Τελείωσα το εξαιρετικο αν και, σε σημεία, αρκετα δύσκολο, βιβλίο του
Auerbach, Μίμησις - Η εικόνα της πραγματικότητας στη Δυτική λογοτεχνία.
Αποτελείται από είκοσι κεφάλαια, σε χρονολογική σειρά, τα οποια διατρέχουν 2-3 χιλιάδες χρόνια δυτικής λογοτεχνίας. Κάθε κεφάλαιο, αναλύει κάποιο μείζον έργο της εποχής στην οποία αναφέρεται (μερικές φορές και παραπάνω από ένα και κάποιες άλλες, να συγκρινει με αυτά που ήδη εχουν ειπωθει στα προηγούμενα) μεσω της ανάλυσης ενός αποσπάσματος από το εργο, αρχικά στην γλωσσα που γράφτηκε και εν συνεχεία στα αγγλικά. Η ανάλυση που επιχειρει ο συγγραφέας είναι συντακτική, γραμματική και λεξιλογική, για να καταλήξει στους λόγους για τους οποίους το κείμενο είναι γραμμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο, εντάσσοντας μέσα στην εποχή του, τι και πώς εξυπηρετει το κάθε είδος σύνταξης στην υφολογική διαστρωμάτωση, γιατι, πάνω από όλα, ο πυρήνας του βιβλιου είναι το ύφος. Από την κλασική αρχαιότητα, που υπήρχε σαφής και αυστηρός διαχωρισμός του ύφους (υψηλό και τραγικό για τους αριστοκράτες, ευγενεις, τους ανήκοντες σε υψηλόβαθμη κάστα, φαρσοκωμωδία για το χαμηλο ύφος, για τη ζωή των προλετάριων.

)
Τομή σε αυτόν τον διαχωρισμό γινεται με τα χριστιανικά και τα ιουδαϊκά κείμενα, οπου αρχίζει η επιμειξία των υφων και η χρήση των οποιων, μεσα στους αιωνες, παλινδρομει ανάμεσα στα δύο. Από όλα τα κείμενα που παραθετει και αναλύει, εκει που πραγματικά δυσκολευτηκα είναι με εκεινα τα οποία ούτε ήξερα ή, κι αν ήξερα, δεν είχα ποτέ επαφή μαζί τους και δεν μπορεσα να παρακολουθησω: ιπποτικά και αυλικά επη/μυθιστορήματα, κάποια βιβλικά κειμενα, μεγάλο μέρος της πεζογραφίας του Μεσαίωνα, κείμενα του Μολιέρου, του Πρεβό κλπ. Η αναλυσή του, όμως, για σημεια σταθμους και μετάβασης από το ένα ειδος στο άλλο (μεσα από διεργασίες χρόνων, δηλαδή, δεν σταματησαν κάποια μερα να γραφουν σε εομαντικό υφος για να μεταπηδήσουν στον ρεαλισμο) ήταν εξοχα και απιστευτα ενδιαφέροντα (Δαντης, Σαιξπηρ, Γαλλικός Ρεαλισμος και Μοντερνισμός, ειδικά η μεταβαση απο τον Ρομαντισμο στον Ρεαλισμό και οι διαφορες γερμανικύ και γαλλικου ρομαντισμου) με το προτελευταιο κεφάλαιο να γινεται συναρπαστικό μιας και εξηγεί πάρα πολύ απλά και τεκμηριωμένα τη διαφορά της -δυτικής- λογοτεχνίας από τη ρωσική του 19ου αιώνα, μιλώντας για τα αυτόνόητα: απο τη μία την ασύγχρονη ελευση της αστικής τάξης στη Ρωσία και από την άλλη τον ίδιο τον ρώσικο ψυχισμό που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος τόσο με την απεραντοτητα της χώρας οσο και με τη θρησκευτικότητά της.
Το πρώτο κεφάλαιο, στο οποίο επιχειρείται μια σύγκριση σκηνής από την Οδύσσεια (επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη και την αναγνωρισή του από την Ευρύκλεια) και της θυσίας του Ισαάκ είναι αξιομνημόνευτο και, απ’ όσο διάβαζα, από τα πιο πολυδιαβασμένα. Ειναι, συναρπαστικο, αξίζει κάποιος να το αγοράσει μόνο γι αυτό το κεφάλαιο. Αντε, κ για την εισαγωγή του Steiner.
Κατά τύχη, επιασα ένα βιβλίο που είχα αγοράσει από το παζάρι βιβλιου,
την Τεχνη του στίχου του Μπορχες που είναι οι απομαγνητοφωνημένες διαλέξεις που έδωσε κάπου το 1967-1968, κστα την επίσκεψή του στην Αμερική. Πέρα από το περιεχόμενο του ίδιου του βιβλίου (το οποιο, κατά έναν περίεργο τρόπο, συνομιλεί καποια κεφάλαια από τμεταγενέστερα κείμενα του Steiner,
Αξόδευτα Πάθη), αυτό που με συνεπήρε και δεν το εκλεισα, παρά αφού τελειωσε ηταν το εξής:
Ο Μπορχες υποστηρίζει με απλότητα και ταπεινότητα το επισης αυτονόητο, ότι η ποίηση (συνεκδοχικά κι η τέχνη, σε ολες της τις εκφάνσεις) είναι πρώτα και πανω από όλα (ίσως και μονο) συναίσθημα το οποιο μπορει να παραμένει ίδιο σε κάθε επαν-επαφή μαζί της, μπορεί και όχι, ενώ δεν λέει τίποτε ένα κείμενο (που μπορει να έχει διάρκεια μέσα στο απέραντο του χρόνου)
αν δεν υπάρχει ο αναγνωστης (παρόλο που είναι τόσο εφήμερος). Ότι το κείμενο ζωντανευει (κι επιβιώνει), επειδή προκαλεί συγκίνηση στον δέκτη του κι όχι εξαιτίας κάποιαςδήθεν αξίας που του αποδίδουν κριτικοι από καθέδρας. Δινει σπουδάια σημασία στον αναγνωστη, γι αυτόν αλλωστε κάπου έγραφε οι καλοί αναγνώστες είναι κύκνοι πιο μαύροι και πιο σπάνιοι κι από τους καλούς συγγραφείς (ή, κάπως έτσι).Και δευτερον, η ηδύτητα του ιδιου του λογου του, του ύφους του και της ταπεινότητας με την οποία προσεγγίζει τα θέματα των διαλέξεών του. Μπήκε στην καρδιά μου αυτό το βιβλιο, μαλλον γιατι κι αυτός από την καρδια του έδωσε αυτές τις τόσο άμεσες και vivid διαλέξεις.