Έλλη Μ
Συντονιστής
Διαβασα το καταπληκτικο βιβλίο του William Gaddis, Αγάπη Χαίνουσα. Είναι το τελευταίο και μικρότερο σε έκταση βιβλίο του William Gaddis. Στοχαστικο, εσωστρεφές και προσωπικο, διότι είναι αυτοβιογραφικο, όσο πλησίαζε τον θανατο, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο (παρόλο που απευθυνεται, σε δεύτερο, ευθέως προς τον αναγνώστη), αναρωτωμενος ο συγγραφέας – αφηγητής πώς θα τον θυμούνται, αφού πεθάνει. Προκειται για το μοναδικο βιβλίο του που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, τα υπόλοιπα μοιαζει να ανηκουν στη σφαιρα των ακατόρθωτων.
Ο αφηγητής ειναι ένας άνθρωπος κληνήρης, άρρωστος, που πλησιάζει τον θάνατο και προσπαθει να βάλει σε τάξη προσωπικές του υποθέσεις, να μοιράζει την περιουσία του στις τρεις κόρες του (ως αλλος Ληρ), τις σημειώσεις του και μια μακρόχρονη έρευνα - μελέτη για το πιάνο με μηχανισμό αυτόματη αναπαραγωγής της μουσικής, χωρίς, δηλαδή, να απαιτείται πιανίστας. την αυξανόμενη χρήση της μηχανικής αναπαραγωγής στις τέχνες και την απώλεια της αυθεντικότητας. Το έργο του αφηγητή ήταν έρευνα ζωής του Gaddis, πολλές ενσψματωμένες στα άλλα του έργα. Απ' ό,τι διάβαζα, αντιλαμβανόμενος ότι δεν θα καταφερνε ποτέ να βάλει σε σειρά το άπειρο υλικο του σε ενα non fiction εργο, αποφάσισε να το μετατρέψει σε fiction.
Ο λογος του ειναι οριακά παραληρηματικός και με διαρκείς παρεκβάσεις, πηγαινοντας απο τον ενα φιλόσοφο, φυσικό, λογοτέχνη, μουσικο στον αλλο. Δεν ξέρω πότε ο Gaddis διάβασε τον Μπέρνχαρντ, όμως το κείμενο του, μεταξύ αλλων, απότινει φόρο τιμής στο Μπετόν του και στον Αποτυχημένο, εξαλλου ενσωματωνει την εισαγωγη του πρώτου και μνημονευει τους πρωταγωνιστες του δευτερου. Οι ομοιότητες του Μπετόν και της Αγάπης –ίσως και των συγγραφέων- είναι πολλές. Απο τη μία, οι θεματικές τους ειναι ιδιες, η αδυναμια να ολοκληρωθει μια επιπονη και τεράστια εργασία (για το μηχανικό πιάνο ο ένας, για τον συνθετη Μεντελσον ο άλλος). Απο την άλλη, εχουν αμφότεροι καταγγελτικο και βιτριολικο λογο και με εντονη μουσικότητα.
. Και οι δυο εχουν τεράστια αγάπη στη μουσικολογια και στον Glenn Gould (ο Μπερνχαρντ ηξερε μουσική, μεταξύ άλλων, ο Gaddis ηξερε πολλή μουσικη). Οπως ο Μπερνχαρντ αναθεματιζει την Αυστρια, ετσι κι ο Γκαντις αναθεματίζει τη Αμερικη.
Τα θεματα με τα οποια καταπιάνεται, οπως εγραψα και παραπάνω, αφορουν πολύ στην τεχνη και κατα πόσο αυτή χάνεται, όταν αναπαράγεται σε πολλά αντιγραφα (ποσότητα ενατνι ποιότητας) και, προς το τέλος, όταν ο λογος του γινεται εντονότερα παραληρηματικος, όσο ο πόνος γινεται μεγαλυτερος, η απωλεια του εαυτου (νιατα) και η αναπόληση για τον εαυτό που θα μπορουσε να κάνει περισσότερα.
Δεν ξερω, αν το εγραφε σημερα, στο κεντρο του βιβλιου να ήταν το ΑΙ κι οχι το μηχανικο πιάνο.
Ο αφηγητής ειναι ένας άνθρωπος κληνήρης, άρρωστος, που πλησιάζει τον θάνατο και προσπαθει να βάλει σε τάξη προσωπικές του υποθέσεις, να μοιράζει την περιουσία του στις τρεις κόρες του (ως αλλος Ληρ), τις σημειώσεις του και μια μακρόχρονη έρευνα - μελέτη για το πιάνο με μηχανισμό αυτόματη αναπαραγωγής της μουσικής, χωρίς, δηλαδή, να απαιτείται πιανίστας. την αυξανόμενη χρήση της μηχανικής αναπαραγωγής στις τέχνες και την απώλεια της αυθεντικότητας. Το έργο του αφηγητή ήταν έρευνα ζωής του Gaddis, πολλές ενσψματωμένες στα άλλα του έργα. Απ' ό,τι διάβαζα, αντιλαμβανόμενος ότι δεν θα καταφερνε ποτέ να βάλει σε σειρά το άπειρο υλικο του σε ενα non fiction εργο, αποφάσισε να το μετατρέψει σε fiction.
Ο λογος του ειναι οριακά παραληρηματικός και με διαρκείς παρεκβάσεις, πηγαινοντας απο τον ενα φιλόσοφο, φυσικό, λογοτέχνη, μουσικο στον αλλο. Δεν ξέρω πότε ο Gaddis διάβασε τον Μπέρνχαρντ, όμως το κείμενο του, μεταξύ αλλων, απότινει φόρο τιμής στο Μπετόν του και στον Αποτυχημένο, εξαλλου ενσωματωνει την εισαγωγη του πρώτου και μνημονευει τους πρωταγωνιστες του δευτερου. Οι ομοιότητες του Μπετόν και της Αγάπης –ίσως και των συγγραφέων- είναι πολλές. Απο τη μία, οι θεματικές τους ειναι ιδιες, η αδυναμια να ολοκληρωθει μια επιπονη και τεράστια εργασία (για το μηχανικό πιάνο ο ένας, για τον συνθετη Μεντελσον ο άλλος). Απο την άλλη, εχουν αμφότεροι καταγγελτικο και βιτριολικο λογο και με εντονη μουσικότητα.
Θεωρώ τον λογο του Μπερνχαρντ σαφώς πιο δυσβατο και πυκνό στο Μπετον.
Τα θεματα με τα οποια καταπιάνεται, οπως εγραψα και παραπάνω, αφορουν πολύ στην τεχνη και κατα πόσο αυτή χάνεται, όταν αναπαράγεται σε πολλά αντιγραφα (ποσότητα ενατνι ποιότητας) και, προς το τέλος, όταν ο λογος του γινεται εντονότερα παραληρηματικος, όσο ο πόνος γινεται μεγαλυτερος, η απωλεια του εαυτου (νιατα) και η αναπόληση για τον εαυτό που θα μπορουσε να κάνει περισσότερα.
Δεν ξερω, αν το εγραφε σημερα, στο κεντρο του βιβλιου να ήταν το ΑΙ κι οχι το μηχανικο πιάνο.






