Ρίξε τρεις λέξεις... για ένα θέατρο!

Ανακεφαλαιώνω και συμπληρώνω:

Εγώ ποτέ δεν


ΣΚΗΝΙΚΟ

Βλέπουμε το καθιστικό μιας εξοχικής έπαυλης ιδιαίτερα έρημης (ας χιόνιζε γαμώ το…) που στο κέντρο φωτίζει ένα κερί τη βαριά επίπλωση.

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΒΙΡΓΚΩ: Μια γελαστή, γριά υπηρέτρια με ανδρικό πουκάμισο και μια φθαρμένη γκρίζα λιβρέα, που σέρνεται στο πάτωμα.
ΛΟΥΙΖΑ: Κόρη της Σελήνης.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Νεόπλουτος χασάπης με BMW.
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Κυρία χασάπη. Έχει στα μαλλιά της μπικουτί. Φοράει αρχαιοελληνικό χιτώνιο και κλαίει καθισμένη.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Νύχτα ήρθα στην πόλη, κρατώντας μόνο ένα πούρο Αβάνας. Θυμάμαι ότι πρώτα είδα το σφαγείο.
ΒΙΡΓΚΩ: Μα είχες έρθει από την όμορφη Ισπανία, όπου είχες δουλέψει τα πρώτα χρόνια της ζωής σου, σαν εμπνευσμένος χασάπης.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Αχ, πώς να ξεχάσω τη στιγμή της πρωτόγνωρης χαράς όταν σε αντίκρισα και αμέσως σκέφτηκα: Πω-πω ένα φιλέτο!
(Η κα Πασχαλάκη σκουπίζει τα μάτια της με ένα μαντηλάκι και κατευθύνεται προς το μέρος τους)
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Βίργκω, πήγαινε να ανοίξεις το κίτρινο κουτί με τα φτερά και τα τούλια. Θέλω απόψε αναμμένο το τζάκι και ψημένο σουτζουκάκι! Και μην ξεχάσεις, να πας στο γραφείο του Πασχαλάκη! Εκεί θα βρεις ό,τι χρειάζεται μια κυρία.
ΒΙΡΓΚΩ: Είναι μάλλον μια νύχτα δακρύων, ας βάλω και λίγα ξύλα στο τζάκι, να ξορκίσω τις χίμαιρες που τρώνε τα σουτζουκάκια.
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Νομίζω πως θα άκουσες στις ειδήσεις για τις επεμβάσεις των δημοκρατικών Αθηναίων στα χασάπικα στέκια! Πώς θα σου φαινόταν αν εγώ ψήφιζα δεξιά;
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Αχού! Το κλάμα σε χίλια φεγγάρια, δεν θα ωφελήσει .
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Τότε τι κλαις ανώφελα, μου λες;
ΒΙΡΓΚΩ : Κυρά, να στρώσω επιτέλους το τραπέζι;
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Ναι! Και βάλε το λευκό τραπεζομάντιλο και τα κεριά, που αγόρασε η Λουίζα!
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Ρε συ, πού είναι η μεταξωτή μου ρόμπα?
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ : Στην ντουλάπα, καλέ.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Αααχ, λατρευτό μετάξι!
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Άρχοντά μου, σου αγόρασα μια μπλε, μεταξωτή φορεσιά. Πότε θα μας χορέψεις;
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Να χορέψω καν-καν;
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Όχι! Χάλι-γκάλι! Μονάχα βαλς μη χορέψεις. Δεν μου αρέσει!!!!
(Μπαίνει η Λουίζα, κρατώντας παπούτσια μπαλέτου)
ΛΟΥΙΖΑ : Ας χορέψουμε λοιπόν! Βάλτε το τραγούδι που άκουγα μικρή.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Κάνε πέρα, Λουίζα! Έχουμε εμείς σειρά!
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ : Καθίστε να φάμε.
(Αφού έφαγαν και τελείωσαν αμέσως!)
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Μουσική! Τώρα είναι ώρα! Μάμπο; Τουίστ; Τάνγκο;
ΛΟΥΙΖΑ: Πάω στο πιάνο
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ : Να τραγουδήσεις, Λουίζα
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Δεν φαντάζεστε πόσο θέλω να ακούσω την μελωδική φωνή της κόρης της Σελήνης! Που..
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Φτάνει! Μη μιλάς! Με μέθυσαν οι πάρλες σου. Δεν ξεκινάς;
ΛΟΥΙΖΑ: (Κάθεται στο πιάνο!)
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ : (Παίρνει στάση, αναμένοντας.)
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: (Ξύνει τη μασχάλη!)
ΛΟΥΙΖΑ : (Ξεκινά να παίζει ένα κομμάτι) Το αγαπημένο μου τραγούδι από την εθνική μας Παλιγγενεσία! Τραγουδήστε όλοι μαζί!
(Αφού τραγούδησαν)
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Θέλετε τώρα να...
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Όχι, Πασχαλάκη! Δεν είναι ώρα να πας για ύπνο. Ήρθε η στιγμή που όλοι περιμέναμε! Λουίζα, πες μας για τον Λεωνίδα.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: (πετάγεται με θυμό) Τον γιο αυτού του κυρίου Μιχαλάκη!
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Πού το θυμήθηκες το παλιό μίσος, αυτό που χρόνια μου σκίζει την καρδιά; Γιατί Λουίζα έμπλεξες με τον χειρότερο εχθρό μας;
ΛΟΥΙΖΑ: Δε φταίω εγώ. Ήταν μια στιγμή αδυναμίας. Πώς να μπορέσω να προβλέψω όσα δεν μπόρεσαν τόσες άλλες κοπέλες; Και τώρα με δυσκολία προσπαθώ να κρατήσω μακριά το βασανιστικό παρελθόν.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Όφειλες τουλάχιστο να προστατέψεις την αξιοπρέπειά σου.
ΛΟΥΙΖΑ: Αξιοπρέπεια στον έρωτα;;;
ΒΙΡΓΚΩ: (Μπαίνει στη σκηνή)
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Πάψτε, ρεζίλι γίναμε.
ΒΙΡΓΚΩ: Το τραπέζι ετοιμάστηκε!
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Φαρμάκι θα ’ναι.
ΛΟΥΙΖΑ: Πάλι έστρωσες τραπέζι;!
ΒΙΡΓΚΩ: Για τον καφέ.
ΛΟΥΙΖΑ: (Ψιθυριστά στη Μάτα) Στοίχημα ότι έστησε αφτί και κατασκόπευε. Τα λέει όλα στην πανούργα γειτόνισσά της στην πόλη.
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Μόνο η Σελήνη μπορεί να εξηγήσει γιατί η Βίργκω είναι τόσο περίεργη.
ΛΟΥΙΖΑ: Νομίζω ο Μιχαλάκης έδωσε στον Λεωνίδα πληροφορίες που μόνο εγώ κι αυτός ήταν δυνατό να κρατήσουμε μυστικές. Αύριο που θα δω στην πόλη τον ωτορινολαρυγγολόγο κ. Γκουρμέ, θα καταλάβω αν τα αφτιά της Βίργκω χρειάζονται ξεβούλωμα.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: (Πλησιάζει τη Βίργκω από δίπλα, και της αρπάζει το χέρι) : Αυτή τη γελοία συνήθεια που έχεις, να φοράς πολύχρωμα καπέλα με φτερά, εγώ θα σου την κόψω!
ΒΙΡΓΚΩ: (Προσπαθεί να ξεφύγει από ιδρωμένο χέρι-τανάλια, τρέχοντας και φωνάζοντας) Βοήθεια! Ο Πασχαλάκης έχει ανήθικους σκοπούς!
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Με πήρες λάθος! Εγώ ποτέ δεν
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
ναι!
ΒΙΡΓΚΩ: Ε, δεν

(γενικώς ας μην τραβάμε πολύ τις ατάκες κι ας υπάρχει εναλλαγή μεταξύ των προσώπων όπως συνηθίζεται στα θεατρικά. :) )
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Παιδιά, τώρα που το ξαναδιάβασα για να το συμμαζέψω, ξεπατώθηκα να γελάω σαν ανόητος! :μουάχαχα:

Λοιπόν συμπληρώνω: Είναι ποτέ δυνατόν

Θυμίζω: συμπληρώνουμε κάθε φορά τρεις λέξεις, είτε πρόκειται για ατάκες, είτε για περιγραφές εντός παρένθεσης. Δεν μετράνε τα ονόματα των πρωταγωνιστών.

Όποιος θελήσει να συμπληρώσει, οπωσδήποτε να διαβάσει όλο το κείμενο, καταρχήν για να γελάσει :χαχα: και έπειτα για να καταλάβει, όσο γίνεται, την πλοκή.

ΣΚΗΝΙΚΟ

Βλέπουμε το καθιστικό μιας εξοχικής έπαυλης ιδιαίτερα έρημης (ας χιόνιζε γαμώ το…) που στο κέντρο φωτίζει ένα κερί τη βαριά επίπλωση.

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΒΙΡΓΚΩ: Μια γελαστή, γριά υπηρέτρια με ανδρικό πουκάμισο και μια φθαρμένη γκρίζα λιβρέα, που σέρνεται στο πάτωμα.
ΛΟΥΙΖΑ: Κόρη της Σελήνης.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Νεόπλουτος χασάπης με BMW.
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Κυρία χασάπη. Έχει στα μαλλιά της μπικουτί. Φοράει αρχαιοελληνικό χιτώνιο και κλαίει καθισμένη.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Νύχτα ήρθα στην πόλη, κρατώντας μόνο ένα πούρο Αβάνας. Θυμάμαι ότι πρώτα είδα το σφαγείο.
ΒΙΡΓΚΩ: Μα είχες έρθει από την όμορφη Ισπανία, όπου είχες δουλέψει τα πρώτα χρόνια της ζωής σου σαν εμπνευσμένος χασάπης.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Αχ, πώς να ξεχάσω τη στιγμή της πρωτόγνωρης χαράς όταν σε αντίκρισα και αμέσως σκέφτηκα: Πω-πω ένα φιλέτο!
(Η κα Πασχαλάκη σκουπίζει τα μάτια της με ένα μαντηλάκι και κατευθύνεται προς το μέρος τους)
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Βίργκω, πήγαινε να ανοίξεις το κίτρινο κουτί με τα φτερά και τα τούλια. Θέλω απόψε αναμμένο το τζάκι και ψημένο σουτζουκάκι! Και μην ξεχάσεις, να πας στο γραφείο του Πασχαλάκη! Εκεί θα βρεις ό,τι χρειάζεται μια κυρία.
ΒΙΡΓΚΩ: Είναι μάλλον μια νύχτα δακρύων, ας βάλω και λίγα ξύλα στο τζάκι, να ξορκίσω τις χίμαιρες που τρώνε τα σουτζουκάκια.
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Νομίζω πως θα άκουσες στις ειδήσεις για τις επεμβάσεις των δημοκρατικών Αθηναίων στα χασάπικα στέκια! Πώς θα σου φαινόταν αν εγώ ψήφιζα δεξιά;
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Αχού! Το κλάμα σε χίλια φεγγάρια, δεν θα ωφελήσει .
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Τότε τι κλαις ανώφελα, μου λες;
ΒΙΡΓΚΩ : Κυρά, να στρώσω επιτέλους το τραπέζι;
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Ναι! Και βάλε το λευκό τραπεζομάντιλο και τα κεριά, που αγόρασε η Λουίζα!
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Ρε συ, πού είναι η μεταξωτή μου ρόμπα?
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ : Στην ντουλάπα, καλέ.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Αααχ, λατρευτό μετάξι!
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Άρχοντά μου, σου αγόρασα μια μπλε, μεταξωτή φορεσιά. Πότε θα μας χορέψεις;
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Να χορέψω καν-καν;
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Όχι! Χάλι-γκάλι! Μονάχα βαλς μη χορέψεις. Δεν μου αρέσει!!!!
(Μπαίνει η Λουίζα, κρατώντας παπούτσια μπαλέτου)
ΛΟΥΙΖΑ: Ας χορέψουμε λοιπόν! Βάλτε το τραγούδι που άκουγα μικρή.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Κάνε πέρα, Λουίζα! Έχουμε εμείς σειρά!
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Καθίστε να φάμε.
(Αφού έφαγαν και τελείωσαν αμέσως!)
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Μουσική! Τώρα είναι ώρα! Μάμπο; Τουίστ; Τάνγκο;
ΛΟΥΙΖΑ: Πάω στο πιάνο.
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ : Να τραγουδήσεις, Λουίζα
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Δεν φαντάζεστε πόσο θέλω να ακούσω την μελωδική φωνή της κόρης της Σελήνης! Που..
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Φτάνει! Μη μιλάς! Με μέθυσαν οι πάρλες σου. Δεν ξεκινάς;
ΛΟΥΙΖΑ: (Κάθεται στο πιάνο!)
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ : (Παίρνει στάση, αναμένοντας.)
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: (Ξύνει τη μασχάλη!)
ΛΟΥΙΖΑ : (Ξεκινά να παίζει ένα κομμάτι) Το αγαπημένο μου τραγούδι από την εθνική μας Παλιγγενεσία! Τραγουδήστε όλοι μαζί!
(Αφού τραγούδησαν)
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Θέλετε τώρα να...
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Όχι, Πασχαλάκη! Δεν είναι ώρα να πας για ύπνο. Ήρθε η στιγμή που όλοι περιμέναμε! Λουίζα, πες μας για τον Λεωνίδα.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: (πετάγεται με θυμό) Τον γιο αυτού του κυρίου Μιχαλάκη!
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Πού το θυμήθηκες το παλιό μίσος, αυτό που χρόνια μου σκίζει την καρδιά; Γιατί, Λουίζα, έμπλεξες με τον χειρότερο εχθρό μας;
ΛΟΥΙΖΑ: Δε φταίω εγώ. Ήταν μια στιγμή αδυναμίας. Πώς να μπορέσω να προβλέψω όσα δεν μπόρεσαν τόσες άλλες κοπέλες; Και τώρα με δυσκολία προσπαθώ να κρατήσω μακριά το βασανιστικό παρελθόν.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Όφειλες τουλάχιστο να προστατέψεις την αξιοπρέπειά σου.
ΛΟΥΙΖΑ: Αξιοπρέπεια στον έρωτα;;;
ΒΙΡΓΚΩ: (Μπαίνει στη σκηνή)
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Πάψτε, ρεζίλι γίναμε.
ΒΙΡΓΚΩ: Το τραπέζι ετοιμάστηκε!
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Φαρμάκι θα ’ναι.
ΛΟΥΙΖΑ: Πάλι έστρωσες τραπέζι;!
ΒΙΡΓΚΩ: Για τον καφέ.
ΛΟΥΙΖΑ: (Ψιθυριστά στη Μάτα) Στοίχημα ότι έστησε αφτί και κατασκόπευε. Τα λέει όλα στην πανούργα γειτόνισσά της στην πόλη.
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Μόνο η Σελήνη μπορεί να εξηγήσει γιατί η Βίργκω είναι τόσο περίεργη.
ΛΟΥΙΖΑ: Νομίζω ο Μιχαλάκης έδωσε στον Λεωνίδα πληροφορίες που μόνο εγώ κι αυτός ήταν δυνατό να κρατήσουμε μυστικές. Αύριο που θα δω στην πόλη τον ωτορινολαρυγγολόγο κ. Γκουρμέ, θα καταλάβω αν τα αφτιά της Βίργκω χρειάζονται ξεβούλωμα.
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: (Πλησιάζει τη Βίργκω από δίπλα, και της αρπάζει το χέρι) : Αυτή τη γελοία συνήθεια που έχεις, να φοράς πολύχρωμα καπέλα με φτερά, εγώ θα σου την κόψω!
ΒΙΡΓΚΩ: (Προσπαθεί να ξεφύγει από ιδρωμένο χέρι-τανάλια, τρέχοντας και φωνάζοντας) Βοήθεια! Ο Πασχαλάκης έχει ανήθικους σκοπούς!
ΠΑΣΧΑΛΑΚΗΣ: Με πήρες λάθος! Εγώ ποτέ δεν είχα κάτι τέτοιο στο αθώο μου μυαλό. Εσύ όμως ναι!
ΒΙΡΓΚΩ: Ε, δεν θα με βγάλεις έξω από το δωμάτιο με αυτά τα τερτίπια. Μάθε επιτέλους πως εγώ είμαι κρυπτοχριστιανή!
(πέφτει ανάσκελα και χλιμιντρίζει με κρυπτοχριστιανικό τρόπο!)
ΜΑΤΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ: Τί λόγια είναι αυτά που είπες; Είναι ποτέ δυνατόν
 
Top