Νίκος Καββαδίας : ο ποιητής των πόντων

Ο Νίκος Καββαδίας άφησε ένα κατάδικό του στίγμα στην ποίησή μας. Είναι ο βάρδος της θάλασσας και των ατέλειωτων ταξιδιών, ο ποιητής που ο έρωτάς του για τη θάλασσα ξεχειλίζει από κάθε του λέξη.

Αυτός ο έρωτας προφανώς άγγιξε το Θάνο Μικρούτσικο, που έδωσε μια άλλη πνοή στα γραφτά του Καββαδία και τα έκανε γνωστά στον πολύ κόσμο. Κι αυτό, απ΄τη μια είναι ευτυχές πάντρεμα, απ' την άλλη "απόλυτη ταύτιση". Εννοώ ότι δε γίνεται να διαβάσω ποίημα του Καββαδία χωρίς να "ακούω" από κάπου στο βάθος την εκτέλεση του Μικρούτσικου.


MAL DU DEPART


Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιον ρωτά :
"Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει . . . "

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.




Από τη συλλογή Μαραμπού
 
Αγαπω Καββαδια.. Λατρευω Καββαδια.. Ειμαι ερωτευμενη με Καββαδια.. Οι ιστοριες του ξετυλιχθηκαν μια μερα σ ενα τρενο για την Αθηνα.. και απο καπου ακουγοταν το Γραμμα σ ενα ποιητη του Ζερβουδακη. κι οχι μονο..
 
Η Οκτάνα με αποκάλεσε Μοντιλιάνι (όχι βέβαια για τις ικανότητές μου στη ζωγραφική) και αμέσως μου ήρθε στο μυαλό αυτό :

Θεσσαλονίκη

Ήτανε εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ' έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγαν οι Χιλιάνοι
-Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Άγια Θαλασσινή
Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani
που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες "σ' αγαπώ"
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.

Και γιατί να μην το κάνουμε διαθεματικό;

 
Last edited:
Α ρε Χρυς τί μού 'κανες τώρα... σνιφ... Με πιάνεις και σε μέρες που μου λείπει έντονα η πόλη μου... Άσε που το Ντεπό είναι σχεδόν γειτονιά μου...
Πάντα μου άρεζαν αυτοί οι στίχοι που, όπως είναι φυσικό, τους πρωτογνόρισα μελοποιημένους (από τον Θάνο Μικρούτσικο, στον δίσκο Ο Σταυρός του νότου).
Δεν τους είχα δει ποτέ γραμμένους, και μου έκανε εντύπωση το Ντεπό γραμμένο σε άπταιστα Γαλλικά!
(Το Ντεπό είναι συνοικία που πήρε το όνομά της επειδή εκεί ήταν το τέρμα του τραμ που ένωνε την περιοχή αυτή με την κυρίως πόλη. Ντεπό σημαίνει "αποθήκη", δηλαδή το αμαξοστάσιο των τραμ)
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Ο Καββαδίας υπήρξε για πολλά χρόνια ο νούμερο ένα αγαπημένος μου ποιητής και συγγραφέας. Από τους αγαπημένους μου ζωγράφους κι ο Μοντιλιάνης. Είχα την τύχη να δω από κοντά πίνακές του όταν βρέθηκα στην Ρώμη.

Στον τοίχο τού παιδικού δωματίου τού μικρού έχουμε κολλημένες εικόνες με πειρατές οπότε κάμποσους τους έχω βαφτίσει. Ένας από αυτούς είναι ο κάπτεν Τζίμης κι ένας μαύρος σε μια δεύτερη γαλέρα είναι ο Γουίλη ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουντί. Καμιά φορά για να κοιμηθεί ο μικρός τού τραγουδάω τα σχετικά τραγούδια και με έκπληξη διαπίστωσα πως το πρώτο το έμαθε και το τραγουδάει, σαν μαγνητόφωνο. Μόνο που:

Το πειρατικό του κάπτεν Τζίμη
που μ' αυτό θα φύγετε κι εσείς
είναι φορτωμένο με φυστίκια
κι έχει τα φανάρια του στην πρύμνη


βέβαια παρακάτω τον ακούω να λέει: το φορτίο θα το 'χουμε καπνίσει καθώς πρόλαβε και το αποστήθισε πριν λογοκρίνω τα επίμαχα σημεία. :))))

Βέβαια με ρωτάει γιατί δεν έχουν κι οι άλλοι πειρατές τραγούδια οπότε καμιά μέρα πρέπει να στρωθώ να σκαρώσω κάτι. Δεν γίνεται να μένει ατραγούδιστος κοτζαμάν κάπτεν Τζοτζόμπα!
 


είναι φορτωμένο με φυστίκια
κι έχει τα φανάρια του στην πρύμνη

:μουάχαχα:

Τι μου θύμισες τώρα!
Παρομοίως, κάποια στιγμή που παίζαμε τους πειρατές με τον ανιψιό μου, βάλθηκα να τραγουδάω το ίδιο τραγούδι. "Λαλαλα, το πειρατικό λαλαλα, είναι φορτωμένο με..."
Οι ακόλουθες σκέψεις έγιναν μέσα σε ένα δευτέρόλεπτο: "Ωχ, τι λένε τώρα; Αν σταματήσω θα με ρωτήσει, αν του πω πάλι θα ρωτήσει και τι του λένε τότε, γιατί αν του εξηγήσω θα κόψουν κάθε συγγενική σχέση μαζί μου οι γονείς του, γρήγορα με κοιτάει..."

"... παιχνίδια κι έχει τα φανάρια του στην πρύμνη!" (ουφ, φτηνά τη γλιτώσαμε!)
 
SOS !!! Ψάχνω απεγνωσμένα κάποιο βιβλίο ή ιστοσελίδα με ανάλυση ποιημάτων του Καββαδία. Ξέρει κανείς κάτι σχετικό;
 
Φιλόσοφε, δες την ιστοσελίδα που έφτιαξε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου για τον Καββαδία με αφορμή τη συμπλήρωση φέτος 100 χρόνων από τη γέννησή του (έχει και αναλύσεις και βιβλιογραφία μέχρι το 2009, αν δεν κάνω λάθος)
http://kavvadias.ekebi.gr/
 
Η γνωριμία μου τον αγαπημένο Κόλια έγινε ένα κρύο και βροχερό Σάββατο-εκεί στα τέλη της εφηβείας, όταν κουρασμένος από τους προβληματισμούς της εβδομάδας έπεσε εντελώς τυχαία στο χέρι μου μια ποιητική συλλογή,από εκείνες τις σκονισμένες και ξεχασμένες στα ράφια της βιβλιοθήκης.Πρώτο ποίημα οι "Γάτες των φορτηγών".


Oι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Tα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.

Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Tης έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.


Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
―αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μέσ' στη θάλασσα την άγρια την πετά.


Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.

Χωρίς καθόλου υπερβολές έκλαψα για την κοινή,όπως την είδα,μοίρα του ναυτικού και της γάτας-του άντρα και της γυναίκας.Αργότερα ο "Σταυρός του Νότου",για να ταιριάξω την...μοίρα μου με του ποιητή και να φαντάζομαι σκηνές θανάτου και πληγωμένου έρωτα.


Στο Γιώργο Θεοτοκά


Έβραζε το κύμα του γαρμπή
Ήμαστε σκυφτοί κ' οι δυο στο χάρτη·
γύρισες και μου πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει.


Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπες πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου.
Μου 'πες με φωνή ετοιμαθανάτου.
-Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά.

Άλλοτε απ' τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα,

μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ' ένα μαγαζί του Nossi Bé
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια,
μέρα μεσημέρι απά(νω) στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.


Και άλλα πολλά,μέχρι το μέγιστο του έργου του,την "Βάρδια."Τον αγάπησα αυτόν τον ποιητή και με έκανε δικό του.'Ετσι,ώστε εγώ ο υλιστής-χάρη σε αυτόν-να θεωρώ εκείνο το κρύο και βροχερό Σάββατο σημαδιακό για την αντιληψή μου στην λογοτεχνία και κυριότερο στην ζωή.
 
Ο Καββαδίας υπήρξε για πολλά χρόνια ο νούμερο ένα αγαπημένος μου ποιητής και συγγραφέας. Από τους αγαπημένους μου ζωγράφους κι ο Μοντιλιάνης. Είχα την τύχη να δω από κοντά πίνακές του όταν βρέθηκα στην Ρώμη.
φαροφυλακα , και μενα ο Καββαδιας ηταν ο πιο αγαπημενος μου ποιητής και δεν ξερω γιατι μα παντα τον συνδεω με την Βενετια, ειναι σαν να ακους την φωνη του να ακουγεται στην Ανδριατικη και στα μαγικά νερα της Βενετιας , σαν ομορφη σειρήνα καλα ο Πολο και οι μεγαλοι εξευρενητές θα λάτρευαν τον Νικο Καββαδια και θα τους εκανε την καλυτερη συντροφια στα μακρινά και τολμηρά ταξιδια τους στην Απω Ανατολή!! ο ιδιος πρεπει να λατρευε την Θεσσαλονίκη, στην εφηβεια ειχα λιωσει μια κασετα με τραγουδια του! ειναι απο τους λιγους ποιητες που εχουν το σπάνιο χάρισμα να βγαινουν απο το χαρτι που γραφουν και να σε παιρνουν μαζί τους στα ταξίδια τους, μαζι με λοστρομους και καμαρωτους σου δειχνουν τον προορισμό του ταξιδιού σου, μοναδικός, ανεπανάληπτος, η πιο ποιητικη ταξιδιαρα ψυχή...
 
Last edited:
Από τους αγαπημένους μου και μένα...Έχουν μια απίστευτη δύναμη τα ποιήματα του και τα περισσότερα(κάτι που δεν συνάντησα σε πολλούς ποιητές), δεν κάνουν "κοιλιά"!Κάθε στίχος είναι τόσο έντονος αν όχι εντονότερος από τον προηγούμενο!Απολαυστικός...Πάντως αν δεν μελοποιούνταν τα ποιήματα του,στην αφάνεια θα έμενε....Δεν είχε τα "φόντα"που είχε ο κύριος Σεφέρης ας πούμε...
 
Σαν χθες γεννήθηκε ο Νίκος Καββαδίας και στην Lifo έκαναν ένα αφιέρωμα σχετικά με τη ζωή του. Φωτογραφίες, βιογραφία, σπουδαίο υλικό που δεν βλέπεις εύκολα..
 

Ίζι

Κυρά των Σκιών
Ω, ωραίο Πιούζυ. Όταν πήγαινα 1η λυκείου μια φιλόλογος ρώτησε στην τάξη ποιος είναι ο αγαπημένος μας ποιητής. Όταν απάντησα "ο Καββαδίας" εκείνη είπε "εντάξει, δεν είναι και πολύ σπουδαίος ποιητής". Δυστυχώς σ' εκείνη την ηλικία είχα την τάση να πιστεύω τους μεγαλύτερους. Καλός-κακός, όμως, δεν έπαψε να με συγκινεί.
 
Ένα τετράστιχο το οποίο εμφανίζεται σε ποίημα των Μαραμπού, στη δεύτερη έκδοση της συλλογής (1947), σχεδόν ακυκλοφόρητη τότε και εντελώς σπάνια σήμερα το οποίο έμεινε έξω απ’ όλες τις επόμενες και ένα δεύτερο το οποίο απουσιάζει από την πρώτη – που απεδείχθη και τελική έκδοση του Πούσι (1947), το οποίο όμως περιέχεται στο ποίημα "Στεργιανή ζάλη" όταν αυτό δημοσιεύτηκε στο βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό του Πειραιά Λογοτεχνία (αριθμ. 2 Αύγουστος 1945) είναι η συμβολή μου στο νήμα που αφορά τον Νίκο Καββαδία.

Στην στήλη Συμπτώσεις (Ιστορίες από το Αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη) που δημοσιεύεται στο περιοδικό The Book’s Journal - Τεύχος 35 (Σεπτέμβριος 2013) αναφέρεται πως πιθανόν ν’ αφαιρέθηκαν γιατί δεν ταίριαζαν στον τόνο του προφορικού λόγου ή να μην ήταν εύκολη η απομνημόνευση τους, αφού σχεδόν τα ποιήματα πριν τα δημοσιεύσει, συνήθιζε να τα δοκιμάζει στα αυτιά των φίλων του απαγγέλλοντάς τα από στήθους. Μπορεί όμως ο αποκλεισμός τους να ήταν εντελώς τυχαίος. Να ξεχάστηκαν στην πρώτη ενιαία έκδοση των Μαραμπού και Πούσι («Γαλαξίας» Οκτώβριος 1961), η οποία βρήκε αμέσως απήχηση σε χιλιάδες αναγνώστες, γεγονός πρωτοφανές για ποιητική συλλογή. Στις διαδοχικές εκδόσεις που ακολούθησαν θα ήταν δύσκολο τεχνικά να αλλάξει η αρχική μορφή του βιβλίου.

Το πρώτο

(Τα καμπαρέ! Ναύτες Ινδοί και ναύτες Γιαπωνέζοι,
Αράπηδες, Άγγλοι στρυφνοί, τζαζ με βαρύ σκοπό
και θα ‘ρθουν η μικρή Πωλίν κ’ η Λίλλιαν
να καθήσουν,
να πουν κλαφτά ‘μον σερ’, ‘μον πτι’
πολύ σας αγαπώ …)


Σκηνή στο γνώριμο περιβάλλον του ποιητή, στα καμπαρέ του λιμανιού, όπου μικρές ευγενικές Γαλλίδες, αποκαλούμενες με τ’ ονόματα τους, προσφέρουν ερωτική συντροφιά σε ναύτες από τρείς ηπείρους, σκιτσάροντας την γνωριμία του με την Πωλίν, η οποία επανέρχεται στους δύο τελευταίους στίχους του ποιήματος: και κάποιο δώρο θλιβερό, προϊόν της Μασσαλίας/που μια Πωλίν μου χάρισε προχθές στα Numeros, υπονοώντας κάποιο αφροδίσιο νόσημα, παραπέμποντας έτσι στον αγαπημένο του ποιητή της Ώχρας Σπειροχαίτης, Κώστα Καρυωτάκη. Επίσης η παρεμβολή της τζαζ με βαρύ σκοπό δηλώνει την εξοικείωση του Καββαδία με το συγκεκριμένο μουσικό είδος.

Το δεύτερο

Με γυμνό το κορμί γιομάτο στρείδια
η γυναίκα περνάει και πάει βρεγμένη
μια νυχτιά στο Κολόμπο … Κι' απομένει
ξερός πόνος πιο πάνω απ’ τα φρύδια.


Ένα δραματικό στιγμιότυπο παρεμβάλλεται στο ποίημα ανατρέποντας την σειρα της αφήγησης. Είναι μια τεχνική που εγκαινιάζει ο ποιητής στο Πούσι. Η αναφορά στο Κολόμπο, πρωτεύουσα της Κεϋλάνης, προσδιορίζει το λιμάνι όπου διαδραματίστηκε το γεγονός και συνδέεται με τον Νορβηγό πιλότο του λιμανιού Νάγκελ του ομώνυμου ποιήματος. Το βαρύ κλίμα και ο πόνος που προκαλεί η ενθύμηση του γυμνού κορμιού της γυναίκας στον βυθό, μετριάζεται από την απρόσμενη και παιγνιώδη ρίμα στρείδια – φρύδια. Όλο το ποίημα είναι πολυεστιακό. Ο φακός πότε πηγαίνει στη στεριά στα μπάρ του λιμανιού και στα μπουρδέλα και πότε παρακολουθεί τους ναύτες που βρέθηκαν στο τιμόνι, πετιέται από την μία ήπειρο στην άλλη, κάπου εννιά χιλιάδες μίλια απ’ την Αργεντινή στην Ισπανία.

Τα αγνοηθέντα τετράστιχα παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σαν δύο ψηφίδες στο ποιητικό πορτραίτο του Νίκου Καββαδία.

Πηγή: The Book’s Journal [Τεύχος 35 (Σεπτέμβριος 2013)]
 
Last edited:
Ἕνα μαχαίρι

Ἀπάνω μου ἔχω πάντοτε στὴ ζώνη μου σφιγμένο
ἕνα μικρὸ ἀφρικανικὸν ἀτσάλινο μαχαίρι
-ὅπως αὐτὰ ποὺ συνηθοῦν καὶ παίζουν οἱ Ἀραπάδες-
ποὺ ἀπὸ ἕναν γέρο ἔμπορο τ᾿ ἀγόρασα στ᾿ Ἀλγέρι.

Θυμᾶμαι, ὡς τώρα νἀ ῾τανε, τὸν γέρο παλαιοπώλη,
ὅπου ἐμοίαζε μὲ μίαν παλιὰ ἐλαιογραφία τοῦ Γκόγια,
ὀρθὸν πλάι σὲ μακριὰ σπαθιὰ καὶ σὲ στολὲς σχισμένες,
νὰ λέει μὲ μία βραχνὴ φωνὴ τὰ παρακάτου λόγια.

«Ἐτοῦτο τὸ μαχαίρι ἐδῶ ποὺ θέλεις ν᾿ ἀγοράσεις
μὲ ἱστορίες ἀλλόκοτες ὁ θρύλος τό ῾χει ζώσει,
κι ὅλοι τὸ ξέρουν πὼς αὐτοὶ ποὺ κάποια φορὰ τό ῾χαν,
καθένας κάποιον ἄνθρωπο δικό του ἔχει σκοτώσει.

Ὁ Δὸν Μπαζίλιο σκότωσε μ᾿ αὐτὸ τὴ Δόνα Τζούλια
τὴν ὄμορφη γυναίκα του γιατὶ τὸν ἀπατοῦσε.
Ὁ Κόντε Ἀντόνιο μία βραδιὰ τὸ δύστυχο ἀδερφό του
μὲ τὸ μαχαίρι τοῦτο ἐδῶ κρυφὰ δολοφονοῦσε.

Ἕνας Ἀράπης τὴ μικρὴ ἐρωμένη του ἀπὸ ζήλια
καὶ κάποιος ναύτης Ἰταλὸς ἕναν Γραικὸ λοστρόμο.
Χέρι σὲ χέρι ξέπεσε καὶ στὰ δικά μου χέρια.
Πολλὰ ἔχουν δεῖ τὰ μάτια μου, μ᾿ αὐτὸ μοῦ φέρνει τρόμο.

Σκύψε καὶ δές το, μι᾿ ἄγκυρα κι ἕνα οἰκόσημο ἔχει,
εἰν᾿ ἁλαφρύ, γιὰ πιάσε το, δὲν πάει οὔτε ἕνα κουάρτο,
μὰ ἐγὼ θὰ σὲ συμβούλευα κάτι ἄλλο ν᾿ ἀγοράσεις»
-Πόσο ἔχει; -Μόνο φράγκα ἑφτά. Ἀφοῦ τὸ θέλεις πᾶρ᾿ το.

Ἕνα στιλέτο ἔχω μικρὸ στὴ ζώνη μου σφιγμένο,
ποὺ ἰδιοτροπία μ᾿ ἔκαμε καὶ τό ῾καμα δικό μου
κι ἀφοῦ κανέναν δὲν μισῶ στὸν κόσμο νὰ σκοτώσω
φοβᾶμαι μὴ καμιὰ φορὰ τὸ στρέψω στὸν ἑαυτό μου...
 
Αντινομία

Ἀντινομία

Ὁ ἔρωτάς σου μία πληγὴ καὶ τρεῖς κραυγές.
Στὰ κόντρα σκούζει ὁ μακαρᾶς καθὼς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη τοῦ βυθοῦ - χίλιες ὀργιὲς -
τοῦ Ποσειδώνα ἐγὼ σὲ κέρδισα στὸ ζάρι.

Καὶ σ᾿ ἔριξα σ᾿ ἕνα βιβάρι σκοτεινὸ
ποὺ στέγνωσε καὶ ξανεμίστηκε τὸ ἁλάτι.
Μὰ ἐσὺ προσμένεις ἀπ᾿ τὸ δίκαιον οὐρανὸ
τὸ στεριανό, τὸ γητευτή, τὸν ἀπελάτη.

Ὅταν θὰ σμίξεις μὲ τὸ φῶς ποὺ σὲ βολεῖ
καὶ θὰ χαθεῖς μέσα σὲ διάφανη ἀμφιλύκη
πάνω σὲ πράσινο πετούμενο χαλί,
θὰ μείνει ὁ ναύτης νὰ μετρᾶ τὸ ἄσπρο χαλίκι.

Από την τελευταία ποιητική συλλογή, το Τραβέρσο, που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του Καββαδία.
Έχω την εντύπωση ότι είναι το μικρότερο ποίημα σε έκταση, μαζί με τους Παραλληλισμούς, σε όλες τις ποιητικές του συλλογές.

σε αυτήν την ποιητική συλλογή ήθελε να προσθέσει τρεις στίχους, που δεν πρόλαβε όμως΄...

Μα ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.

Δύο οι γνωστές μελοποιήσεις του ποιήματος Αντινομία:

https://www.youtube.com/watch?v=zn1l0Cdz-Us

και

https://www.youtube.com/watch?v=fH-_ojhnwXY]
 
Last edited:
Αγαπημένος ποιητής ο Μαραμπού και τυπάς απίστευτος.Κάποτε παρουσιάστηκε σε μία επιτροπή εξετάσεων για προαγωγή ή αλλαγή ειδικότητας,δε θυμάμαι καλά,και ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:

Εξεταστής : Τον Καββαδία του Βασιλικού Ναυτικού τι τον έχεις;
Καββαδίας : Χεσμένο.
 
Last edited:
Top