Μαντινάδες

Μαντινάδες

Οι Μαντινάδες είναι η πιο συνηθισμένη μορφή λαϊκού τραγουδιού και αποτελούν ποιητικό είδος διαδεδομένο σε ολόκληρη την Κρήτη. Η Κρητική μαντινάδα είναι δίστιχο με δεκαπεντασύλλαβους και ομοιοκατάληκτους στίχους στην διάλεκτο της Κρήτης. Κάθε μαντινάδα έχει αυτοτελές νόημα παρά την περιορισμένη έκταση της. Υπάρχουν ωστόσο και οι μαντινάδες που λέγονται σε απάντηση άλλης μαντινάδας. Στην περίπτωση αυτή η μια συμπληρώνει την άλλη και δεν ισχύει ο κανόνας του αυτοτελούς νοήματος.
Η μαντινάδα είναι ο ξεχωριστός τρόπος με τον οποίο οι νέοι, οι γέροι και τα παιδιά της Κρήτης έχουν τη δυνατότητα να εκφράζουν κάθε στιγμή τη πληθώρα και τη διαφορετικότητα των συναισθημάτων τους, τον πόνο, τη χαρά, την προσμονή, τη λαχτάρα, τον έρωτα, τον θυμό, την εκδίκηση, τη νοσταλγία. Έχουν ειπωθεί και συνεχίζουν να λέγονται χιλιάδες μαντινάδες για κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης ζωής.
Οι περισσότερες αφορούν την αγάπη και τον έρωτα αλλά δεν λείπουν οι σατυρικές, της ξενιτιάς, διδακτικές, πειρακτικές, του αρραβώνα και του γάμου, μα και οι πικάντικες.
Οι μαντινάδες λέγονται σε γλέντια με τη συνοδεία της λύρας, ή χωρίς όργανα σε παρέες, στο καφενείο, σε καθημερινές συζητήσεις. Οι περισσότερες σπάνια γράφονται σε κάποιο τετράδιο, και ακόμα λιγότερες τυπώνονται σε κάποιο βιβλίο. Πολλές λέγονται και ξεχνιούνται, αλλά οι καλύτερες αποστηθίζονται και περνούν από στόμα σε στόμα, δεν γνωρίζουν αυτόν που την έγραψε.

Σ’ αυτό λοιπόν το δίστιχο συνήθως κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία όπως λέω παραπάνω, με αρχή και τέλος. Από τις εκατοντάδες μαντινάδες που έχω γράψει από τα δεκατέσσερα μου χρόνια είναι και οι παρακάτω που αν και έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια, τις έχω διαβάσει σε πολλές ηλεκτρονικές διευθύνσεις.

Δε σου ζητώ να μ’ αγαπάς η αγάπη δεν ζητιέται,
γιατί’ ναι αίσθημα κι’ αυτό που μόνο του γεννιέται.

Στσ’ ασκορδαλούς τα ξόδεψα τα μπαρουτάσκαγά μου
και δα θωρώ τσι πέρδικες και καίγεται η καρδιά μου.

Μου λες πως θέλεις την καρδιά, που μού ΄δωσες οπίσω,
μα δε γνωρίζω μάτια μου, ποιά ΄ναι να σου γυρίσω.
Γιατί την ανακάτεψα, με τη δική μου τόσο,
δεν ξέρω τώρα ποια απ’ τις δυό, θα πρέπει να σου δώσω.

Χωρίσαμε και πέρασε, της μοναξιάς ο χρόνος
μάτια μου είναι αβάσταχτος, της λησμονιάς ο πόνος.

Μου έλειψες μάτια μου πολύ, χορτάριασε το χώμα
τα δάκρυα μου έκαναν, την άνοιξη χειμώνα.

Φεγγάρι μου ολόγιομο, γύρνα πίκρες να σβήσεις
και της αγάπης σου το φως, απόψε να σκορπίσεις.

Γύρισε αγάπη μου γλυκιά, οι στεναγμοί με πνίγουν
κι’ οι πόνοι που μου άφησες, να γιατρευτούν να φύγουν.

Χαμόγελο μου όμορφο, πείσματα μη μου κάνεις
γύρισε αγάπη μου το φως, του ήλιου να ζεστάνεις.

Είναι ένα όνειρο η ζωή, μιας νύχτας που τελειώνει,
εν’ αγιοκέρι προσευχής, που άναψες και λιώνει…

Ήταν πρωί και μέθυσα απ’ τ’ άρωμα τ’ Απρίλη,
μ’ αυτό ξεθύμανε νωρίς και βρέθηκα στο δείλι.

Μπερδεύτηκα με μια ρακή και χάθηκα στο χρόνο,
φαίνεται παραστράτησα και πήρα λάθος δρόμο.

Βιάστηκα και προσπέρασα και σ’ άφησα ξωπίσω,
δεν έχει ο χρόνος όπισθεν μάτια μου να γυρίσω.

Δεν θέλει ξόρκια ο έρωτας μα πράξη της ουσίας
Δεν είναι θέμα επιβολής ούτε κυριαρχίας.

Δεν θέλει βιάση ο καφές, να γίνει με καϊμάκι
Να το νε πιεις αργά, αργά, με τέμπο και μεράκι.

Έτσι κι’ η έμπειρη γυνή, τα πόδια σαν ανοίξει
θέλει το μάστορα παλιό, να ξέρει που να ρίξει.

……………

Επίσης θέλω αν δεν σας κουράζω και αν επιτρέπεται εδώ, να σας διηγηθώ μια δραματική προσωπική μου ιστορία που αφορά τις δικές μου μαντινάδες.

Έγραφα και ξανάγραφα που λέτε μαντινάδες για τα νιάτα της εποχής εκείνης, για τις καντάδες τους και τους χορούς στα καφενεία του χωριού στις γιορτές.
Οι παραγγελίες ήταν πολλές, ο κάθε ένας νεαρός ήθελε και μια που να ταιριάζει στη δική του περίπτωση κι’ εγώ χατίρι δεν χαλούσα, εξ’ άλλου το χόμπι μου έκανα, να γράφω δηλαδή μαντινάδες.
Οι μαντινάδες μου ήταν γνωστές γιατί ένας παράνομος τότε ραδιοσταθμός τις δικές μου μαντινάδες είχε στο πρόγραμμα του τα βράδια..

Θα πρέπει να ήμουνα δέκα έξι χρόνων περίπου. Στο σταθμό λεωφορείων της πόλις όπου είχα κατέβει για να αγοράσω το πρώτο μου μακρύ παντελόνι, περίμενα να έρθει η ώρα για την αναχώρηση του.
Κάποιος μικροπωλητής πούλαγε διάφορα μικροπράγματα μα και μαντινάδες τις οποίες μάλιστα διαφήμιζε. Ήταν θυμάμαι ένα πολύχρωμο μεγάλο χαρτί που διπλωνόταν σε πολλά μέρη έτσι που να καταλήγει σε ένα μικρό βιβλιαράκι. Ας αγοράσω ένα είπα μέσα μου από το λιγοστό μου χαρτζιλίκι, είμαι περίεργος να δω πως άλλοι γράφουν μαντινάδες.

Φαντάζεστε την έκπληξη μου! Τις δικές μου μαντινάδες πουλούσαν.
Έκλαψα τότε πολύ, τα χέρια μου γέμισαν δάκρυα, ήταν σαν να έκλεψαν την ίδια την ψυχή μου…
 
Πριν μια βδομάδα που ήμουν στα Χανιά μιλούσα μ' έναν γερούλη και μου είπε κάποιες μαντινάδες για τη λεβεντιά. Αυτές οι δυο μου έμειναν:

Δε τα λυγίζω τα φτερά στη μπόρα, κι ας πλαντάξω
ποτέ μου δεν εδιάλεξα καιρό για να πετάξω

Και μάλιστα έβρεχε εκείνη τη μέρα καταρρακτωδώς, είχα βγει μόνη μου, είχα γίνει παπί και ταίριαζε γάντι. :ρ
Και η άλλη:

Δε λογαριάζει ο αετός τ' άλλα παραπετάρια*,
όσο ψηλά και αν πετούν, δεν του χαλούν τα χνάρια.

*παραπετάρια ( ; ) δεν θυμάμαι σίγουρα αν ήταν αυτή η λέξη, κάπως έτσι έμοιαζε, πάντως σήμαινε τα μικρότερα απ' τον αετό πουλιά

Ωραία η ιστορία σου Ιχνηλάτη και οι μαντινάδες σου... :)
 
Ήμουν, δε θα ΄μουν 10 χρονών όταν ζούσε ακόμη στο χωριό μου ο Βαγγέλης. Έπασχε από σχιζοφρένεια από τη χρονιά, λένε, που πέθανε η αρραβωνιαστικιά του. Ο Βαγγέλης ήταν ο καλλίτερος μαντιναδολόγος του χωριού. Μετά το θάνατο της κοπέλας του δεν είχε πει ούτε μια μαντινάδα για 15 χρόνια. Ένα βράδυ βρέθηκε σε μια παρέα, ήμουν και εγώ παρών, και τον πίεζαν οι υπόλοιποι να πει έστω μια μαντινάδα. Αρνιόταν πεισματικά, αλλά στο τέλος υπέκυψε και είπε:

Φεγγάρι απού σε στα ψηλά
κι αν κατεβείς στον Άδη,
πες τση πως δεν εχάρηκα
άλλης γυναίκας χάδι.

Ένα χρόνο μετά πέθανε στο ψυχιατρείο της Σούδας.
 
Last edited:
Top