Ηλίας Βροχίδης : “27 πανσέληνοι στην Ανατολή”



Τίτλος : 27 πανσέληνοι στην Ανατολή
Συγγραφέας : Ηλίας Βροχίδης
Εκδόσεις : Όραμα
Έτος έκδοσης : 2011
Διαστάσεις : 21χ14
Αριθμός σελίδων : 352
ISBN : 978-960-448-691-5


Ένα οδοιπορικό 2 χρόνων και 2,5 μηνών σε 14 ασιατικές χώρες με μια μοτοσικλέτα.

Δεν ήξερα πώς ν' αρχίσω. Αλήθεια, καθόμουν εδώ και ώρα, καπνίζοντας και κοιτώντας τα πλήκτρα· πολλές φορές λέμε πάνω στην κουβέντα πως, η μουσική μας ταξιδεύει, μας παίρνει μακριά πολύ μακριά, η ψυχή πετάει σε απάτητα μέρη που ποτέ δεν θα μπορέσει η σάρκα να νιώσει όλη την ομορφιά της ζωής, να σε χαστουκίζει η καυτή άμμος στο μάγουλο, η σκιά της όασης που μέχρι πριν λίγα μέτρα ήταν μόνο στη φαντασία σου. Να κάθεσαι αναπαυτικά στη ρουτίνα σου και σε μια στιγμή να χάνονται όλα, να πετάς μακριά. Από τον Ηλία άκουσα για πρώτη φορά τη μαγική κουβέντα: -Να είσαι ταξιδευτής, όχι ταξιδιώτης. Αυτό είναι το πρώτο και το σημαντικότερο βήμα.
Πολλοί έχουμε ταξιδέψει, πολλοί έχουμε δει κάτι διαφορετικό, ακόμα περισσότεροι έχουμε ονειρευτεί ταξίδια που τα μεταθέτουμε για μετά· αυτό το «μετά» πολλές φορές με τσακίζει σαν κλαράκι, «Γιατί μετά ρε γαμώτο, γιατί σήμερα δεν μπορώ να ονειρευτώ;», η όλη δυσκολία είναι πως ξεχάσαμε να ζούμε, ξεχάσαμε να αναπνέουμε, κάπου μας παρατήσαμε μόνους και πολλούς.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα παιδικό όνειρο, ένα ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ. Όλα όσα καταγράφονται μέσα σε αυτό είναι από το προσωπικό ημερολόγιο του ταξιδευτή Ηλία, το οποίο και έγραφε κάθε βράδυ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Είναι η αληθινή καταγραφή ενός ονείρου, εμπειρίες, χρώματα, ακούσματα, αρώματα πολιτισμών, ανθρώπων με διαφορετικό τρόπο και ποιότητα ζωής. Το ταξίδι ξεκίνησε στις 14 Απριλίου του 2007από τη Θεσσαλονίκη, μόνος, επάνω στην ταπεινή, μικρή του μοτοσικλέτα Honda XR 250S. Αρχικά είχε σχέδιο για να περιηγηθεί για δέκα μήνες σε τέσσερις χώρες: Τουρκία, Ιράν, Πακιστάν και Ινδία. Τα σχέδια άλλαζαν όπως τα αμέτρητα χιλιόμετρα της ψυχής του και η πορεία ήταν ακόμη μεγαλύτερη, πάντα το ήξερε, τα χιλιόμετρα δεν σταματούν ποτέ. Η κατάληξη ήταν να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από δύο χρόνια και δυόμιση μήνες, έχοντας διαβεί δεκατέσσερις χώρες: Τουρκία, Ιράν, Πακιστάν, Ινδία, Νεπάλ, Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, Κυργιζστάν, Καζακστάν, Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία, Αρμενία και Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογο, «στις 14 Απριλίου του 2007 ήταν η μέρα που δραπέτευσα από το χρυσό κλουβί μου».
Τα όνειρα δεν είναι για τους λίγους και πλούσιους, πριν το ταξίδι, σπούδασε, δούλευε, δούλευε σκληρά, παράλληλα μάθαινε την αγαπημένη του μοτοσικλέτα, αντλούσε γνώσεις για καθετί, μα πάνω απ' όλα ήξερε καλά πως η ζωή είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε, δεν την πετάμε, δεν την ξεφτιλίζουμε σαν άσχημη κι ασήμαντη.
Η ιστορία του βιβλίου δεν απευθύνεται σε τρελούς μοτοσικλετιστές (όχι μόνο...), μπορεί να ήταν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι του ταξιδιού του η μοτοσικλέτα, κι όμως απευθύνεται σε όλους.
Εγώ θα έλεγα μόνο ένα: -Εσύ, ναι εσύ, μέχρι πού μπορείς να φτάσεις;
Οι άνθρωποι, η φύση, οι πόλεις, τα μικροσκοπικά χωριά, το τίποτα, όλα· τα νέα μονοπάτια που χαράσσεις, να είσαι για καιρό ανεξάρτητος, να μπορείς να επιβιώσεις στηριζόμενος μόνο στον εαυτό σου, λιγοστά εφόδια, εργαλεία, βασικές γνώσεις για όλα όσα συναντήσεις για πρώτη φορά, προγραμματισμένες δόσεις τροφής και νερού, ελάχιστα ρούχα (ένα για κάθε εποχή) / πώς θα σας φαινόταν το ίδιο παντελόνι για οχτακόσιες έξι συνεχόμενες μέρες;

Η επιστροφή ήταν στις 27 Ιουνίου του 2009, η προσαρμογή ήταν δύσκολη τις πρώτες μέρες, τα μάτια που δεν χόρτασαν ποτέ τις εικόνες.
Προσωπικά το βιβλίο το λάτρεψα, όπως λάτρεψα τον άνθρωπο Ηλία, μία ιστορία που σε ταξιδεύει τόσο σεμνά, τόσο υπέροχα.
Μέσα στις σελίδες του θα δει ο αναγνώστης πολλά· θα δει ένα κομμάτι του εαυτού του, την Ασία μέσα από το βλέμμα του ταξιδευτή, χώρες, πολιτισμούς, μικρές ανθρώπινες ιστορίες μέσα από το πέρασμα του μοτοσικλετιστή και όχι μόνο. Θα δει το υπέροχο ξετύλιγμα του ημερολογίου του, στις τελευταίες σελίδες θα δει τις ερωτήσεις που δεχόταν όταν πλέον επέστρεψε στη χώρα, «Μα καλά, πώς τα κατάφερες; Πώς ζούσες; Κινδύνεψες; Γιατί μόνος; Μετά;»
Οι ακόμα πιο τελευταίες σελίδες έχουν υπέροχες φωτογραφίες, “εικόνες ανθρώπων, εικόνες ψυχής”, μα η καλύτερη εικόνα είναι στην τελευταία από τις τελευταίες σελίδες, μία εικόνα ζωγραφισμένη με 3 λέξεις:

«Το ταξίδι συνεχίζεται...»



Σημ. Το βιβλίο το προτείνω ανεπιφύλακτα. Τον Ηλία τον έβλεπα μέσα από μικρές συνεντεύξεις, από ολιγόλεπτα βιντεάκια και μέσα από τις υπέροχες λέξεις του, όταν μίλησα για λίγο μαζί του κατάλαβα, κατάλαβα πόσο μικρούλης είμαι και πόσο θέλω να με βρω ξανά.
Τώρα όπως καταλάβατε λείπει απ' την πατρίδα...είναι μαζί με την αγαπημένη του στην Αφρική. Η ιστοσελίδα του είναι εδώ, μπορείτε να δείτε πολλά, ακόμα και “ζωντανά”, «Πού είσαι ρε Ηλία, χάθηκες!»
 
Μακάρι να είναι τόσο καλό όσο φαίνεται.... πόσο μου έλειψε να διαβάσω για ένα τέτοιο ταξίδι, μέσα από τα μάτια ενός Ελληνα συγγραφέα.
 
Καλησπέρα αγαπητέ Μονόκερε.
Το βιβλίο δεν είναι λογοτεχνικό ταξίδι, δεν ψάχνει λογοτεχνικά βραβεία, θα έλεγα πως είναι ένα ημερολόγιο ενός υπέροχου ανθρώπου, ενός φίλου που πάντα θα θέλαμε.
 
Είδα τον υπερσύνδεσμο φίλε Στρατή, το πρόσωπο φαίνεται εξαιρετική μορφή και μου αρέσει που η όλη κίνηση γίνεται μ' ένα εντουράκι κι όχι με καμιά, ψαγμένη, ακριβοπληρωμένη, τσοπερο-ον-οφφ. Στα λίγα που γράφονται στον υπερσύνδεσμο, φαίνεται πως δεν έχει το στοιχείο του "Εγω" και του "Δείτε με" (που πολύ συχνά εμφανίζεται σε τέτοιες διηγήσεις) κι αυτό μου αρέσει πολύ :)
 
Top