Έχω κάποιες φορές μια παράξενη οργανική αντίδραση όταν έρθω κάπως ξαφνικά αντιμέτωπος με κάτι που μου θα μου φανεί βαθιά κι αληθινά όμορφο. Νιώθω σε μια στιγμή ένα συναισθηματικό εσωτερικό φορτίο, κάπως σαν ηλεκτρική εκκένωση, όμως όχι ακριβώς, που καταρχήν μου βουρκώνει τα μάτια, μου αλλάζει για λίγο την ανάσα (γίνεται πιο κοφτή και πιο γρήγορη) και γενικότερα μένω για λίγο σε μια κατάσταση παράξενη με μια επιθυμία να κλάψω σαν ψάχνοντας να αποφορτιστώ. Αυτό το παθαίνω π.χ. με κάποιο σημείο σε ένα μουσικό κομμάτι, κάποια γραμμή στην λογοτεχνία αλλά με οτιδήποτε. Θυμάμαι π.χ. να το παθαίνω και να προσπαθώ να κρατήσω τα δάκρυα μπροστά σε μια παλιά σκαλιστή ξύλινη πόρτα σε ένα μουσείο στο Κάιρο. Μα ήταν σκαλισμένη με τόση υπομονή κι αγάπη. Το έβλεπα εκεί και μαζί σχεδόν έβλεπα και τον τεχνίτη.
Όπως και να ‘χει, βγήκα εχθές για μια άσκοπη βόλτα σε έναν φάρο εδώ δίπλα, που είναι... άνεργος κι αντί να φωτίζει, φωτίζεται από έναν προβολέα, πάνω στην στέψη του φανού, κι έπειτα πιάστηκα να περπατάω πλάι στη θάλασσα και να βλέπω τα (εφτά; ) σκυλιά, παρέες από πιτσιρικαρίες που ακούγανε μουσική πάνω σε κάτι μικρές γκραφιταρισμένες τούμπες σαν για σκέιτμπορντ, και πιο πέρα, ακριβώς δίπλα στο νερό, μια ομάδα παλικαράκια που σκραπάρανε το σκουριασμένο παρατημένο σίδερο (την λαμαρίνα που όλα τα σβήνει) με οξυγονοκολλήσεις φτιάχνοντας εμμονικά πυροτεχνήματα στην νύχτα και την αλμύρα.
Στον δρόμο πίσω πήρα να λέω το “Federico Garcia Lorca” του Καββαδία για να το αποστηθίσω. Κι ίσως πρώτη φορά έφτιαξα σωστά την εικόνα, κι ένιωσα την τόση ομορφιά. Καταρχήν.. τι να πει κανείς. «Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά»... για τις σημαίες που ανεμίζαν. Θέλει να το στριφογυρίσεις στο μυαλό σου, το διαλεγμένο ρήμα, το αράδιασμα των λέξεων, για να το θαυμάσεις μέσα σ' αυτό του το μεγαλείο. Και στο προϊονισμένο κακό («και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου») αυτήν την εικόνα από τα μωρά που το ψυχανεμίστηκαν εκεί, όπως βυζαίναν το στήθος της μάνας («Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά»)
Με έπιασε αυτή η αντίδραση που έγραψα πιο πάνω και κοντοστάθηκα. Όταν συνήλθα συνέχισα να περπατώ και να απαγγέλω. Κάθισα για λίγο κάπου κι απέναντί μου είχε ένα κουλουριασμένο φοβισμένο σκυλί. Του μίλησα γλυκά. Κατάλαβε πως δεν είμαι επικίνδυνος αλλά και μόνο ότι του απασχόλησα τον ύπνο, κι ίσως κι η ασυνήθιστη εικόνα ενός ανθρώπου μονάχου που μουρμουρίζει, τελικώς σηκώθηκε και πήγε πιο πέρα, δίπλα σ’ ένα ζευγαράκι που όταν έπειτα πέρασα από εκεί, τους είδα να του πετάνε ένα κομματάκι από κάτι. Σκέφτηκα πως την επόμενη φορά που θα ξανάρθω θα πρέπει να πάρω ένα κέρασμα για τα σκυλάκια κι εγώ.
Έπειτα αναρωτήθηκα γιατί «πορεία προς το Βοριά» κι όχι «προς το Βορρά». Μα για να κάνει σωστή ρίμα με το «βαριά». Θυμήθηκα κάποτε που είδα για λίγο τον Παύλο Παυλίδη μετά από μια συναυλία του και του είπα με θαυμασμό: «πόσο όμορφο που διάλεξες το ‘βουλιάζουν’: Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε στον αφρό.» (γιατί βέβαια, το βουλιάζω είναι ακούσιο κι έτσι παράταιρο πανέμορφο). Μου λέει: «Ε, μα ‘βυθίζονται στον βυθό’ δεν θα ακουγόταν καλά.» Είχα τόσον βαθύ θαυμασμό για την ομορφιά του στίχου που δεν έβλεπα το προφανές. Γιατί πολύ συχνά μπροστά στην ομορφιά δεν αναλύω τίποτα, απλά θαυμάζω.
(πωπω, 10 χρόνια από την τελευταία φορά που γράψαμε εδώ πέρα)