Ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Το Όνειρον

Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
—Θεός να μην το κάμη
να γίν’ αληθινό!—
Στην όχθη του στεκόντανε
γνωστό μου παλικάρι,
χλωμό σαν το φεγγάρι,
σαν νύχτα σιγανό.

Αγέρας το παράσπρωχνε
με δύναμη μεγάλη,
σαν να ‘θε να το βγάλη
απ’ τής ζωής τη μέση.
Και το νερό, π’ αχόρταγα
τα πόδια του φιλούσε,
θαρρείς το προσκαλούσε
στ’ αγάλια του να πέση.

—Δεν είν’ αγέρας, σκέφθηκα,
και σένα που σε δέρνει.
Η απελπισιά σε παίρνει
κι η απονιά τού κόσμου! —
Κι εχύθηκ’ απ’ τον θάνατο
τον δύστυχο ν’ αρπάξω...
Οιμέ! πριν ή προφθάξω
εχάθηκ’ απ’ εμπρός μου!

Στα ρέματα παράσκυψα
να τον ευρώ γυρεύω.
Στα ρέματ’ αγναντεύω—
το λείψανό μ’ αχνό!...
Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
—Θεός να μην το κάμη
να γίν’ αληθινό
 
Last edited by a moderator:
Ένα χαριτωμένο (για μένα ποίημα):

Η κλώσσα, Γεώργιος Βιζυηνός

Κλοκ, κλοκ, κλοκ, μ' ένα θυμό
στην αυλή γυρνά η κλώσσα
με το φουντωτό λαιμό
και με τα παιδιά τα τόσα.

Κλώσσα, φίλη μου παλιά,
τι θυμώνεις σα ζυγώνω;
Δεν σου εγγίζω τα πουλιά
μόνο σου τα καμαρώνω.

Μια τα κράζεις τρυφερά,
κάτι που 'βρες να μοιράσουν,
μια από κάτω απ' τα φτερά,
τα σκεπάζεις, να ησυχάσουν.

Κι όταν δεις κανά σκυλί
που ορέγεται πουλάκια,
χύνεσαι ωσάν τρελλή
να του βγάλεις τα ματάκια.



Τι ωραία ποιηματάκια είναι αυτά! :γιούπι:

Το σκυλί, Γεώργιος Βιζυηνός

Κάθε νύχτα στην αυλή
γάβου-γάβου το σκυλί,
δώσ' του και γαβγίζει.
Του σπιτιού εδώ αυτός
είναι φύλακας πιστός,
ποιος δεν τον γνωρίζει;

Αψηλά τ' αφεντικά
κοιμηθήκανε γλυκά,
πέρασε η ώρα.
Το γνωρίζει το σκυλί
και φωνάζει απ' την αυλή
γάβου, γάβου τώρα.

Για να ξέρουν οι κακοί,
που γυρνούν εδώ κι εκεί
κάτι να σουφρώσουν,
πως σαν έμπουν στην αυλή,
θα τους πιάσει το σκυλί
και δε θα τη γλυτώσουν.




Και ένα συγκινητικό... :κλαψ:

Η μάννα

Φουρτούνιασεν η θάλασσα
και βουρκωθήκαν τα βουνά,
είναι βουβά τ' αηδόνια μας
και τα ουράνια σκοτεινά
κι η δόλια μου ματιά θολή,
παιδί μου, ώρα σου καλή!

Βουίζει το κεφάλι μου
σαν του χειμάρρου τη βοή,
ξηράθηκαν τα χείλη μου
και μου εκόπηκι η πνοή
σ' αυτό το ύστερο φιλί,
παιδί μου, ώρα σου καλή!

Να σε παιδέψει ο πλάστης μου,
καταραμένη ξενιτιά,
μας παίρνεις τα παιδάκια μας
και μας αφήνεις στη φωτιά,
και πίνουμε τόση χολή
όταν τα λέμ' "ώρα καλή!".

Το παιδί

Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς, γεννιέται μπόρα φοβερή!
με παίρνουν, μάννα, σα φτερό, σαν πεταλούδα τρυφερή,
και δεν μπορώ να κρατηθώ,
μάννα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

Βογγούν του κόσμου τα στοιχειά, σηκώνουν κύμα βροντερό!
θαρρείς ανάλυωσεν η γη, και τρέχ' η στράτα, σα νερό,
και γω το κύμα τ' ακλουθώ,
μάννα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

Όσες γλυκάδες και χαρές μας περεχύν' ο ερχομός,
τόσες πικράδες και χολές μας δίν' ο μαύρος χωρισμός!
Ωχ! Ας ημπόργα να σταθώ...
μάννα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

Πλάκωσε γύρω καταχνιά κι ήρθε στα χείλη μ' η ψυχή!
Δος με την άγια σου δεξιά, δος με συντρόφισσαν ευχή,
να με φυλάγη, μη χαθώ,
μάννα, μην κλαις, θα ξαναρθώ.


Αποχωρισμός, Γεώργιος Βιζυηνός
 
Last edited by a moderator:
Θρᾳκῶν ᾎσμα

Ἀπὸ τὴ Θρᾴκη, βρὲ παιδιά,
ἀπὸ τὴν Πιερία
ἐβγῆκεν ἡ Θρησκεία.

Κι᾿ ἔσυραν αὔραις τοῦ Θρακιὰ
ἀπ᾿ τὴν χρυσή της δάδα
μιὰ σπίθα στὴν Ἑλλάδα.

Καὶ τὴν ἐσπείρανε κοντὰ
στὴν παλαιὰν Ἀθήνα,
στὴν πρώτην Ἐλευσίνα.

Κι᾿ ἐγείνη φῶς στὰ σκοτεινὰ
κι᾿ ἐφάνηκ᾿ ἐκεῖ κάτου
ὁ Δίας κι᾿ ἡ γενιά του.

Γι᾿ αὐτό, καθεὶς ἂς προσπαθᾷ
τὸ φῶς νὰ φέρῃ τώρα
στὴν πρώτη του τὴ χώρα!
Θρᾳκῶν ᾎσμα

Ἀπὸ τὴ Θρᾴκη, βρὲ παιδιά,
ἀπ᾿ τὸν Ὀρφέα ἐγείνη
ἡ πρώτη ψαλτοσύνη.

Καὶ τῆς Μαρίτσας τὰ νερὰ
τὴν σύραν γάλι γάλι
ὡς κάτω στ᾿ ἀκρογιάλι.

Καὶ τὴν ἐπῆραν τὰ νησιὰ
μὲ τὴν δική μας λύρα,
τὴν νιόπανδρη καὶ χήρα.

Κι᾿ αὐτὴ πανδρεύθηκε ξανὰ
καὶ γέννησε στὰ ξένα
τραγούδια ξακουσμένα.

Γι᾿ αὐτὸ τὸ μέτωπο ψηλά,
Θρακόπουλα καϋμένα,
καὶ ψάλλετε μ᾿ ἐμένα!
 
Αγαπημένος στίχος:

Ἀπὸ τὴ Θρᾴκη, βρὲ παιδιά,
ἀπ᾿ τὸν Ὀρφέα ἐγείνη
ἡ πρώτη ψαλτοσύνη.




Τὰ μάτια σου, πουλάκι μου μελαχροινό,
ποὺ φῶς μέσ᾿ στὶς καρδιὲς σταλάζουν,
μὲ τ᾿ ἄστρα τὰ ψυχρὰ ψηλὰ στὸν οὐρανό,
-μὴ σὲ γελοῦν οἱ ποιηταί- δὲ μοιάζουν.

Τ᾿ ἀστέρια κάθε μαύρη νύχτα φωτεινά
μὲ καλωσύνη λάμπουν στὰ πελάγη
τὰ βλέπει ὁ ναύτης, ποὺ μὲ γνῶσι κυβερνᾷ
καὶ ἴσιο δρόμο λάμνει ἐκεῖ ποὺ πάγει.

Τὰ μάτια σου τὰ μαῦρα, φῶς μου, ὅποιος τὰ ἰδῇ,
τόσες γλυκάδες καὶ φωτιὲς γεμάτα,
ἂν εἶναι καὶ τὸ γνωστικότερο παιδί,
θὲ νἄβγη ὀπὸ τὴν ἴσια του τὴν στράτα.


Στῆς μελαχρινῆς τὰ μάτια, Γεώργιος Βιζυηνός
 
"Ατθίδες Αύραι" - Γεώργιος Βιζυηνός (1884)



Ατθίδες Αύραι - Ποιητική συλλογή του Γεωργίου Βιζυηνού (1884).

Ποιήματα που μου θύμισαν διάφορα λαϊκά παραμύθια και δοξασίες, κάποια άλλα με συγκίνησαν, σε κάποια είναι εμφανής η αγάπη και η τρυφερότητα και ο θαυμασμός που έτρεφε ο Βιζυηνός προς τον δάσκαλό του, και σε κάποια άλλα... γέλασα. Ιδιαίτερο ποίημα και ένα από αυτά που ξεχώρισα, είναι το τελευταίο ποίημα της συλλογής "Το Συναξάρι του Αγίου Κασσιανού".

Η συγκεκριμένη (ερασιτεχνική) έκδοση έγινε τον Δεκέμβριο 2014/ Ιανουάριο 2015, και είναι ακριβής μεταφορά, με μετατροπή στο μονοτονικό της 2ης έκδοσης αυτής της ποιητικής συλλογής. Η ορθογραφία και η γλώσσα, καθώς και όλα τα σημεία στίξης παρέμειναν ως είχαν.


 
Last edited:
"Ποιητικά Προτώλεια" - Γεώργιος Βιζυηνός



Ποιητικά Προτώλεια [sic] - Ποιητική συλλογή του Γεωργίου Βιζυηνού (1873).

Η συγκεκριμένη (ερασιτεχνική) έκδοση έγινε τον Νοέμβριο του 2014 και είναι πιστή αντιγραφή, με μετατροπή στο μονοτονικό αυτής της ποιητικής συλλογής. Η ορθογραφία και η γλώσσα, καθώς και όλα τα σημεία στίξης παρέμειναν ως είχαν.

Από αυτή την ποιητική συλλογή, ο Νίκος Ξυδάκης έχει μελοποιήσει τα ποιήματα : "Ο Φιλομαθής Πτωχός"
και "Επί του Τάφου του Πατρός μου"
 
Ο Βιζυηνός έχασε νωρίς τον πατέρα του.

ΕΠΙ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ


1873 Ἰανουαρίου 14.

Ξύπνα, πατέρα! χαραυγὴ
τὸν οὐρανὸ χρυσώνει,
κι᾿ ὅλη ξυπνᾶ ἡ μαύρη γῆ.
Ξύπνα καὶ σὺ μὲ τὴν Αὐγή, ν᾿ ἀκούσουμε τ᾿ ἀηδόνι.

Μὲ τὴ μητέρα μία ψυχή,
σὲ κάθε τέτοιαν ὥρα
πετούσατε στὴν προσευχή.
Τὸ σήμαντρό μας ἀντηχεῖ. Γιατί κοιμᾶσαι τώρα;

Εἶναι τὸ ὄνειρο μακρὸ
῾ποὺ βλέπεις αὐτοῦ πέρα;
Κοιμήθηκες, κι᾿ ἤμουν μικρό,
κι᾿ ὡς νὰ τελείωση τὸ πικρό, ἐτράνεψα, πατέρα!

Ξύπνα νὰ ἰδῆς. Χλωμή, γρηά,
ἡ δόλια μας μητέρα!
Καὶ τὴ φτωχή μας τὴ γιαγιὰ
᾿Κει κάτου, στὴ χλωρὴ βαϊά... τὴν θάψαμε μιὰ ᾿μέρα!

Πές μου, πατέρα, τὸ χωριὸ
ποὺ πᾶν οἱ πεθαμένοι
᾿μπορῶ νὰ ᾿πάγω νὰ τὸ διῶ;
Δυὸ λουλουδάκια μόνο, δυό, νὰ πάρω στὴν καϋμένη!

Μὲ εἴπαν - εἶναι ζοφερὴ
ἡ νύχτα πώχουν σκέπη -
Μὰ ᾿γώ τῆς ἔβαλα κερὶ
Στὴ δεξιὰ τὴν κρυερή. Τ᾿ ἀνάφτει καὶ μὲ βλέπει·

Θυμᾶσαι; Μ᾿ ἔκλεψες φιλὶ
μιὰ ᾿μέρα παιχνιδιάρη,
καὶ μ᾿ εἴπες - Ἀφτερο πουλί,
χρειάζεσαι καιρὸ πολὺ νὰ γένῃς παλλικάρι. -

Ἦρθ᾿ ὁ καιρός. Νἆμαι τρανό!
Διέ με, καλὲ πατέρα,
Σοῦ ᾿τράνεψα· μά... ὀρφανό!
Στὸ δρόμο, ᾿πού συχνὰ περνῶ, μὲ εἴπανε μιὰ ᾿μέρα.

Περνᾶ τὸ δόλιο τ᾿ ὀρφανό!
Δὲ γνώρισε πατέρα!
Τὸν ἔχασε τριῶ χρονῶ!
- Μοιάζει σὰν ἔρημο πτηνό! - Ἂς τὸ χαρῆ ἡ μητέρα!

Πές μου, πατέρα, τὴν αὐγή,
᾿πού καίει τὸ λιβάνι
ἡ μάνα καὶ μυρολογεῖ,
Ἡ μυρωδιὰ περνᾶ τὴ γῆ; ᾿Μπορεῖ νὰ σὲ ζεστάνη;

Τὸ βράδυ πώρχομαι γοργὸ
κι᾿ ἀνάφτω τὸ κανδύλι
τὸ ξέρεις ποὺ τ᾿ ἀνάφτω ᾿γώ;
Ξύπνα, πατέρα! θὰ καγῶ, σὰ λυχναριοῦ φυτήλι!

Μὲ ᾿φώναζες νὰ κοιμηθῶ
στὸ σπλαχνικὸ πλευρό σου.
- Ἔλα, μικρό, νὰ ζεσταθῶ. -
Κι᾿ ἐγὼ πετοῦσα νὰ χωθῶ στὸν κόρφο τὸ γλυκό σου.

Τώρα, πατέρα, στὴν πικρὴ
τὴ γῆ τὴ χιονισμένη,
στὴν κρύα κλίνη τὴ μικρή,
σ᾿ αὐτὴ τὴ νύχτα τὴ μακρή, πές μου ποιὸς σὲ ζεσταίνει;...

Θέλεις ἐγὼ ν᾿ ἀποκριθῶ;
Κανείς, καμιὰν ἡμέρα!
Μὰ ἦρθα ᾿γώ πιὰ νὰ χωθῶ
Στὸν κόρφο σου νὰ κοιμηθῶ, νἆσαι ζεστός, πατέρα.



---------------------------
Δείτε εδώ μια έκδοση του 1916 με ποιήματα του Βιζυηνού (Εκδόσεις Φέξη)
 
Last edited:
Εδώ είναι η έκδοση του 1873 για τα "Ποιητικά Προτώλεια" που περιλαμβάνουν και το ποίημα που αναφέρεις, Μακρυγιάννη.
Και εδώ είναι η δεύτερη έκδοση,1884, της ποιητική συλλογής "Ατθίδες Αύραι".
 
Ευχαριστώ Ασημένια. Δεν είχα δει την απάντηση σου (πάνω από τη δική μου), με την προσοχή που έπρεπε.

Ο Ν. Ξυδάκης έχει μελοποιήσει πολλά ποιήματα του Βιζυηνού και μεταξύ αυτών και το "Επί του τάφου του πατρός μου".
[video=youtube;4AYLVH0nBHw]https://www.youtube.com/watch?v=4AYLVH0nBHw[/video]
 
και εδώ ο Παρωνύμιος απαγγέλλει (ένα από τα ιδιαίτερα ποιήματα της συλλογής "Ατθίδες Αύραι") "Το Συναξάρι του Αγίου Κασσιανού".

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα μεγάλο ποίημα, για το οποίο ο ποιητής λέει: "Την περίεργον ταύτην παράδοσιν την χρεωστώ εις την φιλίαν ενός των τελειοδιδάκτων της εν Χάλκη Θεολογικής Σχολής. Η δηκτική του Ελληνικού λαού φαντασία, ίσως η υπερφίαλος φιλαστειότης αυτών των ηρώων, μετέθεσεν εις τον ουρανόν τας συνήθεις σκηνάς ραδιουργούντος φθόνου και φιλοπρωτείας ανθρώπων, ων ο επί γης βίος ονομάζετο ουράνιος πολιτεία. Εν τω ποιήματι υπέδειξα μεν το φυσικό της σκηνής έδαφος, δεν ηδυνάμην όμως να εξαιρέσω την του Θεού παρουσίαν χωρίς να νοθεύσω την παράδοσιν. Εν τούτοις επεφύλαξα εις Αυτόν αξιοπρέπειαν μείζω η ότι ποιεί το ανέκδοτον, συνυποδείξας την περί σπουδαιότερά τινα φροντίδα Του. Η εποχή καθ’ ην έτυχε να γράφω το ποίημα μοί παρέσχε τας περί Ελλάδος παρεκβάσεις. Η επιθυμία της αντικαταστάσεως του Θεού (ως γεγηρακότος και ξεκουτιασμένου) διά του Αγίου Νικολάου επικράτει αληθώς παρά τοις αμαθέσι Σλαύοις. Οι εν Θράκη Έλληνες την αναφέρουν μόνον ως απόδειξιν ανοήτου φυλετισμού των Βουλγάρων, οίτινες αποδυσπετούσι μεν τον υπό των Ελλήνων γνωρισθέντα εις αυτούς Θεόν, αδυνατούν όμως να συλλάβουσιν αυτοί την ιδέαν Όντος τινός υψηλοτέρου από τον εθνικόν αυτών Άγιον."
 
Top