Μελοποιημένη ποίηση

Καλησπέρα!
Είδα τις δημοσιεύσεις και νομίζω, χωρίς να είμαι 100% σίγουρη, ότι ξέφυγαν 2 άσημα, αλλά αξιόλογα μελοποιημένα ποιήματα από τις παραθέσεις σας. :ντροπή:

Απληστία
Στίχοι: Ντίνος Χριστιανόπουλος
Μουσική: Κωνσταντίνος Μπουντούνης

Όλο και πιο πολλά γυρεύω,
όλο και πιο πολλά ζητώ,
με τίποτα πια δε χορταίνω,
μα πού θα πάει, Θεέ μου, αυτό.

Η θάλασσα είναι δικιά μου
κα έχω λυσσάξει για νερό,
με τίποτα δεν ξεδιψάω,
μα πού θα πάει, Θεέ μου, αυτό.

Ο έρωτας πια δε μου φτάνει
κι η απληστία είναι χτικιό,
το λάδι στη φωτιά δε σβήνει,
μα πού θα πάει , Θεέ μου, αυτό.
https://www.youtube.com/watch?v=NSDHT_dTyz4
____________________________
Ἑκάτης πάθη
Ποίηση : Ναπολέων Λαπαθιώτης
Μελοποίηση : Xαρίλαος Τρουβάς

...Ἀπόψε πρόβαλε γυμνή, σὰ τέρας, ἡ Σελήνη
κι ἄβυσσος πόθου τὴ δονεῖ:
τὴν εἶδαν ὅλοι ἀπὸ νωρίς, τὶς πόρπες της νὰ λύνει,
σὰ νὰ διψοῦσεν ἡδονή...

Τί νά ῾δε ξάφνου ῾δῶ στὴ γῆ καὶ τόσο τὸ λυμπίστη
πού ῾χουν μὲ πάθος κρεμαστεῖ,
σὰ νά ῾θελαν νὰ λυτρωθοῦν, ἀπ᾿ τὴ παλιὰ τὴν πίστη
κι οἱ δυό της οἱ νεκροὶ μαστοί;

Παρθένα, στείρα καὶ βουβή, ὅμοια μὲ σαλαμάντρα,
στὰ βάθια βράδυα τ᾿ ἀττικά.
πῶς ἔτσι, ἀπόψε, φρένιασε νὰ σμίξει τρελὰ μ᾿ ἄντρα
καὶ φλογερὰ κι ἐκστατικά;

...Τί κι ἂν ἡ νύχτα γέρν᾿ ἀργά, μέσ᾿ τὰ πυκνὰ ἐρέβη
κι ἀλλόκοτα μεθοῦν οἱ ἀνθοί;
Στὴ δύση, ῾κείνη μοναχή, ποὺ κείτεται καὶ ρεύει,
ζητεῖ τοῦ κάκου νὰ εὐφρανθεῖ...
https://www.youtube.com/watch?v=UpZD9SS8h8Y
 

Διατσέντα

Λαίδη Βιβλιοδέτρα

Το Τροπάριο της Κασσιανής. Απόδοση στην καθομιλούμενη από τον Φώτη Κόντογλου.

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά
πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:
Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,
η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.

Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.

Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε,
από το φόβο της κρύφτηκε.

Των αμαρτιών μου τα πλήθη
και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,
ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,
εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.
 
Last edited by a moderator:
Η Σαντάκο Σασάκι ήταν δύο χρονών όταν έπεσε η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα και 9 χρόνια αργότερα προσβήθηκε από λευχαιμία.
Σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση, αν κάποιος κάνει μια ευχή και μετά φτιάξει 1.000 tsuru (ένα σχέδιο Οριγκάμι που στα ιαπωνικά σημαίνει γερανός), η ευχή του θα γίνει πραγματικότητα. Η μικρή ξεκίνησε να φτιάχνει γερανούς αλλά δεν τα κατάφερε, πέθανε στις 25 Οκτωβρίου του 1955. Έφτιαξε 644 γερανούς πριν η υγεία της επιδεινωθεί. Μετά το θάνατό της τα παιδιά της Χιροσίμα μάζεψαν χρήματα και το 1958 στήθηκε το άγαλμα της Σαντάκο που κρατάει στα χέρια της ένα γερανό, στη μνήμη των μικρών φίλων τους που χάθηκαν στέλνοντας ένα μήνυμα στον κόσμο για την πολυπόθητη ειρήνη.

Αυτό το άγαλμα είδε, λοιπόν, ο Ρασούλ Γκαμζάτοφ κι έγραψε το ποίημα Zhuravli (Γερανοί) για τους αμέτρητους νεκρούς στρατιώτες της Ρωσίας στους δυο απανωτούς παγκόσμιους πολέμους. Μελοποιήθηκε από τον Yan Frenkel το 1969.


Το 1977 σε μετάφραση του Ρίτσου το ποίημα του Γκαμζάτοφ, μελωδία του Frenkel. τραγουδήθηκε από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά

 
Last edited by a moderator:

Έλλη Μ

Συντονιστής
Καλος κι ο Νταλαρας αλλα σαν τον Κουτρα δεν εχει.-

Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes
Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’ το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής
Ο παπαγάλος σου `στειλε στερνή φορά το γεια σου
κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς
Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω "σε προδίνω"
κι ο γρύλος τον ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού
Μη φεύγεις. Πες μου, το `πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;
Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά
Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές
 
Υπόγειο -ποίηση της Ρίτας Μπούμη Παππά (Σύρος 1905- Αθήνα 1984)
(https://el.wikipedia.org/wiki/Ρίτα_Μπούμη_-_Παπά)
Μελοποίηση Αφοί Κατσιμίχα - Ζεστά Ποτά (1985)

Εδώ:

Στίχοι:
Τους ήλιους δεν εμέτρησες
που σε ζητήσαν τόσα χρόνια.
Πού 'σαι γυναίκα
με τα γαλάζια τσίνορα;
Σ' έκρυψε στο φουστάνι της
η μαραμένη κοπέλα
πέντε χειμώνες σ' έθαψαν
σε χιόνι λασπερό.
Μεγάλη νυχτερίδα τρέφεται
απ' τη νιότη σου
γι' αυτό νωρίς βραδιάζει
πριν χορτάσεις.
Το μεσημέρι καίει
στα ψηλά τα δώματα,
το κύμα του ξανθό
λούζει τους δρόμους.
Πεθαίνεις με τους ποιητές
κάθε ηλιοβασίλεμα.
Τα χέρια σου μυρίζουν
απ' τα μαλλιά τους.
Χτυπάει η καμπάνα
που δεν πιστεύεις πια.
Σε ξένη αυλή συνομιλείς
με το φεγγάρι.
Σου 'φερε ο Μυλόζ
φέτος την άνοιξη.
Την πείνα σου ποιος άλλος
μπορούσε να νοιαστεί;
Φουρτούνιασε τη γειτονιά
το φιλντισένιο αμάξι του.
Γίνου όμορφη, γίνου όμορφη,
στα περιβόλια θα σε δείξει.
Έχεις ένα χαμόγελο
από μαργαριτάρια,
ψαράδες Σικελοί
στο ταίριαξαν να το φοράς.
Ψάξε και βρες το
πριν σε κλείσει η νύχτα
σ' ένα υπόγειο βαθύτερο
από τούτο.
 
Μέρες Αργίας - Διάφανα Κρίνα

Μελοποιημένο σονέτα (Νο ΙΧ) του Διονύση Καψάλη από την συλλογή του "Μέρες Αργίας"


Ξέρω πως θα 'ρθει και δεν θα' μαι όπως είμαι,
να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου·
μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου,
εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι.

Δεν θα προσεύχομαι σε σύμπαν που θαμπώνει,
δεν θα ρωτήσω αναιδώς, που το κεντρί σου;
γονιός δεν θα 'ναι να μου πει, σήκω και ντύσου,
καιρός να ζήσουμε, παιδί μου, ξημερώνει.
Θα 'ρθει την ώρα που σπαράσσεται το φως μου,
κι εκλιπαρώ φανατικά λίγη γαλήνη,
θα 'ρθει σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει
όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου·
δεν θα μαζεύει ουρανό για να με πλύνει,
δεν θα κρατά βασιλικό ή φύλλα δυόσμου.


Πάντα πίστευα πως μιλάει για αυτοκτονία...
 

Καλικάντζαρος

Δαγεροτύπης
Σου πήρα κινητό να μιλάμε όλη μέρα
Σου πήρα και του βλάχου τη σκαλιστή φλογέρα
Σου `φτιαξα ραχάτ λουκούμ ολάκερο ταψί
Σου πήρα τη φανέλα του Ανθιμου Καψή
Σ’ αγόραζα κιλότες και τα κομπινεζόνια
Το πλαστικό το χρήμα για όλα σου τα ψώνια
Ένα γλυκό τιγράκι από το μαχαραγιά
Μα έγινε γατάκι γιατί ξέβαψε η μπογιά
Σε πήγα Αυστραλία να δεις τα καγκουρώ
Σ’ αγόρασα στο Μέχικο την κάπα του Ζορό
Σου πήρα ΝΤΟΝΤΟΝ παγωτό σταφίδα με το ρούμι
Σε πήγα και στην Κύπρο και σε τάιζαν χαλούμι
Σου επάνδρωσα ενυδρείο με άγριους καρχαρίες
Ένα υδρομασάζ μικρό με μπαταρίες
Έναν μονόχειρα ληστή, να έχεις για παιχνίδι
Σαράντα φλιτζανάκια με το σήμα του Λουμίδη ...

Ημισκουμπρια.
 
Υπόγειο -ποίηση της Ρίτας Μπούμη Παππά (Σύρος 1905- Αθήνα 1984)
(https://el.wikipedia.org/wiki/Ρίτα_Μπούμη_-_Παπά)
Μελοποίηση Αφοί Κατσιμίχα - Ζεστά Ποτά (1985)

Εδώ:

Στίχοι:
Τους ήλιους δεν εμέτρησες
που σε ζητήσαν τόσα χρόνια.
Πού 'σαι γυναίκα
με τα γαλάζια τσίνορα;
Σ' έκρυψε στο φουστάνι της
η μαραμένη κοπέλα
πέντε χειμώνες σ' έθαψαν
σε χιόνι λασπερό.
Μεγάλη νυχτερίδα τρέφεται
απ' τη νιότη σου
γι' αυτό νωρίς βραδιάζει
πριν χορτάσεις.
Το μεσημέρι καίει
στα ψηλά τα δώματα,
το κύμα του ξανθό
λούζει τους δρόμους.
Πεθαίνεις με τους ποιητές
κάθε ηλιοβασίλεμα.
Τα χέρια σου μυρίζουν
απ' τα μαλλιά τους.
Χτυπάει η καμπάνα
που δεν πιστεύεις πια.
Σε ξένη αυλή συνομιλείς
με το φεγγάρι.
Σου 'φερε ο Μυλόζ
φέτος την άνοιξη.
Την πείνα σου ποιος άλλος
μπορούσε να νοιαστεί;
Φουρτούνιασε τη γειτονιά
το φιλντισένιο αμάξι του.
Γίνου όμορφη, γίνου όμορφη,
στα περιβόλια θα σε δείξει.
Έχεις ένα χαμόγελο
από μαργαριτάρια,
ψαράδες Σικελοί
στο ταίριαξαν να το φοράς.
Ψάξε και βρες το
πριν σε κλείσει η νύχτα
σ' ένα υπόγειο βαθύτερο
από τούτο.
το αγαπημενο μιυ τραγουδι

Σου πήρα κινητό να μιλάμε όλη μέρα
Σου πήρα και του βλάχου τη σκαλιστή φλογέρα
Σου `φτιαξα ραχάτ λουκούμ ολάκερο ταψί
Σου πήρα τη φανέλα του Ανθιμου Καψή
Σ’ αγόραζα κιλότες και τα κομπινεζόνια
Το πλαστικό το χρήμα για όλα σου τα ψώνια
Ένα γλυκό τιγράκι από το μαχαραγιά
Μα έγινε γατάκι γιατί ξέβαψε η μπογιά
Σε πήγα Αυστραλία να δεις τα καγκουρώ
Σ’ αγόρασα στο Μέχικο την κάπα του Ζορό
Σου πήρα ΝΤΟΝΤΟΝ παγωτό σταφίδα με το ρούμι
Σε πήγα και στην Κύπρο και σε τάιζαν χαλούμι
Σου επάνδρωσα ενυδρείο με άγριους καρχαρίες
Ένα υδρομασάζ μικρό με μπαταρίες
Έναν μονόχειρα ληστή, να έχεις για παιχνίδι
Σαράντα φλιτζανάκια με το σήμα του Λουμίδη ...

Ημισκουμπρια.
Τετοιους στιχους συνανταμε μονο σε τραγουδια των Ημιζ και του Πανουση
 

Έλλη Μ

Συντονιστής
Ο Γκανάς εχει γραψει μερικά εξαιρετικά κομμάτια και του χω αδυναμια.
Οταν επιασα να διαβαζω -σκορπια- τον συγκεντρωτικο τομο των ποιημάτων του, επεσα πάνω σε δυο εξαιρετικους μουσικους, δεν τους ηξερα.
Ενα ποιημα του Γκανα, σταθηκε αφορμή να ακουσω κομμάτια τους.
Κατα κανονα, μελοποιουν λογο ποιητικο και νομιζω διαφερουν παρα πολυ απο όλο τον συρφετο που παιζουν τελευταια στα ραδιοφωνα.

Της Αγαπης, από τον Ακάθιστο Δείπνο (1978)

Μπακίρι από γιαννιώτη γανωτζή
να φέγγει να σπιθοβολάει το γέλιο σου
τα λόγια σου να σκάνε μέσα μου
σαν τις χειρομπομπίδες.
Κορμί που λάχτιζες σαν αγριμάκι
προτού σε πάρει ο ύπνος,
τρεις νύχτες τώρα με διπλό προσκέφαλο
αχνίζω νικοτίνη,
τρέχω με ογδόντα πυρετό
ύστερα με διακόσια
τρελαίνομαι στις δημοσιές.
Κι η μοναξιά ένα μάθημα πικρό
κι ο θάνατος μια μαύρη κουβαρίστρα
έλα με την αγάπη
έλα με το νερό.
Μη λείψεις άλλο μη μ’ αφήσεις
παλάμη διάφανη κι ορθή καρδιά,
που σ’ αγαπώ που με τρομάζεις,
που μου ’δωσες ψωμί κι αστροφεγγιά
το μέταλλο του στήθους πάλι
και του κορμιού το κοιμισμένο τύμπανο.


Κι αν ψαξετε, θα βρειτε και της Μυρσινης Γκανα.
Και άλλων... από τους πιο αγαπημένους μου στιχους του neruda 🤗
 

Έλλη Μ

Συντονιστής
Ο Γκανάς εχει γραψει μερικά εξαιρετικά κομμάτια και του χω αδυναμια.
Οταν επιασα να διαβαζω -σκορπια- τον συγκεντρωτικο τομο των ποιημάτων του, επεσα πάνω σε δυο εξαιρετικους μουσικους, δεν τους ηξερα.
Ποίηση Jacques Prevert
 
Top