Νίκος Καββαδίας : ο ποιητής των πόντων

Τα ταξίδια του Καββαδία στο google

Ένας χρήστης του Google ανέλυσε τα ποιήματα του Καββαδία και σημάδεψε στο χάρτη τις τοποθεσίες τις οποίες επισκέφθηκε στα ταξίδια του. Πατώντας σε κάθε τοποθεσία εμφανίζονται οι στίχοι που την αναφέρουν.

Πρωτότυπη κι ενδιαφέρουσα δουλειά! Ευχαριστούμε τον άγνωστο εραστή των στίχων του Καββαδία!
 

Φαροφύλακας

Απαρέμφατος Δροσουλίτης του πιο Μόρμυρου Φθόγγου
Προσωπικό λέσχης
Το ωραίο είναι πως όταν κάνεις κλικ στις καρφίτσες σου εμφανίζει το απόσπασμα κι από ποιο έργο είναι.

:πάνω:
 
Τι ωραίο νήμα, πως δεν το είχα δει τόσο καιρό!

Τι να πει κανείς για τον Καββαδία; Κάθε ποίημά του και ένα νοερό ταξίδι!

Όταν πήγαινα 1η λυκείου μια φιλόλογος ρώτησε στην τάξη ποιος είναι ο αγαπημένος μας ποιητής. Όταν απάντησα "ο Καββαδίας" εκείνη είπε "εντάξει, δεν είναι και πολύ σπουδαίος ποιητής". Δυστυχώς σ' εκείνη την ηλικία είχα την τάση να πιστεύω τους μεγαλύτερους. Καλός-κακός, όμως, δεν έπαψε να με συγκινεί.
Δεν της έδινες μια μούτζα της άσχετης; Αλλά εδώ θα μου πεις και τον Ρίτσο τον σνομπάρουν κάποιοι δίνοντάς του την ταμπέλα του στρατευμένου ποιητή.

MAL DU DEPART

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.
Από τους πιο ανατριχιαστικούς στίχους! Ενας ύμνος στα ανεκπλήρωτα όνειρα!
 

Φαροφύλακας

Απαρέμφατος Δροσουλίτης του πιο Μόρμυρου Φθόγγου
Προσωπικό λέσχης
αμ τον καημένο τον Λειβαδίτη που κι αυτόν τον βγάζουν "στρατευμένο"; Κι άντε, ο Ρίτσος δικαιολογεί το επίθετο. Ο Λειβαδίτης καθόλου...
 
Απόσπασμα από γράμμα του Καββαδία προς τον αγαπημένο Μ. Καραγάτση!!!

«Κι ο έρωτας; Αυτός ο γαμημένος θεός δε θα χτυπήσει ποτέ την καμπίνα μου. Τούτη η Πολωνέζα που μού ράβει τώρα το σώβρακο βρίσκεται από μέρες κοντά μου, γιατί ζαλίζεται στη δευτέρα θέση κι η καμπίνα μου δεν κουνάει. Δεν ήθελα να μαγαρίσω την καμπίνα μου και μάλιστα πρώτο ταξίδι. Είμαι φορτηγίσιος και δεν το ΄χω σε γούρι. Οταν όμως είδα το πράγμα να γενικεύεται απ΄ τις πρώτες μέρες, τ΄ αποφάσισα κι εγώ. Στο κάτω-κάτω φοβήθηκα μήπως με περάσουνε για μπινέ. Αλήθεια! Ξέχασα κάτι: τότε στην “Αntzouletta” (σ.σ.: παλιό φορτηγό πλοίο) είχα να θυμάμαι και κάποιο κορίτσι. Μα τώρα πάνε χρόνια που τίποτα δε θυμάμαι».
 
Να πω και εγώ ότι είναι ένας από τους αγαπημένους μου ποιητές. Τα πεζά του "Βάρδια", "Λι" έχουν όλη τη δύναμη των ποιημάτων του, κατά τη γνώμη μου. Πολλοί δεν το βλέπουν έτσι. Βέβαια, χρησιμοποιώ "λεξικό Καββαδία" για να τον διαβάσω. Η γλώσσα του μου θυμίζει τον καταπληκτικό αυτό καλόγερο στο Όνομα του Ρόδου, που μιλούσε ανακατεμένες πολλές γλώσσες. Σαλβατόρε δεν τον έλεγαν;

Το αγαπημένο μου ποίημα του Καββαδία είναι το Θεσσαλονίκη 2. Ίσως γιατί πέρασα τα έξι καλλίτερα χρόνια της ζωής μου εκεί:


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2.

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου `γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που `φερνα μου το `κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο μάδησε και έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
Μπορεί να `ρθω απ’ τα πέλαγα με τη φυρονεριά
 
Last edited:

Φαροφύλακας

Απαρέμφατος Δροσουλίτης του πιο Μόρμυρου Φθόγγου
Προσωπικό λέσχης
Έχω κάποιες φορές μια παράξενη οργανική αντίδραση όταν έρθω κάπως ξαφνικά αντιμέτωπος με κάτι που μου θα μου φανεί βαθιά κι αληθινά όμορφο. Νιώθω σε μια στιγμή ένα συναισθηματικό εσωτερικό φορτίο, κάπως σαν ηλεκτρική εκκένωση, όμως όχι ακριβώς, που καταρχήν μου βουρκώνει τα μάτια, μου αλλάζει για λίγο την ανάσα (γίνεται πιο κοφτή και πιο γρήγορη) και γενικότερα μένω για λίγο σε μια κατάσταση παράξενη με μια επιθυμία να κλάψω σαν ψάχνοντας να αποφορτιστώ. Αυτό το παθαίνω π.χ. με κάποιο σημείο σε ένα μουσικό κομμάτι, κάποια γραμμή στην λογοτεχνία αλλά με οτιδήποτε. Θυμάμαι π.χ. να το παθαίνω και να προσπαθώ να κρατήσω τα δάκρυα μπροστά σε μια παλιά σκαλιστή ξύλινη πόρτα σε ένα μουσείο στο Κάιρο. Μα ήταν σκαλισμένη με τόση υπομονή κι αγάπη. Το έβλεπα εκεί και μαζί σχεδόν έβλεπα και τον τεχνίτη.

Όπως και να ‘χει, βγήκα εχθές για μια άσκοπη βόλτα σε έναν φάρο εδώ δίπλα, που είναι... άνεργος κι αντί να φωτίζει, φωτίζεται από έναν προβολέα, πάνω στην στέψη του φανού, κι έπειτα πιάστηκα να περπατάω πλάι στη θάλασσα και να βλέπω τα (εφτά; ) σκυλιά, παρέες από πιτσιρικαρίες που ακούγανε μουσική πάνω σε κάτι μικρές γκραφιταρισμένες τούμπες σαν για σκέιτμπορντ, και πιο πέρα, ακριβώς δίπλα στο νερό, μια ομάδα παλικαράκια που σκραπάρανε το σκουριασμένο παρατημένο σίδερο (την λαμαρίνα που όλα τα σβήνει) με οξυγονοκολλήσεις φτιάχνοντας εμμονικά πυροτεχνήματα στην νύχτα και την αλμύρα.

Στον δρόμο πίσω πήρα να λέω το “Federico Garcia Lorca” του Καββαδία για να το αποστηθίσω. Κι ίσως πρώτη φορά έφτιαξα σωστά την εικόνα, κι ένιωσα την τόση ομορφιά. Καταρχήν.. τι να πει κανείς. «Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά»... για τις σημαίες που ανεμίζαν. Θέλει να το στριφογυρίσεις στο μυαλό σου, το διαλεγμένο ρήμα, το αράδιασμα των λέξεων, για να το θαυμάσεις μέσα σ' αυτό του το μεγαλείο. Και στο προϊονισμένο κακό («και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου») αυτήν την εικόνα από τα μωρά που το ψυχανεμίστηκαν εκεί, όπως βυζαίναν το στήθος της μάνας («Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά»)

Με έπιασε αυτή η αντίδραση που έγραψα πιο πάνω και κοντοστάθηκα. Όταν συνήλθα συνέχισα να περπατώ και να απαγγέλω. Κάθισα για λίγο κάπου κι απέναντί μου είχε ένα κουλουριασμένο φοβισμένο σκυλί. Του μίλησα γλυκά. Κατάλαβε πως δεν είμαι επικίνδυνος αλλά και μόνο ότι του απασχόλησα τον ύπνο, κι ίσως κι η ασυνήθιστη εικόνα ενός ανθρώπου μονάχου που μουρμουρίζει, τελικώς σηκώθηκε και πήγε πιο πέρα, δίπλα σ’ ένα ζευγαράκι που όταν έπειτα πέρασα από εκεί, τους είδα να του πετάνε ένα κομματάκι από κάτι. Σκέφτηκα πως την επόμενη φορά που θα ξανάρθω θα πρέπει να πάρω ένα κέρασμα για τα σκυλάκια κι εγώ.

Έπειτα αναρωτήθηκα γιατί «πορεία προς το Βοριά» κι όχι «προς το Βορρά». Μα για να κάνει σωστή ρίμα με το «βαριά». Θυμήθηκα κάποτε που είδα για λίγο τον Παύλο Παυλίδη μετά από μια συναυλία του και του είπα με θαυμασμό: «πόσο όμορφο που διάλεξες το ‘βουλιάζουν’: Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε στον αφρό.» (γιατί βέβαια, το βουλιάζω είναι ακούσιο κι έτσι παράταιρο πανέμορφο). Μου λέει: «Ε, μα ‘βυθίζονται στον βυθό’ δεν θα ακουγόταν καλά.» Είχα τόσον βαθύ θαυμασμό για την ομορφιά του στίχου που δεν έβλεπα το προφανές. Γιατί πολύ συχνά μπροστά στην ομορφιά δεν αναλύω τίποτα, απλά θαυμάζω.

(πωπω, 10 χρόνια από την τελευταία φορά που γράψαμε εδώ πέρα)
 

Έλλη Μ

Συντονιστής
Μου αρεσει πάρα πολύ να διαβάζω και να καταταλαβαινω πώς οι άνθρωποι αντιδρουν στην ομορφιά γυρω τους, όχι μόνο στην Τεχνη, παντού, κι εχει ενδιαφέρον τι παρατηρει καθένας ή πόσο διαφορετικά μπορεί να ειναι τα μικροπράγματα που ακουμπαν και ξαφνιαζουν τον καθένα.
Ασχετο, just thinking out loud.
 

Φαροφύλακας

Απαρέμφατος Δροσουλίτης του πιο Μόρμυρου Φθόγγου
Προσωπικό λέσχης
Τότε να σου κάνω και... follow up. :))))

Αυτές τις μέρες βρέθηκα λοιπόν να πιπιλίζω το ποίημα καθημερινά καθώς οδηγώ το μηχανάκι πέρα δώθε. Το προφέρω απολαυστικά εκεί στην άκρη των χειλιών μου, και ξέρεις, όταν με κοιτάζει κανείς σταματάω να κουνάω τα χείλια, για να μην μοιάσω σαν τρελός που μιλάει μόνος του, κι ας είμαστε σε εποχή που μπορεί και να μιλάω στο κινητό με bluetooth, και χαλιέμαι λιγάκι γιατί μου διακόπτει για λίγο την απόλαυση.

Και κάθε φορά, όταν φτάνω στον τελευταίο στίχο ("...και στο χωριό ν' ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά"), έχοντας χτυπηθεί ήδη ανελέητα από τρεις όμορφες ασυνάρτητες εικόνες (την βάρκα, τα σύνεργα, τα κοράκια) απλά δεν μπορώ να τον προφέρω γιατί έχω πλέον φορτιστεί πολύ.

Κι εκεί πάνω στο μηχανάκι σκεφτόμουν "μα γιατί βάζει αυτήν την τελευταία στροφή; Το δράμα έχει κορυφωθεί κι έχει καταλήξει με τον νεκρό ποιητή δεμένο πάνω στο άλογο, για τον γυρίσουν στην Κόρδοβα" (μια τραγική, ποιητική νεκρική πορεία που ποτέ δεν έγινε, καθώς τον παραχώσαν στο χώμα εκεί που τον σκότωσαν). Κι έπειτα σκέφτομαι: "μα πώς αλλιώς θα έφτανα εγώ τώρα να μην μπορώ καν να προφέρω τον στίχο;" και χαμογελάω.

:))))
 
Last edited:
Top