Απορία για το «ακούω» + γενική

Σαλάτας

Κοινωνός
Το "ακούω", γιατί μετά έπαιρνε γενική?
["Άκουσόν μου", "άκουε του διδασκάλου" (όπως έχει για παράδειγμα στο Wiktionary), κ.λπ.]

Τώρα θα έπρεπε να γίνεται το ίδιο?
("Άκουσέ μου που σού λέω", κ.λπ.)
 

Βιστέρια

Κοινωνός
Στα αρχαία τα ρήματα αίσθησης και αντίληψης συντάσσονται με γενική (εξαίρεση αποτελεί το ορω που συντάσσεται με αιτιατική). Συγκεκριμένα το ακουω, το αισθάνομαι, το πυνθάνομαι συντάσσονται είτε με γενική ( όταν δηλώνουν άμεση αντίληψη, άρα το ακουω μεταφράζεται ακούω ο ίδιος) είτε με αιτιατική (για έμμεση αντίληψη, ακούω από άλλους). Δεν θα αναφερθώ σε μετοχές και απαρέμφατα γιατί δεν νομίζω ότι χρειάζεται τωρα. Εδώ σταματάνε οι γνώσεις μου. Λογικά θα σου δώσει κάποιος άλλος καλύτερη απάντηση...:))))
 
Last edited:

Αντέρωτας

Ξωτικό του Φωτός
Προσωπικό λέσχης
Θα συμπληρωσω οτι στη ΝΕ πλεον, σχεδον ολα τα ρηματα εχουν αντικειμενο σε αιτιατικη. Μονο ελαχιστα ρηματα και καποιες παγιωμενες εκφρασεις εχουν την παλια συνταξη ("δραττομαι της ευκαιρίας").
 

Αζαθοθ

Κοινωνός
(περί ΝΕ) Αν όχι όλα, τα περισσότερα ρήματα που έχουν απομείνει τα οποία συντάσσονται με γενική, την αντικαθιστούν με εμπρόθετο αντικείμενο με τις προθέσεις από/σε/με συν αιτιατική (αν και τα συναντούμε και με αντικείμενο σε γενική πτώση).

Παραδείγματος χάριν:
Μοιάζω του αδερφού μου, και επωφελούμενος της σχέσης μας, ξεφεύγω των παθών μου.
Μοιάζω με τον/στον αδερφό μου, και επωφελούμενος από τη σχέση μας, ξεφεύγω από τα πάθη μου.

Υπάρχουν βέβαια και ρήματα όπως το τυγχάνω, επιζώ, προπορεύομαι, προϋπάρχω, υπερτερώ, καθώς κι αρκετά ακόμη, που φορούν ιδανικότερα τη γενική πτώση.
 
Last edited:
Top