Μενέλαος Λουντέμης...ο ποιητής...

Μενέλαος Λουντέμης...ο αγαπημένος μου Έλληνας συγγραφέας...στοίχειωσε με τους ήρωες των βιβλίων του την εφηβεία μου και όχι μόνο...άμεση, ζωντανή, ανάγλυφη γραφίδα...Δεν θυμόμουν τα ποιήματά του...βρήκα ένα δημοσιευμένο (όχι εδώ) και στην διεύθυνση users.uoa.gr/.../menelaos_loyntemhs_poems.htm βρήκα και τα παρακάτω αποσπάσματα...Τα μοιράζομαι μαζί σας...





Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................

Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

(Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή:
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»)
..........................................................................

Οἱ κερασιὲς θ᾿ ἀνθίσουνε καὶ φέτος στὴν αὐλὴ
καὶ θὰ γεμίσουν μ᾿ ἄνθια τὸ παρτέρι.
Πικρὴ ποὺ εἶν᾿ ἡ Ἄνοιξη σὰν εἶσαι δίχως ταίρι!
Πικρὴ πού ῾ν᾿ ἡ ζωή!

Ἄνοιξε τὸ παράθυρο στὴ πρωϊνὴ γιορτή,
γιὰ νά ῾μπουν οἱ μοσχοβολιὲς ἀπὸ τὸ περιβόλι.
Ἂχ κάθε του τριαντάφυλλο καὶ μία πλήγη ἀπὸ βόλι,
εἶναι γιὰ ῾σὲ ποιητή!

Κουράστηκα νὰ σὲ καρτερῶ, Ἔρωτα καὶ νὰ λιώνω,
῾πὰ στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς σκυμμένος, μιὰ ζωή.
Μ᾿ ἂν ἤτανε νὰ ῾ρχόσουνα γιὰ ἕνα ἔστω πρωΐ,
χίλια θὲ νά ῾δινα πρωϊνά, νὰ ζήσω ἐκεῖνο μόνο.

-------------------------------------------------

Θρόμβοι αἱματένιοι στοῦ κλαβιέ, κυλῆσαν τὴ καδένα.
Κόκκινη γύρη, ποὺ τὸ δρόμο πῆρε τῆς νοτιᾶς.
Ψυχή, ποὺ θάλασσα ἔγινες, -μιὰ θάλασσα φωτιᾶς-...
Μπαλάντα τοῦ Σοπὲν Νούμερο Ἕνα.

............................................................................

Ἀντίο Γαλήνη τώρα πιά. Ἀντίο σεμνὴ Ἡσυχία
κι ἀντίο ῾σὺ στοχαστικέ μου Ρεμβασμέ,
Χαρὰ ποὺ στ᾿ ἀποδείπνι σου δὲ βρῆκα οὔτε ψιχία
καὶ καλῶς ᾖρθες βιαστικὲ καὶ βίαιε Χαλασμέ!

Στάχτη ἡ Ἀγάπη. Ἡ Ἐλπίδα ἀβέβαιη καταχνιά.
Καπνίλα, αἱμόφυρτα φτερά, συντρίμμια, πόνοι...
Μὲς στὶς ρωγμὲς ὁ Θάνατος, σὰ κρύος βοριάς, τρυπώνει
κι οἱ ἄνθρωποι -σφάγια- τόνε προσμένουν στὰ παχνιά!

Ὀρθὴ ἡ Φοβέρα μοναχὰ καὶ μοναχὰ ἡ Ὀργή,
-κλᾶψτε μικροί, ποὺ γιὰ μεγάλοι ῾χατε φτάσει-
Ἡ Δόξα ἐφτερούγισε, λίγο νὰ ξαποστάσει,
ἐπάνω στὰ κεφάλια σας καὶ μίσεψε γοργή!

Μικρὲ Ἐαυτέ, ποὺ γιὰ αητὸς ἀνέβαινες κι ἀπὸ ψηλά,
τὸν ἥλιο βάλθηκες, σὰ σύννεφο νὰ ῾σκιώσεις.
Γραμμένο σου ἤτανε σὰ σύννεφο νὰ λιώσεις
καὶ σὰ βροχὴ νὰ πέσεις χαμηλά.

Καὶ τώρα ἀπὸ τὸ χῶμα αὐτό, ποὺ ποτισμένο τό ῾χω ῾γώ
μὲ τῶν ματιῶν μου τὴ βροχὴ καὶ μὲ τὸν ἑαυτό μου,
ζητῶ φωτιά, ἀπ᾿ τὴ στοργὴ τοῦ τελευταίου ἐντόμου,
ν᾿ ἀνάψω, νὰ πυρποληθῶ καὶ νὰ φλεγῶ!

Τοὺς πράους δὲ κατάφερα νὰ τοὺς λατρέψω καὶ νὰ τοὺς
παρηγορήσω πού ῾κλαιαν, πάνω στοὺς ἄδειους μώλους.
Εἶν᾿ ἡ καρδιὰ μ᾿ ὁλόκλειστη γιὰ τοὺς οὐράνιους, δυνατούς.
Καὶ γιὰ τοὺς γήϊνους... καὶ γιὰ ὅλους... καὶ γιὰ ὅλους...

Στιγμὴ δὲ τὴ ξεδίψασα τὴν ἄγρια ῾παντοχή μου,
θλιμμένος κι ὄντας ἔκλαιγα καὶ ποὺ τραγούδαγ᾿ ὄντας...
Καὶ τὸ κοράκι, ποὺ ἀπ᾿ τὰ Ἠλύσια μ᾿ ἔφερε πετώντας,
γιὰ πληρωμή, μοῦ πῆρε τὴ ψυχή μου!

...................................................................................

Καλή μου τέλειωσε ὁ Σοπέν; Ἂ πόσο ὑπέροχη ἤσουν!
Κι ἐγὼ δὲ μπόρεσα ἁπλόν, οὔτ᾿ ἕναν ἔπαινο νὰ βρῶ.
Μὰ πῶς νὰ σὲ παινέψουνε, πῶς νὰ χειροκροτήσουν,
τὰ χέρια τοῦτα ποὺ τριάντα χρόνια, κάμαν στὸ σταυρό;

(Δύο ποιήματα ἀπὸ τὴν Συλλογή
«Οἱ κερασιὲς θ᾿ ἀνθίσουν καὶ φέτος»)
 
Και εμένα ο Λουντέμης είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας. Έχω διαβάσει σχεδόν όλα του τα βιβλία αλλά δεν ήξερα ότι έγραψε ποιήματα. Υπάρχει κάποιοσθλλογή με ποιήματα του Λουντέμη?
 
Συλλογή με τα ποιήματα του αγαπημένου Λουντέμη κυκλοφορεί από τις εκδ. Ελληνικά Γράμματα, υπό τον τίτλο "Τα Ποιητικά του" ISBN 960-344-694-7 ( el.wikipedia.org/.../Μενέλαος_Λουντέμης).
 
Έλα κοντά μου δεν είμαι η φωτιά
τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια
τις πνίγουν οι νεροποντές
τις κυνηγούν οι βοριάδες

Δεν είμαι δεν είμαι η φωτιά

Έλα κοντά μου δεν είμαι ο άνεμος
τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά
τους βουβαίνουν τα λιοπύρια
τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί

Δεν είμαι δεν είμαι ο άνεμος

Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητὴς
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων
κι αν θέλεις έλα να τ' ακούσουμε μαζί
Ερωτικό Κάλεσμα
 
Ειμαι καλα Μητερουλα μου.Αυγη μου.Σπευδω να καλοπιασω τον φοβο σου..ειμαι καλα..
Καθομαι κατω απ’τον ισκιο της λυπης μου..κι’αφηνω την πενα μου να κλαψει..
Μανα ..τρεμουλα των χεριων..
Χιονια που ξεφευγετε απ’την μπολια….
Στεναγμε που μετρας τον μισεμο μου.. ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ…
Πρωτον Σεβαστη μου..Πρωτον ερχομαι να ρωτησω ..μα δε ρωτω..
Εδω δε ρωτουν..εδω ολοι ειναι καλα..κι’ας ανεμιζουν οι κρεμαλες απο πανω τους..
Κι ας τρωει τα ποδια τους..η υαινα..η πισσα..
ολοι ειναι καλα..
Πρωτον Μητερουλα μου υγειαν εχω..και το στηθος μου φωναζει σαν προβατο βραχνο..
κι ο ραβδιστης μετραει την ωρα του στα πλευρα μου…
Πρωτον Μητερουλα…μα συγχωρα με και σημερα..
Συγχωρα με και σημερα..που δεν θα μαθεις την αληθεια..
Η αληθεια γερασε και δεν ταξιδευει..δε περνα την θαλασσα..
Η αληθεια Μανουλα ειναι βολι..Και δεν θα στην πω..
ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ
Σημερα κλεινω τα χιλια γραμματα..μα εχεις χρονους να παρεις μηνυμα μου..
Μα συγχωρα με ..Συγχωρα με και σημερα..για τα χιλια “ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ”..
Τα χιλια Ψεμματα μου..
Πηρα ξανα για να σου γραψω..εχω την καρτα μου στα γονατα..
και την χαιδευω σαν περιλυπο πουλι..
Το χερι πια το γραφει μοναχο του..το μικρο πικρο του μαθημα..
ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ
Ξερω…Αχ Μητερουλα..
Ξερω πως σου στελνω καθε μερα..την τακτικη δοση της πικρας μου..
Ξερω πως την χαιδευεις τουτη τη ψευτια μου…
Πως τη ραινεις με δακρυα και παραμιλας..Ξερω..
Μα δεν κανει φτερα αλλη λεξη απο δω..
ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ
Μπορεις ακριβη μου να τη διαβασεις και διχως φως..
Δεν ειναι καν αναγκη να τη διαβασεις..
Φτανει μονο ναρθει..ν’ακουστει στη εξωπορτα η φωνη του ταχυδρομου..
Τοτε Μανουλα μπορει και να μην ειμαι καλα..
Μα εσυ να πιστεψεις τη γραφη μου..ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ..
Ειμαι καλα αφου μπορω και σερνω το μολυβι..
Ειμαι καλα αφου μπορω και το ψελιζω..
Ειμαι καλα αφου μπορω και αραδιαζω στο χαρτι..τα τσακισμενα τουτα λογια..
ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ
Αχ να μπορουσα ναχα εναν ουρανο..γεματο απο τετοια ψευτικα πουλια..
Και να ταχυνα στο διαστημα.Για ναρχονται κι’οταν εγω δεν ανασαινω..
Ναρχονται και να ραμφιζουνε το τζαμι του σπιτιου μας..
Αυτο που κοιταζει κατα τη θαλασσα..
Και να κελαιδουνε..Να κελαιδουνε σμηνη τις ψευτιες..
ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ
Μανουλα εσυ..Εσυ που διαβαζεις με τα δακτυλα..
Εσυ που μιλας την γλωσσα των χεριων..
Ακουμπα τα χειλη σου στο χαρτι..
Ετσι οπως εβρισκες..σαν ημουνα παιδι τον ..πυρετο μου..
Και διαβασε στ’αγραφο χαρτι..(σβησε το καλα.)..
Και διαβασε απ’την καρδια μου..
Μανα…Αχ…Μανα…Μανα..
Το κορμι που κανακεψαν τα χερια σου..Ελυωσε σημερα κατω απ’το λιθαρι.
Η φωνη που νανουριζε τον υπνο σου..βελαξε κατω απ’το μαχαιρι..
Μα εσυ γελα ακριβη μου…Γελα…
Πες πως ξυπνησες απ’ονειρο κακο..και γελα να το διωξεις..
Γελα ..κι εγω..ησυχασε Μανουλα..ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ..
Σημερα μου χυσανε το φως μου..
ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ
Ειμαι καλα..χθες καψανε τα νυχια μου..
Τρομοι μου πηραν τη μιλια μου..Ειμαι καλα…
Σεισμοι γρεμισανε τα φρενα μου…Ειμαι καλα
Ειμαι καλα..Αυριο θα με σταυρωσουν..
Ειμαι καλα…Ειμαι καλα… Ειμαι καλα,,,
Ειμαι καλα..κι’ας μην εχω μυαλο πια να το σκεφτω..
Ειμαι καλα..κι ας μην εχω μιλια πια να το φωναξω..
Ειμαι καλα κι ας μην εχω χερι να το γραψω..
Γι’ αυτο το σκαβω..το σμιλευω..επιτυμβιο..
Πανω σάυτον τον ανεμοδαρμενο γρεμο..
Σ’ αυτο το τρελλο νεκροταφειο..
Πως ολοι οι νεκροι του….ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ !!!
Κιρκη μου σ’ευχαριστω πολυ..για τα χρωματα και τη μουσικη..
Είμαι Καλά
 
αυτό (το όμορφο κι ανθρώπινο) ποίημα μού φαίνεται ή το ανάρτησες κι αλλού; :χμ:
Βασικά ναι...αλλά δεν είχα δει ότι υπάρχει νήμα με την ποίηση του Λουντέμη......Εξάλλου το αγαπώ πάρα πολύ..Και η αλήθεια είναι πως λίγοι ξέρουν για την ποίηση του Λουντέμη...Και εγώ σχετικά πρόσφατα την ανακάλυψα.....
 
Οι ποιητικές συλλογές του Μενέλαου Λουντέμη είναι :

1.Κραυγή στα πέρατα
2.Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί
3.Το σπαθί και το φιλί
4.Κοντσέρτο για δυο μυδράλια κι ένα αηδόνι
5.Πυρπολημένη μνήμη
6.Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς

Κυκλοφορούσαν από τις εκδόσεις Δωρικός (δεν γνωρίζω αν κυκλοφορούν ακόμη)
Όμως οι εκδόσεις ελληνικά γράμματα, το 1999, έβγαλαν άπαντα τα ποιητικά του Λουντέμη, σε έναν τόμο, τον οποίο προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης.

«Με συγκίνηση χαράζω αυτές τις γραμμές… Μνήμη Μενέλαου Λουντέμη…. Θυμάμαι τότε που τον πρωτοαντίκρισα ζωντανό μπροστά μου. Γιατί σαν συγγραφέα και ποιητή τον είχα ήδη μέσα στην καρδιά μου.

Θα ‘ταν Γενάρης του 1949. Μακρόνησος, Τέταρτο Τάγμα πολιτικών κρατούμενων. Ζούσαμε περιορισμένοι μέσα στους περίφημους κλωβούς Α, Β, Γ, Δ, σε σκηνές εκτεθειμένες στον ανελέητο βοριά και το αλάτι της θάλασσας. Οι πιο πολλοί ήμασταν νέοι –είκοσι και κάτι. Κάποιο απομεσήμερο μπήκε κάποιος στη σκηνή μας.

-Φέρνουν τον Λουντέμη, μας είπε.
-Και που είναι τώρα;
-Στο λιμανάκι του Αη-Γιώργη, σε λίγο ξεκινάνε.

Πώς να βγούμε από το σύρμα; Μόνο όταν υπήρχε αγγαρεία μας επιτρέπανε την έξοδο. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, πήγα στην αποθήκη και πήρα δύο άδεια μπιτόνια. Ο φρουρός με ρωτά «Ήρθε φορτίο;» «Ναι», του είπα και προχώρησα. Με άφησε.
Βάδιζα στο στενό μονοπάτι πλάι στη θάλασσα και συλλογιζόμουν τι είναι τούτο που με τραβάει σαν μαγνήτης. Μενέλαος Λουντέμης… Δεν ήταν μόνο ο συγγραφέας. Ήταν πιο πολύ το σύμβολο. .. Τόσοι λιγοστοί εξάλλου οι επώνυμοι στους τόπους της δοκιμασίας… Η καρδιά μου φούσκωνε από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη…

Πλησιάζοντας το μικρό όρμο είδα τη μικρή ομάδα με τους κρατούμενους και τη φρουρά να έχει ήδη ξεκινήσει. Στάθηκα πάνω σ΄ ένα βράχο πλάι στο μονοπάτι και περίμενα.

–Ποιος είναι ο Λουντέμης; Ρώτησα τον πρώτο κρατούμενο καθώς περνούσε μπροστά μου. Κι εκείνος, μ΄ ένα κίνημα της κεφαλής μου τον έδειξε. Ένας μικροσκοπικός άνθρωπος προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στο απότομο μονοπάτι. Αγκομαχούσε και κούτσαινε και από πίσω τον έσπρωχνε ο χωροφύλακας για να τα καταφέρει.

Τα μάτια μου θάμπωσαν, έτσι που η κίνηση του Λουντέμη διαλύθηκε μέσα στην όρασή μου, αποσπάσθηκε από την ύλη κι έγινε μια μαύρη διάφανη πεταλούδα που σπάραζε καθώς της έμπηγαν την καρφίτσα. Κουνούσε σπαστικά τα φτερά της μετρώντας την αγωνία της.

Δεν είδα τον Λουντέμη να περνά από μπροστά μου, ούτε τον συνάντησα στο στρατόπεδο. Η συνάντηση και η γνωριμία μας έγινε πολύ αργότερα στο Βουκουρέστι, στα χρόνια της Δικτατορίας. Τον έβλεπα ζωντανό, ζωηρό, γελαστό μπροστά μου. Κι όμως τίποτα δεν μπορούσε να σβήσει την πρώτη εικόνα, εκείνη της μαύρης πεταλούδας που αγκομαχούσε και σπάραζε στο ανηφορικό μονοπάτι στη Μακρόνησο.

Και τώρα σκέφτομαι πόσο σωστή ήταν εκείνη η φευγαλέα εικόνα. Μια ευγενική ψυχή που όσο πιο σημαντικά δώρα μας χάριζε, τόσο πιο βαθιά έπεφτε στην παγίδα που ως φαίνεται είναι η μοίρα των προικισμένων, των «διαφορετικών».

Ένας τέτοιος «διαφορετικός» υπήρξε ο Μενέλαος Λουντέμης για μας… Μέσα στις σκηνές της Μακρονήσου, εκεί που σταύρωνανε τα φωτεινά ελληνικά νιάτα, μονάχα ένας ήλιος θα μπορούσε να μας θαμπώσει. Ένας τέτοιος ήλιος ήρθε τότε, μέσα στο συννεφιασμένο Γενάρη του 1949 και καθώς τον αντίκρισα, τα μάτια μου υγρανθήκανε από ευγνωμοσύνη. Για πάντα.

Αθήνα, 29.3.99
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ»

Ο Λουντέμης έχει επίσης μεταφράσει τις εξής ποιητικές συλλογές:
1. ΙΟΝ ΜΠΡΑΝΤ, Πύρινα άλογα
2. ΕΟΥΤΖΕΝ ΖΕΜΠΕΛΕΑΝΟΥ, Το λουλούδι της στάχτης
3. ΒΙΡΤΖΙΛ ΘΕΟΔΩΡΕΣΚΟΥ, Οι φρουροί των ανέμων
4. ΤΖΕΟ ΝΤΗΜΗΤΡΕΣΚΟΥ, Ο ιππότης της μοναξιάς
5. ΜΑΡΙΝ ΣΟΡΕΣΚΟΥ, Σαρκασμοί και εφιάλτες
6. ΝΤΟΜΗΤΡΟΥ ΠΟΠΕΣΚΟΥ, Ένας άνθρωπος στην αγορά
 
Μενέλαος Λουντέμης, "Είμαι καλά" (Γραμμένο στη Μακρόνησο)
Σόφκι, λάτρεψα αυτή σου την ανάρτηση!!Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το συγκεκριμένο ποίημα (γράμμα) του Λουντέμη και δε το χορταίνω!!Είναι γεμάτο συναισθήματα και εικόνες για την κόλαση που βρέθηκε.Το παράδοξο είναι ότι και εγώ το διάβασα σχετικά πρόσφατα.
Δεν ξέρω αν έχει γίνει ανάρτηση και για το (αγαπημένο μου βιβλίο του Λουντέμη) "Οδός Αβύσσου Αριθμός 0".Θα το κοιτάξω και αν δεν υπάρχει θα προσπαθήσω να κάνω μια όσο το δυνατόν καλύτερη παρουσίαση.Το ποίημα αυτό, είναι η καλύτερη "διαφήμιση" αυτού του έργου...
 
Top