Συνανάγνωση: "Εργοστάσιο Εφιαλτών" του Thomas Ligotti

Φλέγρα

Όμορφο Νιάτο
Εγώ ρε παιδιά ζορίστηκα. Όχι με τη γραφή, είναι εξαιρετικός τεχνίτης της γλώσσας, οι εικόνες του είναι εκπληκτικά ζωντανές και ο τρόπος που σου υποβάλλει τον τρόμο υποδόρια τον κάνει ίσως έναν από τους καλύτερους τεχνίτες του είδους, αν όχι τον καλύτερο. Αλλά η υπαρξιακή φιλοσοφία του συγγραφέα, στο βαθμό που είναι (έντονα κατά τη γνώμη μου) παρούσα στις ιστορίες μέχρι τώρα, με ενοχλεί βαθειά. Η ιδεολογία που βγαίνει στην επιφάνεια, ειδικά στην ιστορία που θεωρώ είναι η καλύτερη ως τωρα (Βασταριεν) αλλά και αλλού, πλέκει το εγκώμιο μιας απάνθρωπης* κοσμοθεωρίας που για κάποιο λόγο με βγάζει από την απόλαυση της ανάγνωσης και με κάνει να αντιδρώ. Θα το σκεφτώ, θα την ξαναδιαβάσω τη συγκεκριμένη ιστορία, και θα προσπαθήσω να εντοπίσω με αποσπάσματα τι είναι αυτό που με απωθεί τόσο. Γιατί σίγουρα δεν είναι ο τρόμος, σ'αυτό είναι μάστορας και σ'αυτό το επίπεδο εκτιμώ τις ιστορίες του. Η αντίδραση μου είναι, υποπτεύομαι, ιδεολογική. Θα επανέλθω.

Πάντως αν κάποιος διαισθάνεται τι εννοώ και μπορεί να με βοηθήσει να βγάλω άκρη, άσχετα αν συμφωνείτε ή διαφωνείτε, θα το χαιρόμουν.

---
*Απάνθρωπη όχι με την έννοια της "κακιάς", με την έννοια της απομάκρυνσης/αποξένωσης από την ανθρώπινη φύση.
 
Last edited:

Έλλη Μ

Κοινωνός
Η αντίδραση μου είναι, υποπτεύομαι, ιδεολογική. Θα επανέλθω.
Πάντως αν κάποιος διαισθάνεται τι εννοώ και μπορεί να με βοηθήσει να βγάλω άκρη, άσχετα αν συμφωνείτε ή διαφωνείτε, θα το χαιρόμουν.
--
*Απάνθρωπη όχι με την έννοια της "κακιάς", με την έννοια της απομάκρυνσης/αποξένωσης από την ανθρώπινη φύση.
Φλέγρα, νομίζω οτι καταλαβαινω *ακριβώς* τι εννοείς, μόνο που διάλεξα, αυτό το ιδεολογικό όπως ευστοχα χαρακτηρίζεις, να το αφήσω στην άκρη.
(δε βοηθά αυτό που γράφω, αλλά ειπα να ξεκινησω κάπως έτσι τον σχολιαΖμό) ::

Αινιγματική, μυστηριώδης σχεδόν μαγική, φιλοσοφική, γριφώδης, ποιητικη, υπνωτιστικά σκηνικά, αναμεσα στο ημιφως και τη σκιά, ραφιναρισμένη γραφή, ασαφη νοήματα (νομίζω οτι αυτή ειναι και η μαγεία του). Ενα σχεδόν avant-garde βιβλίο.

Για την ακρίβεια, μάλλον είναι μάταιη κάθε προσπαθεια υπερανάλυσης και αποδόμησης του νοήματος στις ιστορίες του βιβλίου, μιας και (παρα το γριφώδη χαρακτήρα τους) απαντήσεις δε θα δωθουν, ουτε καν ως υπονοούμενα. Απλώς διαβάζεις αυτό που γράφει ο Λιγκότι κι αν εισαι τυχερός, παρασέρνεσαι απο το ατμοσφαιρικο φέγγος των αστεριών του.

Η γνώμη μου ειναι οτι προκειται για διηγήματα δουλεμενα και ξαναδουλεμένα για την επιλογή των λέξεων, της σειράς τους, με επαναλαμβανόμενα μοτίβα μεν, χωρις να καταλήγουν μανιέρα δε. Ο τρόμος αχνοφαίνεται και υπονοείται, δεν επιβαλλεται με βίαιες σκηνές, αν και το γκροτέσκο στοιχείο είναι παρόν. Ειναι ένας τρόμος ούτε κοσμικός, ούτε απόκοσμος, νομιζω πως εγκειται πέρα και πολύ μακρια απο αυτό, νιχιλιστικός (ε?). Έρημες πόλεις, άδεια, παγωμενα και σκονισμένα δωμάτια, γκρι, μουντα κτίρια, και πολλές περιγράφες από ψηλά. Τα πλάσματα που πέρασαν απο αυτές τις σελιδες είναι στην πραγματικότητα (ποιά πραγματικότητα?) φασματικές μορφές, ενδεδυμένες το ψύχος της ημισέληνου και τη σκιά του ημίφωτος, δεν ειναι ολότελα κρυμμένες.

Θα συμφωνησω οτι οι ιστορίες ειναι συγκοινωνούντα δοχεία με εξαίρεση τη Μεγάλη γιορτή των Μασκών, η οποία ηταν και η μόνη που με έκανε να νιώσω άβολα - το άβολο με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, ήθελα να αλλάζω θέση καθε τόσο. Μάλλον δυσφορία ή όχληση ή κάτι τέλος πάντων που δεν μπορω ξεκάθαρα να ονομάσω.

Περα απο την ομολογουμένως απίστευτη ατμόσφαιρα που σε υποβάλλει με τις εικόνες του, ο λόγος του ειναι περίτεχνος και αριστοτεχνικός, και για μενα ειναι σημαντικό ζητούμενο απο ένα βιβλίο, δηλαδή να το ξαναδιαβάζω για το στήσιμό των προτάσεων και μόνο.
Ειναι περιττό να παρατηρησω οτι (μάλλον) πρόκειται για έναν συγγραφέα με εμμονές που έχει εγκολπώσει μαεστρικά τον Πόε και τον Λαβκραφτ (όσο μπορώ να ανακαλέσω αμφότερους) και που σου δίνει την εντύπωση ότι οι κόσμοι που δημιουργεί - για τον ίδιο - δεν ειναι καθόλου φανταστικοι. Σε όλες τις ιστορίες, ο αφηγητης αμφισβητεί την πραγματικότητα (ποια πραγματικότητα?), αλλά και όλες οι ιστορίες έχουν άπειρες αδυνατότητες.

Δε σκοπεύω να γράψω κάτι άλλο για τις ιστορίες ξεχωριστά, εσείς εξάλλου το κάνατε πολύ καλύτερα απ' ό,τι θα το έκανα εγώ (Ιζι, μου άρεσε πάρα πολύ η ανάρτησή σου) αλλά θα αφήσω για το τέλος την πρόταση εκείνη που κόλλησε στο μυαλό μου:

Ψυθύρισε κατα λέξη πως "η θαυμαστη μουσικη εκείνων των φωνών ήταν η γλώσσα του υψιστου παραληρηματος των πλανητων καθως γυριζουν και γυριζουν σαν φωτεινες μαριονετες που χορευουν στο σκοτος".
Το άσυλο του Δόκτορος Λόκριαν, σελ. 58
 
Last edited:

Ίζι

Κυρά των Σκιών
Φλέγρα, μήπως σε ενοχλεί που, σε αντίθεση με τους περισσότερους συγγραφείς τρόμου, ο Λιγκότι δεν αξιοποιεί απλώς στις ιστορίες του το σκοτεινό/διαβολικό υπερφυσικό, αλλά μοιάζει να το εξιδανικεύει και να το εξυμνεί;

@Έλλη, σ' ευχαριστώ. Μόλις διάβασα την ανάλυσή σου και συμφωνώ με κάθε λέξη.
 
Last edited:

Έλλη Μ

Κοινωνός
:)
Ιζι, ναι, εχεις δικιο, απομυθοποιεί το κακό και δεν αφηνει περιθώρια να αμφισβητησεις τους κόσμους του και τα πλάσματα που κατοικουν σε αυτούς. Νομίζω οτι ξεκινά με αυτό ώς δεδομένο και προσδοκά να σε κάνει κοινωνό τους.

A propos, αν καποιος το βρει hard copy, με ενδιαφερει.
 
Last edited:

Φλέγρα

Όμορφο Νιάτο
Ναι, έχετε δίκιο και οι δύο, σας ευχαριστώ. Πάντως η εξύμνηση του κακού (και ακόμη και η εξύμνηση του μηδενισμού) δεν είναι καινούρια ιδέα στη λογοτεχνία τρόμου, νομίζω, οπότε νιώθω οτι ίσως να πηγαίνει ακόμη βαθύτερα. Ειδικά εύστοχη, Έλλη, βρίσκω τη φράση σου: "προσδοκά να σε κάνει κοινωνό τους". Με ενδιαφέρει πολύ πάντως να το καταλάβω όλο αυτό καλύτερα, και θα συνεχίσω να διαβάζω με ιδιαίτερη προσοχή και στο κείμενο και στις αντιδράσεις μου.

Εξαιρετική ανάλυση, Έλλη. Θα πρόσθετα και τον Κάφκα στους συγγραφείς που φαίνεται να τον έχουν επηρρεάσει.
 

Πωλίνα

Κοινωνός
Είναι η πρώτη μου επαφή με τέτοιου είδους βιβλία και δεν ξέρω τι και πως να σχολιάσω.
Οι αναρτήσεις σας ήταν πλήρεις και δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο

Θέλω λίγο να μιλήσω για το Όνειρο μιας Κούκλας. Ήταν για μένα το πιο δυνατό διήγημα. Με άγγιξε τόσο πολύ και δεν βρίσκω λόγια να περιγράψω αυτό που μου προξένησε.
Όση ώρα διάβαζα εκείνες τις σελίδες όπου ο ''πρωταγωνιστής;'' περιέγραφε το όνειρό του, ένιωθα να βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο τόσο μικρό και σκοτεινό, ένιωθα να ονειρεύομαι πως βρίσκομαι σε αυτό το δωμάτιο, ένιωθα τον αέρα να λιγοστεύει! Περιέγραφε την αγωνία του και ένιωθα ταυτόχρονα αυτήν την αγωνία!
Όταν σταμάτησαν εκείνες οι περιγραφές, σταμάτησα το διάβασμα για λίγο γιατί πίστευα πως θα με έπιανε κρίση πανικού.
Πολλοί φοβούνται ή τρομάζουν στη σκέψη με τις ζωντανές κούκλες, εγώ το παθαίνω αυτό με τα μικρά δωμάτια.
Διάβαζα για έναν εφιάλτη, εντελώς διαφορετικό από τον δικό μου και ταυτόχρονα ζούσα τον δικό μου.
Ήταν ασύλληπτο αυτό το πράγμα για το νου μου. Το θυμάμαι και ανατριχιάζω!

Μου άρεσαν όλα τα διηγήματα πολύ. Κάποια όπως το Παιχνίδι και το Άσυλο του Δόκτορος Λόκριαν ήταν όχι προβλέψιμα αλλά λίγο αναμενόμενα, χωρίς να χάνεται όλη η μαγεία του σκηνικού που έστηνε ο Ligotti. Το Les Fleurs ήταν αρκετά καταθλιπτικό ενώ το τέλος του Βαστάριεν ήταν φοβερό.

Έχετε πει τα πάντα πολύ πιο όμορφα από μένα, ανυπομονώ να γνωρίσω τις υπόλοιπες ιστορίες!
 
Να σας πω την αλήθεια, αν και καταλαβαίνω τι εννοεί η Φλέγρα, όλη αυτή η συζήτηση για το αν και κατά πόσο είναι νιχιλιστής ο συγγραφέας, η εξιδανίκευση του σκοτεινού, οι κόσμοι που έχει ίσως επιλέξει να ζει, η πιθανή προσπάθεια να κάνει τον αναγνώστη κοινωνό, όλα αυτά... δεν ξέρω, με χαλάσανε κάπως...
Θα συνεχίσω να διαβάζω για το αναμφισβήτητο ταλέντο του, αλλά θα επιλέξω να μην το δω από αυτή τη σκοπιά, ούτε θα προσπαθήσω κατά την ανάγνωση να αναγνωρίσω βαθύτερα κίνητρα στον Λιγκότι. Προτιμώ να απολαύσω το βιβλίο, σαν ένα αγαπημένο γλύκισμα από έναν ζαχαροπλάστη που, για τους δικούς του περίεργους λόγους, μπορεί να επέλεξε να το φτιάξει σε διαβολικό σχήμα και να προσπαθεί, μάταια, να με πείσει πως αν το φάω, θα γίνω κοινωνός της δικής του σκοτεινής ματιάς στη ζωή. Δεν πα να λέει, ο ψυχάκιας, εγώ θα το φάω, θα το απολαύσω και δεν θα χαλαστώ! Αν πέσω έξω και φτάσω σε σημείο να επηρεάζομαι και να χαλιέμαι, υπάρχουν και άλλα ζαχαροπλαστεία! :)))
 
Διάβασα μόνο τις τρεις πρώτες ιστορίες ως τώρα και γι΄ αυτό στις αναρτήσεις σας είδα, κυρίως, τα σχετικά με αυτές σχόλια.
Το «παιχνίδι» λοιπόν το είδα, από την αρχή της ανάγνωσης, να ξεδιπλώνεται μπροστά μου σαν μια καλογυρισμένη χολυγουντιανή ταινία μικρού μήκους. (Εντάξει, με ΄μένα ως σκηνοθέτη και θεατή ταυτόχρονα, τα περιθώρια αποτυχίας της ταινίας είναι μάλλον μικρά.) Από τη στιγμή που ο ψυχάκιας αναφέρεται στην κόρη του δόκτωρος, το επικρατέστερο σενάριο βγαίνει και το πραγματικό. Μιας και έχω όχι μία, αλλά δύο μικρές κόρες, η ταύτιση με τον ταλαίπωρο δόκτωρα ήταν περίπου δεδομένη. Για λόγους αποκατάστασης της ψυχικής έντασης «πείραξα», ελαφρώς, το τέλος, δίνοντας απλώς τη συνέχεια να ανακαλύπτει ο δόκτωρ (εγώ δηλαδή) το κρυσφύγετο του ψυχάκια, όπου τον σκοτώνει μόνο με τα χέρια και τα δόντια, πριν, φυσικά, αρχίσει να παίζει το σίχαμα τα «παιχνίδια» του. Tres banal, το ξέρω, λυπάμαι, αλλά έπρεπε να γίνει έτσι.

*Ο δόκτωρ Μουνκ είναι συνονόματος του ζωγράφου της διάσημης «Κραυγής». Παίζει τίποτα, ή απλώς...ντόινγκ!;

Για το Les fleurs

Νομίζω ότι το γλυπτό στο Fleurs έχει να κάνει με τμήματα του σώματος του πρώτου (?) θύματος, της Κλερ.
Τουλάχιστον εγώ έτσι το εξέλαβα.
Τα δοντάκια και τα μαλλάκια, ίσως.
Έμιλυ μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι! ;) Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ. Γέλασα πολύ (να, και τώρα που το ξαναθυμήθηκα μ΄ έπιασε νευρικό γέλιο - δυόμιση τη νύχτα, θα ξυπνήσω και τα παιδιά!) όταν το ζωντόβολο της ιστορίας απόκαμε να κόβει βόλτες στο νεκροταφείο για να βρει μια Κλερ και άφησε τελικά τα λουλούδια σε μια Κλάρενς. Με φαντάζομαι σε κάποιον παρακείμενο τάφο (απ΄ έξω, βέβαια!) και ακριβώς τη στιγμή της απόθεσης των λουλουδιών να ξεσπώ σε τρανταχτά γέλια!

Το όνειρο μιας κούκλας μου άρεσε περισσότερο, αν και δεν κατάλαβα αν υπήρξε πράγματι επισκέπτρια, αν αυτά ήταν μια κατασκευή της φαντασίας (του) με αφορμή την κούκλα της βιτρίνας και ποιος (επιτέλους!) εκφέρει τα λόγια με τα πλαγιαστά γράμματα της τελευταίας παραγράφου. Μου άρεσε η σύλληψη του ελλείποντος τοίχου με το «αστροποίκιλτο σκοτάδι» στη θέση του. Μου έφερε συνειρμικά την φοβερή ρουφήχτρα Μάελστρομ, στο ομώνυμο διήγημα του Πόε, αλλά και το πηγάδι, στο «Πηγάδι και το Εκκρεμές», του ιδίου μάστορα. Ωραία και η σκηνή στη σελ. 49 όπου η κούκλα στρέφεται σπασμωδικά προς τον αφηγητή, τον βλέπει κατάματα και του μιλάει με ένα «φριχτό κακάρισμα», μια σκηνή που θα έκανε πιο σφιχτές κάποιες αγκαλιές στα σινεμά.

Συνεχίζω την ανάγνωση με ενδιαφέρον. Ευχαριστώ (κι εγώ) τον Ινσμούθιο για την πρόταση του συγκεκριμένου βιβλίου. Συγκρατώ και τον προβληματισμό της Φλέγρας για μελλοντικό σχολιασμό.

Και μιας και είμαστε σε κλίμα τρόμου...
Χθες κατά τις 5 το πρωί ξύπνησα από έναν κεραυνό που έπεσε κοντά στο σπίτι. Συναγερμοί αυτοκινήτων, κλπ. Είδα ότι οι κεραυνοί διαδέχονταν ο ένας τον άλλο και ότι είχαν ανοίξει οι ουρανοί (και τώρα που γράφω τα ίδια γίνονται - ωραία!). Ανησύχησα μήπως ξυπνήσουν και τρομάξουν τα παιδιά. Το δωμάτιό τους το χωρίζει από την κρεβατοκάμαρά μας ένας μακρύς διάδρομος. Οι πόρτες των δωματίων αντικριστές, ανοιχτές και παράθυρα πίσω από τις πόρτες. Σηκώνομαι τρεκλίζοντας απ΄ τη νύστα (εμ, τέτοιες ώρες που κοιμάμαι!) να πάω να τα δω. Φτάνω μέχρι την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και πέφτει αστροπελέκι. Στην πόρτα του παιδικού δωματίου, απέναντι, η πεντάχρονη κόρη, όρθια, λουσμένη στο φως της αστραπής. Εκεί να σας δω μάγκες!!!
 
Last edited:

Άτοπο

Όμορφο Νιάτο
@Μπέιζιλ, καλά του έκανες!
@Φλέγρα, ίσως σε βοηθήσει να ρίξεις λίγο φως στην υπόθεση η γνώση ότι ο Λιγκότι πάσχει/έπασχε από διαταραχές άγχους, κατάθλιψη και ανηδονία (σύμφωνα με διάφορα που διάβασα). Έτσι, φαντάζομαι ότι προσεγγίζει τα πράγματα με έναν τρόπο διαφορετικό, ότι μπορεί να παρουσιάζει ακόμη κι αυτά που κακοφαίνονται σε έναν «κανονικό» άνθρωπο με παντελή αναισθησία :Ρ, ως απλός παρατηρητής.

Είναι πολύ ενδιαφέρον και μέρος της γοητείας του βιβλίου φαντάζομαι, το πόσο διαφορετικά μπορεί να εκλάβει κάποιος τις ιστορίες...
Πράγματι, Φθινόπωρο. Λοιπόν, δεν θέλω να σας φρικάρω αλλά... βρήκα σχεδόν όλα τα διηγήματα ρομαντικά, μελαγχολικά, θλιβερά, συγκινητικά.
Ήταν η πρώτη μου (και, υποψιάζομαι, όχι τελευταία) επαφή με τον Λιγκότι. Ένιωσα άνετα, οικεία συναισθήματα, ευχαριστήθηκα αυτήν την ανάγνωση.
Φυσικά, θαύμασα κι εγώ τον τρόπο γραφής του! Διάβασα το βιβλίο στα αγγλικά. Μου άρεσε το τόσο πλούσιο λεξιλόγιό του, η χρήση παλιών λέξεων και γενικά λέξεων που δεν συναντάς συχνά, η μίξη αγγλικών κ' γαλλικών λέξεων, η χρήση «λογοτεχνικών λέξεων». Καλαίσθητος και δυνατός τρόπος γραφής. Διαβάζεται πολύ άνετα. Κάποιες φράσεις τις ξαναδιάβαζα για να τις χορτάσω. Σχεδόν σε όλα τα διηγήματα, υπήρχαν μεμονωμένες φράσεις/προτάσεις που ήταν εξωπραγματικά όμορφες! Καλλιτεχνήματα!
Μου άρεσε ο τρόπος που παρουσιάζει τις ιστορίες στον αναγνώστη. Ακόμη κι όταν δεν περιγράφει με λεπτομέρειες το περιβάλλον ή τους ήρωες κάθε ιστορίας, πετυχαίνει να με πείσει για την ύπαρξη κάθε «πραγματικότητας». Δημιουργώ με ευχαρίστηση το σύμπαν του, την όλη ατμόσφαιρα, ακόμη και με αυτά τα λίγα στοιχεία. Ενδιαφέρον.
Όσο για το περιεχόμενο των ιστοριών, ήταν πολύ οικείο. Νομίζω βρήκα έναν ακόμη συγγραφέα για να χαλαρώνω έπειτα από «βαριά» αναγνώσματα. Όμως δεν θα το επιχειρώ συχνά για να μην πάθω κατάθλιψη από το περιεχόμενο των διηγημάτων του...
Μου άρεσε που, έπειτα από κάποια διηγήματα, «χρειαζόμουν» κάποια λεπτά για να χωνέψω/επεξεργαστώ αυτό που διάβασα. Όχι με συνειδητή ανάλυση αλλά, ας πούμε, με την ψυχή. Σίγουρα δεν ένιωσα τρόμο ή σοκ. Όμως ένιωσα. κάτι παρόμοιο με νοσταλγία. Δεν βρήκα καθόλου ψυχρή τη γραφή του (@Ίζι). Αντιθέτως, ένιωσα σαν να είχα την τιμή να είμαι δέκτης μιας ειλικρινούς εξομολόγησης από ένα άτομο που δεν ανοίγεται εύκολα (και δεν απορώ γιατί).

Στα αρνητικά είναι ότι... δεν ένιωσα τρόμο ή σοκ :) Αναστατώθηκα λιγάκι 2-3 συγκεκριμένες στιγμές και μόνο. Δεν πειράζει. Η ευχαρίστηση μπορεί να έχει πολλές μορφές.
Μου έλειψε η αιτία σε κάποια διηγήματα (ίσως ένας λόγος που παρακινεί τον ήρωα να είναι αυτό που είναι, ένα «κάτι» πίσω από τα φαινόμενα). Από την άλλη, ίσως δεν χρειάζεται τόση ανάλυση αλλά να αφεθώ και να αποδεχθώ όσα μου δίνονται:
στην τελική εμείς οι ίδιοι είμαστε οι κεντρικοί ήρωες... (οουουουου)
Επίσης, ένιωσα να επαναλαμβάνεται σε κάποια διηγήματα. Αυτό επειδή βρισκόμαστε σε συγκεκριμένο κόσμο, τον κόσμο των ονείρων; Μπορεί και να είναι ιδέα μου...
Ας αναφέρω το αγαπημένο μου διήγημα από αυτά που διάβασα, αυτό που με έκανε να φρικάρω λίγο (επιτέλους), το «The Chymist», κι ας μην ανήκει σ' αυτά της συνανάγνωσης.

Αφού έγραψα ήδη ένα κατεβατό, για να μην καταχραστώ το χώρο, αναγκαστικά θα πρωτοτυπήσω και θα γράψω απλώς βαθμολογίες και λίγα λογάκια :)
Το Παιχνίδι 4/5 (θλιβερή ιστορία...)
Πιθανότατα τη βρήκα θλιβερή εν μέρει γιατί ήμουν ακόμη επηρεασμένη από ένα άρθρο που διάβασα πρόσφατα για το τέρας Peter Scully... :(
Les Fleures 2,5/5 (τη βρήκα πολύ απλή ως ιστορία αλλά δεν ήταν κακή...)
Το Όνειρο μιας Κούκλας 4/5 (συγκινητική, ρομαντική και όμορφη ιστορία)
Το Άσυλο του Δόκτορος Λόκριαν 3/5
Η Σέκτα του Άνοου 3/5
Η Μεγάλη Γιορτή των Μασκών 4/5 (θλιβερή και ενδιαφέρουσα ιστορία που γεννά σκέψεις)
Βαστάριεν 4,5/5 (διασκεδαστική ιστορία φαντασίας)
 
Το μόνο που παρουσίασε κάποιο ενδιαφέρον ήταν αυτό με τις μάσκες, εξαιρετική η σύλληψη για τα κενά ανάμεσα στα σπίτια και τις οδούς που αλλάζει το όνομα. Είχε άρωμα Πόε
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
Διάβασα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα από όλους, και χαίρομαι ιδιαίτερα που ήμουν κατά κάποιο τρόπο το έναυσμα για να γνωρίσουν κάποιοι τους παράξενους κόσμους του Λιγκότι.. Χαίρομαι επίσης που αναφέρθηκε η συνεργασία του με τη μουσική κολεκτίβα Current 93, που είναι απ'τα αγαπημένα μου ακούσματα για πάνω από 20 χρόνια..
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αναφερθώ στα διηγήματα μιας και ειπώθηκαν σχεδόν όλα, πέρα από μερικές προσωπικές παρατηρήσεις.
"..Έχω τη γνώμη πως ό,τι αξίζει τη μεγαλύτερη επιείκεια στον κόσμο, είναι η αδυναμία του ανθρώπινου μυαλού να συσχετίσει τις γνώσεις του. Ζούμε σε ένα μακάριο νησί άγνοιας, που βρίσκεται στη μέση των μαύρων θαλασσών της αιωνιότητας και δε νοείται να ταξιδέψουμε μακριά απ'αυτό. Ως τα τώρα, οι επιστήμες, που η καθεμιά τραβάει το δικό της δρόμο, μας έχουν βλάψει λίγο. Αλλά κάποια μέρα οι σκόρπιες γνώσεις θα ενωθούν και τότε θα μας αποκαλυφθεί τόσο τρομερή η πραγματικότητα και η θέση που κατέχουμε σ'αυτήν, που ή θα τρελαθούμε από την αποκάλυψη ή θα ξαναγυρίσουμε, απορρίπτοντας αυτό το θανατηφόρο φως, στον εφησυχασμό, την άγνοια και την ασφάλεια ενός νέου μεσαίωνα.." έγραφε ο Χ.Φ.Λάβκραφτ περίπου 100 χρόνια πριν, (αγαπημένος του Λιγκότι όπως έχει παραδεχτεί σε κάποια απ'τις σπάνιες συνεντεύξεις του), και οι πρωταγωνιστές στα διηγήματά του, βιώνουν ακριβώς αυτή την αποκάλυψη. Η πραγματικότητα (ποιά πραγματικότητα; όπως εύστοχα αναφέρθηκε σε προηγούμενη ανάρτηση), αποκαλύπτεται σε όλο της (όλο της; ) το μεγαλείο και τον τρόμο στους ήρωες των ιστοριών, και οι μάσκες πέφτουν για να φορεθούν άλλες, σωστότερες για την περίσταση...
Για το μοντέλο του καλλιτέχνη στο Les Fleurs, θα πρότεινα μια κλεφτή ματιά στο Μοντέλο του Πίκμαν του Χ.Φ.Λάβκραφτ, αλλά και Το Πορτοκαλί για την Αγωνία, Το Μπλε για την Τρέλα του Ντέιβιντ Μορέλ (που βρίσκεται στην ανθολογία Σκοτεινά Οράματα 2). Η Σέκτα του Άνοου μου έφερε έντονα στο μυαλό τον Παρείσακτο (επίσης από Λάβκραφτ). Αγαπημένες ιστορίες μέχρι στιγμής, Les Fleurs, Το Όνειρο μιας Κούκλας, Η Μεγαλύτερη Γιορτή των Μασκών.

Όσο για την απόγνωση, την αποξένωση, το Νιχιλισμό και τη μισανθρωπία στο έργο και τη ζωή του Λιγκότι, συνοψίζονται στο "σχεδόν" φιλοσοφικό πόνημά του, The Conspiracy Against The Human Race, που δυστυχώς, δεν βλέπω να μεταφράζεται στα ελληνικά τα επόμενα χρόνια..
 

Ίζι

Κυρά των Σκιών
@Φθινόπωρο, πόσο μου άρεσε η παρομοίωσή σου! Πάντως, πρέπει να σου πω ότι ένας λόγος που απολαμβάνω τόσο πολύ το συγκεκριμένο "γλυκό" είναι το σχήμα του.

@Ινσμούθιε, αυτή την αντιστοιχία με τον Λάβκραφτ την έχω συναντήσει πολλές φορές διαβάζοντας για τον Λιγκότι. Λένε ότι έχει επηρεαστεί, ότι είναι ο συνεχιστής του κ.λπ. Και προφανώς ισχύει, όμως πρέπει να πω ότι τον βρίσκω πολλές σκάλες ανώτερο απ' τον Λάβκραφτ, και στο ύφος/γράψιμο, και στην ατμόσφαιρα και στις πλοκές των ιστοριών του. Ακόμα κι αν τον ενέπνευσε, δηλαδή, νομίζω ότι τον έχει ξεπεράσει κατά πολύ. Ελπίζω να μην θεωρηθεί "βλάσφημη" από τους λαβκραφτικούς αυτή η γνώμη.
 
(Ίζι, μπορεί να σου έρθει καμιά καλή ιδέα για σχήματα γλυκών για τους λάτρεις του μυστηρίου και του τρόμου! Θα είναι πρωτότυπα, μπορεί να κάνουν πάταγο! -κάτι σαν το γλυπτό στο les fleurs ίσως? :))) )
 
Λοιπόν, δεν θέλω να σας φρικάρω αλλά... βρήκα σχεδόν όλα τα διηγήματα ρομαντικά, μελαγχολικά, θλιβερά, συγκινητικά.
Το 'ρομαντικά' με ξενίζει κάπως αλλά με το 'μελαγχολικά' και 'θλιβερά' συμφωνώ απόλυτα. Το ένιωσα ιδιαίτερα έντονα με την Μεγαλύτερη Γιορτή των Μασκών. Μου μετέδωσε ένα αίσθημα απόγνωσης, μοναξιάς και κενότητας η εικόνα των άμορφων προσώπων που έμεναν ασάλευτα στις σκιές.

Ούτε εγώ ένιωσα αμιγώς τρόμο αλλά περισσότερο ανατριχίλα και δυσφορία πχ. με το 'Ασυλο του Δόκτορος Λόκριαν' και κυρίως το τέλος του 'Παιχνιδιού'. Καταλαβαίνω απόλυτα την συγγραφέα Πόππυ Μπράιτ που στην εισαγωγή της αγγλόφωνης έκδοσης του βιβλίου αναφέρει ότι αυτό το απόσπασμα θα την στοιχειώνει για πάντα και θα έδινε το ένα της δάχτυλο για να το είχε γράψει η ίδια. Αν υπήρχε ένα παράθυρο με θέα στις πιο σκοτεινές γωνιές ενός διεστραμμένου και νοσηρού μυαλού, αυτή είναι η εικόνα που θα αντικρίζαμε.

Η μετάφραση είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετική. Ωστόσο, στο Παιχνίδι στο σημείο που ο δολοφόνος υπονοεί ότι γνωρίζει ότι ο ψυχίατρος έχει μια κόρη, κάνει ένα ανατριχιαστικό λογοπαίγνιο με το όνομά της (Norleen), που είναι αδύνατο να αποδοθεί στα ελληνικά κι εκεί 'χάνει' λίγο. Η ελληνική απόδοση είναι: 'Δεν έχεις δικό σου παραχαιδεμένο πιτσιρίκο αλλά πιτσιρίκα, ε καθηγητά Φον Μουνκ?'

Και το πρωτότυπο είναι: 'You wouldn't be having a misbehaving laddie nor a little colleen of your own, now would you, Professor von Munck?'
 

Ίζι

Κυρά των Σκιών
(Ακολουθεί σεντόνι)

Το δεύτερο μέρος της συνανάγνωσης δεν ξεκινά με ιστορία αλλά με ένα δοκίμιο του Λιγκότι σχετικά με τον υπερφυσικό τρόμο, δοσμένο σε μορφή ακαδημαϊκής διάλεξης. Η Μικρή Διάλεξη του Καθηγητή Κανένα Περί Υπερφυσικού Τρόμου δεν με συνεπήρε όσο οι ιστορίες, όμως τη βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Αυτό που μου έμεινε ήταν κυρίως η ιδέα ότι πραγματικότητα και μη πραγματικότητα είναι δυο εκφάνσεις της ανθρώπινης ύπαρξης ανάμεσα στις οποίες πλανιέται η ψυχή μας. Κι ότι ο υπερφυσικός τρόμος είναι απολύτως αληθινός στη δεύτερη (στη φαντασία μας, μέσα σε ένα όνειρο), και μπορεί να φτιαχτεί από τους φυσικούς τρόμους της πρώτης. Μου άρεσε η ιδέα ότι ο τρόμος υπάρχει εντός κι εκτός μας. Ότι παραμένει αυτόνομος και δεν χρειάζεται την άδειά μας για να χρησιμοποιήσει τη συνείδηση και τη φαντασία μας. Κι ότι μια απλή υποψία είναι αρκετή για να τον πυροδοτήσει. Ως δέκτες, μας κάνει να υποφέρουμε και ταυτόχρονα τον απολαμβάνουμε, κι ίσως αυτό απαντά στο γιατί μας θέλγει τόσο. Θα μου πείτε, αν σου έμεινε μόνο αυτό μάλλον θα κοβόσουν στο μάθημα του καθηγητή Κανένα :μαναι:. Εντάξει, μου έμειναν κι αυτές οι φράσεις: “Ο νοσηρός εξακολουθεί να διαθέτει το χρόνο του για κάθε άλλο παρά καλούς σκοπούς, ώσπου στο τέλος – με συνοδεία τις τρελές ριπές του ανέμου, το φεγγαρόφωτο, τα πεινασμένα φάσματα – καταφέρνει με τον χρόνο του ό,τι και οποιοσδήποτε άλλος με τον δικό του: τον εξαντλεί.” “Στο τέλος, φυσικά, παραμένουμε μαριονέτες και τα χαμόγελά μας εξακολουθούν να είναι ζωγραφιστά.”

Πάμε στις Σημειώσεις για τη Συγγραφή Τρόμου. Τι να πω εδώ, πώς να περιγράψω τα συναισθήματα που μου προκάλεσε; Διάβαζα με ενδιαφέρον κι εντελώς ανυποψίαστη αυτό που θεωρούσα ένα ακόμη δοκίμιο του Λιγκότι για τη λογοτεχνία τρόμου και τις διάφορες τεχνικές που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι επίδοξοι υπηρέτες της. Ο συγγραφέας έχει βαθιά κατανόηση της συγγραφικής τέχνης και μια άφθαστη δεξιότητα να περνάει με άνεση και αποτελεσματικότητα από τη μία τεχνική στην άλλη. Βέβαια, νομίζω ότι τον διακατέχει μια κάποια περιφρόνηση για τις συμβατικές τεχνικές, ιδίως τη ρεαλιστική. Αυτό το διαφωτιστικό μάθημα μας το δίδαξε με αρκετό χιούμορ και με εργαλείο την ωραία αλλά κάπως απλοϊκή ιστορία του καταραμένου παντελονιού. Αυτά, μέχρι να αρχίσει να μας εξηγεί την τελευταία τεχνική, την εξομολογητική (λιγκοτική θα την έλεγα), κι εκεί… απλά μου έκαψε τον εγκέφαλο! Δεν ξέρω για σας, όμως εγώ δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ο αφηγητής μας δεν ήταν ο Λιγκότι αλλά ένας ακόμη χαρακτήρας ιστορίας. Πίστευα ότι ο "Τζέραλντ Ρίγκερς" ήταν πράγματι ένα απ’ τα ψευδώνυμα του Λιγκότι. Κι όμως, όλη αυτή την ώρα βρισκόμασταν μέσα σε μια ακόμα ιστορία τρόμου (το λέει και στον τίτλο ο άνθρωπος, θα έπρεπε να το είχα καταλάβει!), μια μοναδική ιστορία τρόμου, γραμμένη ως εξομολόγηση, αλλά και με έναν συνδυασμό των υπόλοιπων τεχνικών που μας ανέλυσε ο αφηγητής μας. Κι έτσι ο Λιγκότι πέτυχε, εκεί που απέτυχε ο συγγραφέας της ιστορίας του. Κατάφερε κι έγραψε ένα διήγημα αξιοποιώντας ένα ύφος ανεξάρτητο απ’ τις "συμβατικές πραγματικότητες του Ατόμου, της Κοινωνίας ή της Τέχνης". Οι τελευταίες αυτές σελίδες μού προκάλεσαν απανωτές, ισχυρές ανατριχίλες. Αριστουργηματική ιστορία, μια απ’ τις καλύτερες που έχω διαβάσει στη ζωή μου, και σίγουρα η πιο πρωτότυπη.

Τα Άνθη της Αβύσσου είναι η ιστορία που με εντυπωσίασε λιγότερο στη συλλογή. Ίσως γιατί ακολούθησε τις συγκλονιστικές (για μένα) Σημειώσεις, ίσως γιατί δεν βρήκα κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό ούτε στο σπίτι, ούτε στον ένοικο, ούτε στον κήπο με τα απόκοσμα "άνθη". Όπως και το άλλο διήγημα του βιβλίου που αναφέρεται σε παράξενους κήπους, το Fleurs, έτσι κι αυτό μοιάζει κομμάτι μιας μεγαλύτερης ιστορίας, την οποία ο συγγραφέας επέλεξε να μην μας αφηγηθεί, με αποτέλεσμα να μένουν πολλά κενά και ερωτήματα. Παρ’ όλα αυτά η ιστορία κράτησε το ενδιαφέρον μου, ενώ βρήκα πρωτότυπο και αποτελεσματικό τον τρόπο αφήγησης, με τον θολό κεντρικό χαρακτήρα να απευθύνεται στους κατοίκους της κοινότητάς του.

Η επόμενη, το/ο Νεδεσκέριαλ είναι μια σημαντική στιγμή του συγγραφέα, μια που η κεντρική ιδέα (και η ομώνυμη οντότητα) εμφανίζονται και σε επόμενα διηγήματα. Κεντρικό της θέμα είναι η ανακάλυψη ενός παλιού χειρογράφου, που μεταφέρει τον αναγνώστη στον περασμένο αιώνα και ένα παράξενο νησί. Η ιστορία που αφηγείται είναι μια τυπική ιστορία τρόμου, για μια πανάρχαιη δαιμονική θεότητα και την αδίστακτη σέκτα των πιστών της. Μου άρεσε πολύ η ιδέα της παντοδυναμίας και πανταχού παρουσίας αυτής της δαιμονικής/θεϊκής ύπαρξης. Ακόμα και κάθε σκόρπιο κομμάτι του ειδώλου όπου ήταν εγκλωβισμένη, μπορούσε να επηρεάσει και να μεταπλάσει ολόκληρο το περιβάλλον του, όπως γίνεται στη συνέχεια με τον έως τότε ασφαλή κόσμο του ήρωα. Με τον ίδιο τρόπο, το κείμενο με τη συμβατική ιστορία τρόμου που εισάγεται στο λιγκοτικό σύμπαν, αλλάζει και αποκτά μια μαγευτική παραδοξότητα, όταν η αφήγηση τελειώνει κι ο ήρωάς μας πέφτει για ύπνο, για να βρεθεί αντιμέτωπος με το παντοδύναμο αυτό κακό μέσα στον εφιάλτη του, κι έπειτα έξω απ’ αυτόν. Ο Λιγκότι, εκτός από δεξιοτέχνης στην περιγραφή των ονείρων, περιγράφει υπέροχα και τη μετέπειτα επίδραση ενός ζωηρού εφιάλτη στον ανθρώπινο ψυχισμό. Ο ήρωας, στην προσπάθειά του να επιστρέψει στην ασφάλεια και την κανονικότητα, επικαλείται τους καθημερινούς θεούς του σφυρίγματος της καφετιέρας και του αναμμένου φωτός (πόσο μου άρεσε αυτό!), μόνο που μια τέτοια επιστροφή εδώ αποδεικνύεται αδύνατη. Αν κατάλαβα καλά, ο Νεδεσκέριαλ δεν είναι απλά ένας δαίμονας ή ένας κακόβουλος θεός… είναι Ο Θεός, πλάστης, πυρήνας και δοχείο των κόσμων. Στην ιστορία ξεχωρίζω, επίσης, κάποια εύστοχα, αυτοαναφορικά σχόλια για τα φανταστικά τέρατα της λογοτεχνίας τρόμου και το κατά πόσο μπορούν να μας αγγίξουν, ακόμα και πίσω απ’ το προστατευτικό τείχος των τυπωμένων λέξεων. "…μπορεί" γράφει ο Λιγκότι "να υπάρχει μια δύναμη σ’ όλα αυτά που να μας απειλεί, σαν εφιάλτης έτοιμος να ζωντανέψει. Κι αυτή η δύναμη δεν εκπορεύεται τόσο μέσ’ απ’ αυτή καθαυτή την ιστορία, όσο από κάπου πίσω της, από έναν τόπο απείρου σκότους και πανταχού παρόντος κακού, όπου μπορεί άθελά μας να βρεθούμε."

Θέμα των Μυστικιστών του Μίλενμπεργκ είναι ο αρχέγονος ανθρώπινος φόβος της αποδόμησης όσων θεωρούνται κανονικά και φυσιολογικά. Εδώ, μια μεσαιωνική πόλη παγιδεύεται στη “Ζώνη του Λυκόφωτος” όπου οι φυσικές σταθερές παύουν να ισχύουν. Αυτή η ιδέα ότι μια μέρα η γη κι ο ήλιος θα πάψουν να ακολουθούν το αιώνιο πρόγραμμά τους, με γεμίζει τρόμο, και πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής μου έχω δει σχετικούς εφιάλτες με νύχτες που δεν ξημερώνουν ή ήλιους που δεν υποχωρούν στη δύση. Οπότε, ο Λιγκότι πέτυχε διάνα με μένα εδώ (πάλι!). Θαύμασα τις ζωηρότατες περιγραφές όλων των αλλαγών που συνέβησαν υπό την επήρεια του αλλόκοτου λυκόφωτος, την τρομερή αυτή κατάρρευση της κανονικότητας που ξεκίνησε από τη φύση, πέρασε στα αντικείμενα και ολοκληρώθηκε στα ανθρώπινα πρόσωπα.

Τα Κουκούλια είναι μια διασκεδαστικότατη, σκοτεινή ιστορία, για έναν άνθρωπο που, όπως κι οι ήρωες της προηγούμενης, τρέμει τη διατάραξη της κανονικότητας. Εδώ η δυσοίωνη ατμόσφαιρα είναι έντονη από την πρώτη στιγμή, και μου αρέσει να σκέφτομαι ότι ο ήρωας ονειρεύεται και βλέπει εφιάλτη. Ο συγγραφέας δεν δίνει στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτή την άποψη, όμως η αρχή του κειμένου, με τον ήρωα να ξυπνά στα καλά του καθουμένου με τον ψυχίατρό του πάνω απ’ το κεφάλι του, σε μια κατάφωρη παραβίαση της ιδιωτικότητάς του, μου αφήνει αυτή την αίσθηση. Η συνέχεια, με το θεοσκότεινο, διαλυμένο σπίτι, τον επιστήμονα και όσα αποκαλύπτονται στην ταινία, είναι υπέροχα ανατριχιαστικά. Παρεμπιπτόντως, μου άρεσε που ο ήρωας, μέσα σ’ όλη αυτή την αλλοπρόσαλλη κατάσταση, με τον αινιγματικό οδηγό του ταξί, τα παράξενα παιχνίδια των άστρων και της σελήνης, τη βόλτα σ’ αυτήν την απειλητική γωνιά της πόλης, και όσα φοβερά έρχονταν σίγουρα καταπάνω του, ανησυχούσε για το κόμιστρο του ταξί! Απ’ τις αγαπημένες μου ιστορίες!

Το τελευταίο διήγημα της εβδομάδας, η Βιβλιοθήκη του Βυζαντίου, είναι μια εντυπωσιακή ιστορία, που ενσωματώνει διάφορα συχνά μοτίβα και θέματα της λογοτεχνίας τρόμου, όπως είναι η σκοτεινή πλευρά της θρησκευτικής λατρείας και του κλήρου, τα μυστηριώδη ιερατικά βιβλία που είναι γεμάτα απεχθείς εικόνες βασανιστηρίων και δαιμόνων ή το ιερό μαρτύριο που οδηγεί στη κάθαρση μέσα απ’ τον πόνο. Στο αποκορύφωμά της ιστορίας κάνουμε μια βόλτα στην έρημη παλιά πόλη (ποια να είναι, άραγε, και γιατί είναι γελοίο το όνομά της; ) και τη μυστηριακή αρχαία βιβλιοθήκη της απόλυτης γνώσης, που κρύβεται κάτω απ’ τη γη και, κατά παράδοξο τρόπο, φτάνει ως τα αστέρια. Για μένα το πιο τρομακτικό κομμάτι της ιστορίας αφορά στον ίδιο τον νεαρό αφηγητή (που μόνο σαν παιδί δεν μιλά) που θέλει να αποτυπώσει το ιδανικό πρόσωπο της φρίκης και, σπρώχνοντας μια άλλη ψυχή στο σκοτάδι, τελικά τα καταφέρνει.

Να συμπληρώσω κάτι σχετικά με τη μετάφραση. Σχεδόν ποτέ το μεταφρασμένο κείμενο δεν είναι αντάξιο του πρωτότυπου. Εδώ, όμως, ο μεταφραστής έχει δώσει μια αριστουργηματική μετάφραση που, κατά τη γνώμη μου δεν αφαιρεί τίποτα απ' το κείμενο, αντίθετα το αναδεικνύει! Φυσικά είναι αδύνατον να αποδοθούν τα λογοπαίγνια, όπως αυτό που επισήμανε η Μεταλλαγμένη, όμως ελπίζω ότι δεν υπάρχουν πολλά τέτοια.
 

Έλλη Μ

Κοινωνός
Η πλειονότητα αυτών των ιστοριων έχει κάτι διαφορετικό απο τις προηγουμενες (κάπως λογικό, μιας και ανήκουν σε διαφορετικές συλλογες) αν και όλες μοιράζονται κοινά σημεία. Φερ' ειπείν, ειναι προφανές πως έχει φετιχ με κάποια σύμβολα (μάσκες, μαριονέτες) που επαναλαμβάνονται και εμφανιζονται αρκετά συχνά μέσα στις ιστορίες και φυσικά γνήσια αγαπη για το weird (αλλόκοτο?) και για "κάτι μαγικό, κάτι άχρονο, κάτι βαθύ".

Παρόλ' αυτά Η μικρή διάλεξη και οι Σημειώσεις για τη συγγραφή κλπ, ειναι ίσως οι πιο γήινες ιστορίες του μέχρι στιγμης, ίσως γιατι ειναι δοκιμιάκές (η δευτερη, μέχρι τη μέση, όπως πολύ ευστοχα παρατηρεί παραπάνω η Ιζι). Και ίσως εξαιτίας αυτής της γηινότητάς (πώς?) τους, μου άρεσαν καλύτερα απο όλες. Μου άρεσε πάρα πολύ το παιγνιδι παραλλαγών πάνω στην ίδια ιστορία, γραμμένη με δόσεις ειρωνείας και κρυφοσαρκασμού και μια ένδειξη οτι ίσως ο συγγραφεας δεν μπορεί έτσι απλά να απομακρυνθεί απο το αντικέιμενό του. Κατα τη γνώμη μου, ένα πραγματικά ευφυές εύρημα to tell yet another story. (Fyi, δε θα με χάλαγε να διάβαζα και μια παρωδία αυτής της ιστορίας, οπου εκεί, βέβαια, δε θα ειχαμε να κάνουμε με ιστορία τρόμου). Τόσο η διάλεξη όσο και στις σημειώσεις, ο Λιγκόττι μου έβγαλε έντονη αυτοαναφορικότητα.

Tα Άνθη της αβύσσου απλώς με έπεισαν οτι, κατα τον συγγραφέα, ο κόσμος της αβύσσου, του τρόμου και της ζοφερής πραγματικότητας, δεν ειναι κόσμος φανταστικός αλλά υπαρκτός και η δική μας πραγματικότητα δεν ειναι τίποτε άλλο παρά ένα Matrix, μια μάσκα που φοράμε για να μην αντικρίσουμε την ασύλληπτη -και ίσως δυσβάσταχτη- αλήθεια. Παρόλο που δεν με ενθουσίασε, διαβάζοντάς μια περιγραφή, τελείως αναπάντεχα, μου ήρθε στο μυαλό η -προ καιρου- ανάρτηση αγαπητού μέλους και άναψε μια λάμπα στο κεφάλι μου που είχε ώς αποτέλεσμα ένα: "Ααα! Κοίτα να δεις!;!;! (μία, δυο, τρεις τελείες)".
Βεβαια, αυτες οι συνεκδοχές μάλλον στο δικό μου το κεφάλι βρίσκονται και μόνο.

Η ιδεά του πανδαιμονισμου μου άσκησε μια γοητεία στο Νεδεσκέριαλ κι ενός κακού "μέσα σε κάθε αστέρι και στους ανάμεσά τους άδειους χώρους - μέσα στο αίμα και το οστό, σε κάθε πνεύμα και ψυχή - ανάμεσα στους άγρυπνους ανέμους αυτού και των πολλών ακόμα κόσμων πίσω από τα πρόσωπα νεκρών και ζωντανών...", ένας προϊστορικός Λεβιάθαν, μια πανταχού παρουσία. (Στην ιστορία, ο κος Γκρέη και ο δρ Ν. κάπου χαρακτηριζονται ως Αρλεκινοι στο σκηνικό, άρα πλάσματα έρμαια και εν πολλοις ανικανα να ορίσουν το οτιδήποτε). Ομως, η ιστορία η ίδια μου φάνηκε λίγο άτσαλη, με κενα, η σέκτα μου έφερε στο νου - τί άλλο;- τους Ναΐτες και μια φράση* απο το Εκκρεμές, πράγμα που αποτέλεσε αρκετό λογο να μην καταφέρω να την πάρω στα σοβαρά. Συγγνώμη, Νεδεσκέριαλ, εγώ φταιω :ναι:.

Οι Μυστικιστές του Μιλενμπεργκ: Δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει, κι ευτυχως που είστε κι εσεις. (Ιζι, you make it easy :), θα αντιγράφω απο την κόλλα σου. :αγαπώ:)

Τα Κουκουλια τα Φχαριστήθηκα κι εγώ, πολυ χορταστική ιστορία, με δομή, αρχή μέση τέλος (με αυτή τη σειρά). Ξεκούραστη. Και σε αυτή παίζει πολύ με το αστικό, γκριζωπό τοπίο, πολύ ταιριαστη η αντίθεση με τα πλάσματα.

Τέλος, Η Βιβλιοθήκη του Βυζαντίου -με εξαιρεση τα δυο πρώτα- ήταν η καλυτερη ιστορία, ο τίτλος της οποίας μου έφερε έντονα στο μυαλό αυτό. Και θα συμφωνησω μέχρι κεραίας με τα σχολια της Ιζι, οτι το πραγματικά τρομακτικό σε αυτή την ιστορία ειναι η εμμονή του παιδιου να αποτυπώσει τον τρόμο στο χαρτί, αδιαφορώντας για το κόστος. Πολύ εντυπωσιακή κι αριστοτεχνικά δοσμενη ιστορία.


*If somebody brings up the Templars, he's almost always a lunatic (:)))):)))):)))))
 
Last edited:

Ίζι

Κυρά των Σκιών
Tα Άνθη της αβύσσου απλώς με έπεισαν οτι, κατα τον συγγραφέα, ο κόσμος της αβύσσου, του τρόμου και της ζοφερής πραγματικότητας, δεν ειναι κόσμος φανταστικός αλλά υπαρκτός και η δική μας πραγματικότητα δεν ειναι τίποτε άλλο παρά ένα Matrix, μια μάσκα που φοράμε για να μην αντικρίσουμε την ασύλληπτη -και ίσως δυσβάσταχτη- αλήθεια.
:κόλλα5::πάνω: (θα άλλαζα μόνο τη φράση "ζοφερής πραγματικότητας" και θα έβαζα ένα μη- εκεί ανάμεσα στις δυο λέξεις, όχι γιατί δεν είναι αληθινή για τον συγγραφέα αυτή η θεώρηση του κόσμου αλλά γιατί κάθε τι γήινο, φυσικό και "πραγματικό" μοιάζει να το περιφρονεί. Σε κάποιο σημείο, νομίζω, χαρακτηρίζει την πραγματικότητα "χυδαία".)

Να σε ρωτήσω, μήπως κατάλαβες σε ποια πόλη αναφέρεται στη Βιβλιοθήκη του Βυζαντίου; Ή μήπως έχεις καμιά ιδέα;

(Ιζι, you make it easy :), θα αντιγράφω απο την κόλλα σου. :αγαπώ:)
Ελεύθερα, αρκεί να μ' αφήσεις κι εμένα να κοιτάξω όταν έρθει η ώρα του "Σεβερίνι" :μπρ: :πανικός:
 

Έλλη Μ

Κοινωνός
μοιάζει να το περιφρονεί.
o παλιοελιτιστής :))))
Να σε ρωτήσω, μήπως κατάλαβες σε ποια πόλη αναφέρεται στη Βιβλιοθήκη του Βυζαντίου; Ή μήπως έχεις καμιά ιδέα;
Όχι, βέβαια, για ποια με πέρασες? :ρ
Αν το είχα καταλάβει, θα περιφερομουν με ύφος κάποιου που υπνοβατεί. :))))
 
Top