνησαν τους πεθαμένους· άνοιξαν, και τους ελευθερώσαν, μ' αυτή τη δυνατή μου τέχνη.

Όμως....

...τούτη τη μαύρη μαγεία τώρα γω την αθετώ, και αφού διορίσω κάποια ουράνια μουσική (ολοένα το κάνω) να ενεργήσει το σκοπό μου στις αισθήσεις τους, για τον οποίο γίνεται τούτη η αέρινη μαγεία, συντρίβω το ραβδί μου, το θάβω κάποσες οργυιές μέσα στη γη, και κάτω, σε βάθη, που ποτέ δεν τα έπιασε το φτυάρι, θα βυθίσω το βιβλίο μου.


(Μια μεταγλώτισση της κακιάς ώρας της μετάφρασης του Ι. Πολυλά από μένα,
Σαίξπηρ, Η Τρικυμία, 5.1)
 
Last edited:
Τις περισσότερες ζημιές τις έπαθα στα ήσυχα νερά.
Τότε που χαλάρωνα και εμπιστευόμουν το πλεούμενό μου στον πρώτο ξέμπαρκο ναύτη που συναντούσα.
Αυτοί οι ξέμπαρκοι σουρωμένοι νάυτες που αναμάζευα και τους βάφτιζα καπεταναίους για να τους στήσω στα πόδια τους!
Αυτοί μου 'ριχναν το πλεούμενό μου στις ξέρες.
Ύστερα, όταν χρειαζόμουν χέρια για να το ξαναρίξω στο γυαλό, όταν χρειαζόμουνα βοήθεια, για να μπαλώσω τα ύφαλα, λάκιζαν και με παρατούσαν μοναχή.
Και μου 'παιρνε καιρό, κάθε φορά...
Μου 'παιρνε πολύ καιρό να κάθομαι στις ξέρες και να κάνω επισκευές.
-Πόσο κολάζεται το αδίκημα, καθυστέρησις εν πορεία;
Με ρώτησε κάποτε ένας φίλος μου. Παλιός και έμπειρος "ναυτικός" κι αυτός.
Αλήθεια. Πόσο κολάζεται; Ξέρει κανείς να μας πει;

...​

Ποτέ μου δεν αγάπησα τους θριαμβευτές. Τους τροπαιούχους.
Πάντα με φοβίζει το ποδοβολητό των καβαλάρηδων.
Αγάπησα τους μοναχικούς. Τους ορειβάτες. Τους κουρασμένους παλιάτσους.
Αγάπησα αυτούς που έχουν ένα στυφό χαμόγελο και ψάχνουν ένα ανθισμένο κλαδί, για να ενωθούν ξανά με τη ζωή.
Αυτούς που, όταν γλιστρήσουν στη λακούβα με τα λασπόνερα, γελάνε με το χάλι των ποδιών τους.
Καθόλου δε λυπάμαι που με πέταξε έξω από τη δεξίωση ο πορτιέρης, γιατί δε φορούσα το κατάλληλο ένδυμα.
Λυπάμαι μόνο που σπατάλησα πολύτιμο χρόνο, ψάχνοντας τις λάθος διευθύνσεις, που μου είχαν χώσει στην τσέπη διάφοροι επιτήδειοι.
Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ πια να φοράω κατάσαρκα το βλέμμα των ανθρώπων.

Αλκυόνη Παπαδάκη, Βαρκάρισσα της χίμαιρας.​
 

Παρωνύμιος

Κοινωνός
. . . Κι αφού [ο Ξέρξης] επιθεώρησε και τον στόλο και βγήκε στην ξηρά, προσκάλεσε τον [Λακεδαιμόνιο] Δημάρατο, το γιο του Αρίστωνα, ο οποίος τον ακολουθούσε στην εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδας. Αφού τον κάλεσε τον ρώτησε:

- Δημάρατε, θέλω να σε ρωτήσω τώρα κάποιο πράγμα· είσαι Έλληνας, και όπως άκουσα από σένα και από τους άλλους Έλληνες με τους οποίους μίλησα, είσαι από πόλη [Σπάρτη] όχι μικρή ούτε αδύναμη. Τώρα λοιπόν πες μου αν οι Έλληνες θα τολμήσουν να σηκώσουν το χέρι τους εναντίον μου· διότι, όπως βέβαια εγώ νομίζω, όλοι οι Έλληνες και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι όσοι κατοικούν προς τα δυτικά κι αν ενωθούν, δεν είναι ικανοί να μου αντισταθούν, διότι δεν είναι σύμφωνοι μεταξύ τους. Θέλω όμως ν' ακούσω κι από σένα τί νομίζεις γι' αυτούς.

Αυτά ο Ξέρξης ρωτούσε, κι ο Δημάρατος απαντώντας του είπε:

- Βασιλιά, τί προτιμάς; να σου πω την αλήθεια ή αυτό που θα σ' αρέσει;


Εκείνος τον διέταξε να πει την αλήθεια, λέγοντας ότι δεν θα τον αγαπούσε γι' αυτό λιγότερο από ότι πριν.

Αφού τ' άκουσε αυτά ο Δημάρατος, είπε:

- Βασιλιά, αφού λοιπόν με διατάζεις να σου πω όλη την αλήθεια, ώστε να μην πιαστώ ύστερα από σένα ψεύτης, μάθε ότι η φτώχια είναι πάντοτε η πιστή φίλη των Ελλήνων, και σ' αυτήν προστίθεται η αρετή που αποκτιέται με την φρονήση και τους σταθερούς νόμους. Χρησιμοποιώντας αυτήν την αρετή η Ελλάδα, υπερασπίζεται κατά της φτώχιας και της τυραννίας. Κι επαινώ βέβαια όλους τους Έλληνας που κατοικούν γύρω από τους Δωρικούς τόπους, ο σκοπός μου όμως είναι να μη σου μιλήσω για όλους αλλά μόνο για τους Σπαρτιάτες. Πρώτα πρώτα, αυτοί δεν πρόκειται να δεχθούν τους λόγους σου που είναι η υποδούλωση της Ελλάδας. Έπειτα, θα βγουν εναντίον σου σε μάχη, ακόμα κι αν όλοι άλλοι οι Έλληνες έρθουν με το μέρος σου. Όσο για τον αριθμό τους, μη ρωτάς πόσοι μπορούν να τα κάνουν αυτά, γιατί και χίλιοι αν κάνουν εκστρατεία, θα σε πολεμήσουν· και λιγότεροι ακόμα ή και περισσότεροι.


Ακούγοντας αυτά ο Ξέρξης γέλασε και είπε:

- Δημάρατε, τι λες;! Χίλιοι άνθρωποι να πολεμήσουν έναν τόσο στρατό;! Έλα, πες μου· εσύ λες ότι υπήρξες βασιλιάς αυτών των ανθρώπων· δέχεσαι λοιπόν τώρα αμέσως να πολεμήσεις με... δέκα;! Γιατί αν οι πολίτες σας είναι τέτοιοι όπως τους περιγράφεις, εσύ ο βασιλιάς τους θα πρέπει να αντιτάσσεται κατά διπλάσιου αριθμού αντιπάλων, σύμφωνα με τους νόμους σας· ώστε, αν καθένας απ' αυτούς είναι άξιος να πολεμήσει με δέκα από τους δικούς μου στρατιώτες, κρίνω ότι εσύ πρέπει να είσαι άξιος να πολεμήσεις με είκοσι, και τότε μπορεί και να είναι ορθά τα λόγια σου. Αλλ' αν είστε όλοι του ίδιου αναστήματος όπως εσύ και οι άλλοι Έλληνες με τους οποίους μίλησα, τότε καυχιέσαι. Πρόσεξε λοιπόν μήπως όσα λες είναι κομπορρημοσύνη. Ας εξετάστουμε το πιο πιθανό· χίλιοι ή και δέκα χιλιάδες ή και πενήντα χιλιάδες, όλοι ελεύθεροι και ίσοι, που δεν υποτάσσονται σε ένα μόνον αρχηγό, πώς είναι δυνατόν να αντισταθούν σε τόσο πολύ στρατό; Θα είμαστε τουλάχιστον χίλιοι προς έναν, εάν εκείνοι αντιτάξουν πέντε χιλιάδες. Επιπλέον, οι δικοί μας στρατιώτες, σύμφωνα με τους δικούς μας νόμους, κατά τους ημετέρους νόμους, καθώς διοικούνται από έναν μόνο, θα αποδεικνύονταν, από φόβο, γενναιότεροι από όσο είναι το φυσικό τους· μαστιγώνοντάς τους, θα μπορούσαν να ορμήσουν και κατά περισσότερων.

Οι δικοί σας όμως, αφημένοι χύμ... εεε...ελεύθεροι, δεν είναι δυνατόν να πράξουν τίποτ' απ' όλ' αυτά. Νομίζω λοιπόν ότι και ισάριθμοι αν ήσαν οι Έλληνες, δύσκολα θα μπορούσαν να πολεμήσουν με τους Πέρσες μόνο. Αυτό που λες, βρίσκεται σε μας, όχι μεταξύ του πλήθους, αλλά μεταξύ των λογάδων ανδρών· διότι έχω γύρω μου φύλακες Πέρσες που δεν θα δίσταζαν να πολεμήσουν ταυτόχρονα με τρεις Έλληνες συγχρόνως. Επειδή όμως δεν τους δοκίμασες, λες πολλές φλυαρίες.


Σ' αυτά ο Δημάρατος είπε:

- Βασιλιά, απ' την αρχή ήξερα ότι η αλήθεια δεν θα σου ήταν αρεστή, επειδή όμως μ' ανάγκασες πω λόγια πέρα για πέρα αληθινά, σου είπα αυτά που ταιριάζουν στους Σπαρτιάτες. Μολονότι το πόσο τους αγαπώ το ξέρεις πολύ καλά, διότι αυτοί αφού μου αφαίρεσαν την τιμή και τα πατρικά μου δικαιώματα με κατέστησαν φυγά και δίχως πόλη, ο πατέρας σου με δέχθηκε και μού 'δωσε κατοικία και πλούτη. Και δεν είναι πρέπον ο φρόνιμος άνθρωπος να ξεχνά εκείνους που του έδειξαν εύνοια αλλά να τους αγαπά μ' ευγνωμοσύνη. Δεν καυχιέμαι ότι μπορώ να πολεμήσω με δέκα ανθρώπους ούτε με δύο, κι εκούσια δεν θά 'θελα να πολεμήσω ούτε μ' έναν. Αν όμως ήταν ανάγκη ή αν επρόκειτο να κερδίσω κάποιο μεγάλο βραβείο, ευχαρίστως θα αγωνιζόμουν με έναν από αυτούς τους άντρες που λες ότι είναι άξιοι όσο τρεις Έλληνες. Οι Λακεδαιμόνιοι πολεμώντας ένας προς έναν, δεν είναι κατώτεροι κανενός· πολεμώντας όμως πολλοί μαζί, είναι οι πιο ανδρείοι από όλους τους ανθρώπους, καθότι όσο χύμ... εεεε ελεύθεροι κι αν είναι, δεν έχουν απεριόριστη ελευθερία, αλλά υπακούουν σε ένανμόνο ηγέτη, τον νόμο, που τον φοβούνται πολύ περισσότερο από όσοι οι δικοί σου φοβούνται εσένα. Εκτελούν ό,τι εκείνος τους προστάζει και τους προστάζει πάντα το ίδιο, και δεν τους συγχωρεί αν εγκαταλείψουν τη μάχη, όσο μεγάλο κι αν είναι το πλήθος των αντιπάλων, αλλά μένοντας στη θέση τους, ή θα νικήσουν ή θα πεθάνουν. Αν λέγοντάς σου αυτά σου φαίνομαι φλύαρος, από δω και στο εξής θα σιωπώ· τώρα όμως μίλησα επειδή μ' ανάγκασες. Σου εύχομαι, βασιλιά, να γίνουν τα πράγματα όπως τα επιθυμείς.




Και δεν έγιναν.


(μια κακοποιημένη από μένα νεοελληνική απόδοση της μετάφρασης του Α. Σκαλίδη, 1875,
Ιστορίαι Ηροδότου, 7, §101-104)
 

Γιωργος Τ

Κοινωνός
"Λένε ότι ο μακρύτερος δρόμος είναι αυτός που συνδέει το μυαλό με την καρδιά. Ή, αλλιώς, ότι είναι μεν δύσκολο να ξέρεις τι νιώθεις, αλλά είναι απείρως δυσκολότερο να νιώθεις αυτό που ξέρεις."

Ελεονώρα Σουρλάγκα, πάσΠορτ, Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
 

Πεταλούδα

Θαλασσογέννητη Ελπίδα των Ηλιόμορφων Ονείρων
Προσωπικό λέσχης
"Λένε ότι ο μακρύτερος δρόμος είναι αυτός που συνδέει το μυαλό με την καρδιά. Ή, αλλιώς, ότι είναι μεν δύσκολο να ξέρεις τι νιώθεις, αλλά είναι απείρως δυσκολότερο να νιώθεις αυτό που ξέρεις."
Πολύ ωραίο, Γιώργο!! Και πιστεύω ότι θα ταίριαζε καλύτερα στα αποφθέγματα΄αυτές οι λίγες λέξεις λένε τόσα πολλά..
 

Παρωνύμιος

Κοινωνός
O ήρωας μας ενηλικιώνεται απότομα, όταν μια δασκάλα απομακρύνει από το θρανίο του στο σχολείο το φίλο του, ένα πλουσιόπαιδο, σε άλλη θέση:

Ο Μέλιος απ' τη θέση του έμεινε στην αρχή άφωνος. Ύστερα, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει... Κάποιοι άνθρωποι, που δεν ήξερε ποιοι, ούτε για ποιο λόγο, σκάβανε ανάμεσα απ' τους ανθρώπους χαντάκια, σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε; Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ' αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θέση του, που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα, ποιος ήταν αυτός που μοίραζε τις θέσεις;... Μήπως ο Θεός; Μα οι μεγάλοι, εξόν απ' τ' άλλα τα κακά που κάνανε, κάνανε και τούτο: Φκιάξανε το Θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε Θεός για παιδιά.
Τού 'ρθε να ξεφωνίσει. Να ξεφωνίσει την αδικία. Ύστερα έσφιξε τα χέρια του. Και τότε, για πρώτη φορά, ανακάλυψε ότι η μόνη δύναμη που μπορούσε να στηρίζεται ήταν μες στα χέρια του. Ήταν ο εαυτός του. Ο μικρός φτωχός εαυτός του. Κανένας άλλος.


Μ. Λουντέμη, Ένα παιδί μετράει τ' άστρα, κεφ. 10ο.
 

Παρωνύμιος

Κοινωνός
O γιατρός Τζον Ουάτσον, απορροφημένος με μια περίεργη υπόθεση δολοφονίας, μόνος, χωρίς τον διάσημο φίλο του ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς που όλος ο κόσμος ήξερε νεκρό, μας αφηγείται . . .

...Την ίδια στιγμή έπεσα πάνω σ' έναν ηλικιωμένο, κακοσουλούπωτο άντρα που βρισκόταν ακριβώς πίσω μου, και του έριξα, άθελά μου, τα βιβλία που κρατούσε. Καθώς τον βοηθούσα να τα μαζέψει, θυμάμαι πως πρόσεξα τον τίτλο ενός από αυτά, "Η Προέλευση της Λατρείας των Δέντρων", και σκέφτηκα πως μάλλον θα ήταν κανένας δυστυχής βιβλιόφιλος, που, είτε για εμπόριο είτε για χόμπι, ήταν συλλέκτης παράξενων βιβλίων. Έσπευσα να απολογηθώ για το ατύχημα, αλλά ήταν φανερό πως τα βιβλία που τόσο απρόσεχτα είχα ρίξει κάτω, είχαν ιδιαίτερη αξία για τον ιδιοκτήτη τους. Με ένα μουγκρητό δυσαρέσκειας γύρισε από την άλλη, και είδα την καμπουριαστή του πλάτη και τις άσπρες φαβορίτες να χάνονται μέσα στο πλήθος.

(...)​

Δεν ήμουν ούτε πέντε λεπτά στο γραφείο μου όταν μπήκε η υπηρέτρια και μου είπε ότι κάποιος ζητούσε να με δει. Έκπληκτος διαπίστωσα πως δεν ήταν άλλος από τον ηλικιωμένο συλλέκτη βιβλίων. Στεκόταν εκεί κρατώντας καμιά δεκαριά βιβλία στο δεξί του χέρι. Το ζαρωμένο πρόσωπο που ξεπρόβαλλε μέσα από τα άσπρα του μαλλιά ήταν στραμένο προς το μέρος μου.

"Παραξενεύεστε που με βλέπετε, κύριε" είπε με τη βραχνή φωνή του.

"Πράγματι" αποκρίθηκα.

"Το είχα βάρος στη συνείδησή μου, κύριε, και όταν σας είδα να μπαίνετε σ' αυτό το σπίτι, κι αφού βρισκόμουν μερικά βήματα πιο πίσω, σκέφτηκα, ας μπω μέσα να δω αυτόν τον ευγενικό κύριο και να του εξηγήσω πως αν ο τρόπος μου ήταν κάπως απότομος, δεν ήταν από κακή πρόθεση και ότι του είμαι υπόχρεος που μου μάζεψε τα βιβλία μου".

"Δεν ήταν ανάγκη" είπα. "Μπορώ να ρωτήσω πώς ξέρατε ποιος είμαι;"

"Τυχαίνει να είμαι γείτονάς σας, κύριε. Έχω το βιβλιοπωλείο στη γωνία της Τσερτς Στριτ, και χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω. Ίσως να είστε κι εσείς συλλέκτης βιβλίων. Έχω εδώ τα "Βρετανικά Πουλιά", τον "Κάτουλλο" και τον "Ιερό Πόλεμο", όλα σε τιμή ευκαιρίας. Με πέντε βιβλία θα μπορούσατε να καλύψετε εκείνο το κενό στο δεύτερο ράφι. Δεν νομίζετε πως αυτό το σημείο της βιβλιοθήκης σας δείχνει κάπως παρατημένο;"

Γύρισα το κεφάλι μου κι έριξα μια ματιά στο ράφι. Όταν ξαναγύρισα, αντίκρισα τον Σέρλοκ Χολμς να στέκεται μπροστά μου χαμογελώντας. Τον κοίταξα για μερικά δευτερόλεπτα κατάπληκτος κι έπειτα πρέπει να λιποθύμισα για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου. Μια γκρίζα ομίχλη σκέπασε τα μάτια μου, κι όταν συνήρθα βρήκα το γιακά του πουκαμίσου μου ξεκούμπωτο κι ένιωσα μια γεύση από μπράντι στα χείλη μου. Ο Χολμς ήταν σκυμμένος από πάνω μου, κρατώντας ένα μπουκαλάκι με ποτό...


Σερ Α.Κ. Ντόιλ, Η Επιστροφή του Σέρλοκ Χολμς, Η Περιπέτεια του Άδειου Σπιτιού. (μτφρ. Ασημίνα Μητσομπόνου)


αντίκρισα τον Σέρλοκ Χολμς να στέκεται μπροστά μου χαμογελώντας
 
Last edited:
Top