Παραγωγικές καταλήξεις που πήραμε απο τα Τούρκικα

Αντέρωτας

Ξωτικό του Φωτός
Προσωπικό λέσχης
Ο δανεισμός λέξεων απο τη μια γλώσσα στην άλλη είναι ένα συχνότατο και αναμενόμενο φαινόμενο. Αυτό όως που έχει περισσότερο ενδιαφέρον, και είναι αρκετά πιο σπάνιο, και θα έλεγα οτι δείχνει και το βαθμό που επηρρέασε ια γλώσσα την άλλη, είναι και ο δανεισμός δομικών στοιχείων.
Θα πάρω ένα παράδειγμα απο τα Αγγλικά: υπαρχουν παμπολλες ελληνοριζες λέξεις που τελειωνουν σε -logy, απο astrology μεχρι biology. Αυτες ιστορικα προεκυψαν απο τα Αρχαία Ελληνικά, τα Λατινικά (astrologia, biologia) ή τα Γαλλικά (astrologie, biologie). Κατόπιν ομως η κατάληξη -logy αρχισε να γίνεται παραγωγική και να δημιουργεί καινούργιες λέξεις χωρίς να υπαρχει προηγούμενο σε Α. Ελληνικά ή Λατινικά. Ενας τετοιος νεολογισμός ειναι το cosmetology

Στη Γλωσσολογια (και ας με διορθωσει κανεις που ξερει καλυτερα) ο χαρακτηρισμός "παραγωγικός" αναφερεται στην ομαλή παραγωγή τύπων και λέξεων, που ειναι κατ' αναλογια κατανοητες, χωρις να χρειαστει κανεις να κοιταξει σε λεξικό, ακομα και σε αυτοσχεδιες ή χιουμοριστικές λέξεις. Ο Ριτσαρντ Ντωκινς πχ παρομοιασε τη θεολογια με την leprechaunology (καλλικατζαρολογία). :))))
Οσον αφορα τα Τουρκικα δανεια στα Ελληνικα, εντοπισα τις εξης λιγες καταληξεις που χρησιμοποιουνται παραγωγικά στη γλώσσα μας.
Σημειώστε οτι το σύμβολο > εξυπηρετεί ως βελάκι, δηλ. δειχνει την πορεία μιας λέξης, και πώς μια λεξη παραγει μια αλλη. Πχ. απο τα Ελληνικά στα Λατινικά και τα Αγγλικά: αστρονομία > astronomia > astronomy

-τζης: Απο την κατάληξη -ci (και παραλλαγές) που σχηματίζει λέξεις επαγγελμάτων. Sarkis > sarkici = τραγουδιστής, basketbol > basketbolcu = καλαθοσφαιριστης.
Στα Ελληνικά εχουμε δανειστεί αυτούσιες κάποιες λέξεις επαγγελμάτων, οι οποίες συνηθως απαντωνται σημερα μονο σε επιθετα. Ετσι εχουμε
  • bakir > bakirci > μπακιρτζής = χαλκοτεχνίτης,
  • pabuc > pabuccu > παπουτσής = υποδηματοποιός
  • boya > boyaci > μπογιατζής = βαφέας
  • kebap > kebapci > Κεμπαμπτζής = πωλητής κεμπαμπ,
  • pilav > pilavci > Πιλαφτζής = πωλητής ρυζιού
και πολλές άλλες!

Ομως, η καταληξη προσκολλαται και σε ελληνικοτατες λεξεις, χωρις να υπαρχει προηγουμενο στα Τουρκικα. Ετσι εχουμε φορτηγατζής (χωρίς να υπαρχει η λέξη **fortigaci, αλλα kamyoncu), βοθρατζής, σουβλατζής, πατωματζής, και σε αλλες πιο αδοκιμες, όπως γκολτζής.




-(ι)λίκι: Απο την κατάληξη -lik (και παραλλαγές) που σχηματίζει αφηρημένα ουσιαστικά, καθώς και "δοχεία". Anne > annelik = μητρότητα, kitap > kitaplik = βιβλιοθήκη.
Λεξεις που περασανε στα Ελληνικα:
  • bekri > bekrilik > μπεκριλίκι
  • maskara > maskaralik > μασκαραλίκι
  • Karagoz > karagozluk > καραγκιοζιλικι
  • zor > zorluk > ζοριλίκι
  • galebe > galebelik > kalabalik > καλαμπαλίκι = πλήθος, φασαρία
  • dayi > daylik > νταηλίκι = σχολικός εκφοβισμός :))))
Οπως και προηγουμένως, η καταληξη αυτη χρησιμοποιειται και σε ελληνικες ριζες. Ετσι εχουμε αρχηγιλίκι, βουλευτιλίκι, γκομενιλίκι, αντριλικι, αραλίκι, δασκαλίκι και πολλες αλλες!

Να σημειώσω οτι το αραλίκι προφανώς βγαίνει απο το αράζω, και μαλλον δεν εχει καμια σχεση με τη λεξη Aralik που ειναι ο μήνας Δεκέμβρης (αλλά και "πέρασμα").
 
Last edited:
Πολύ καλό νήμα, να συμπληρώσω

-λης:

sevda > σεβντάς > σεβνταλής
maraz >μαράζι > μαραζλής (επίθετο)
dert > ντέρτι >ντερτιλής (επίθετο)
merak >μεράκι> μερακλής
kaymak > καιμάκι > καιμακλίδικος καφές
bela >μπελάς >μπελαλής
 

Αντέρωτας

Ξωτικό του Φωτός
Προσωπικό λέσχης
Το εχω σκεφτει το -λης αλλα δεν ξερω αν ειναι παραγωγικο, δηλ. δεν εχω σκεφτει συνθετες λεξεις που αποτελουνται απο Ελληνικη ριζα και αυτη την καταληξη.

Τα παραδειγματα που παραθετεις ειναι εξ ολοκληρου Τουρκικες λεξεις, και μαλλον ειναι απευθειας δανεια απο τα Τουρκικα. Δηλ οχι μπελας + -λης αλλα bela + -li.
 
Καλησπέρα αγαπητέ Αντέρωτα.
Υπέροχο νήμα! και τολμώ να πω πως δεν έχω ιδέα γι' αυτό το σπουδαίο γλωσσικό φαινόμενο.
Πριν λίγες μέρες έψαχνα για κάποιες λέξεις που δίνουν μία αντίστοιχη ομορφιά, λέξεις που έρχονται ξενόφερτες και μόλις πολιτογραφηθούν ελληνικές δίνουν κάτι μαγικό. Μέσα σε όλα είδα και το sakat -ης / σακάτ(ης) αλλά και το υπέροχο σακατλίκι / σακατιλίκι.

(ξεφεύγω λίγο, συγγνώμη, όμως ήθελα να το πω, ή και το υπέροχο από την καλιαρντή: γκίφτι / δώρο (απ' το αγγλικό gift).
 
Top