Συνανάγνωση: "Κάτω από το ηφαίστειο" Μάλκολμ Λόουρυ (Malcolm Lowry)

Πως σας φάνηκε το βιβλίο;

  • Τέλειο

    Votes: 8 100,0%
  • Πολύ καλό

    Votes: 0 0,0%
  • Μέτριο

    Votes: 0 0,0%
  • Έτσι κι έτσι

    Votes: 0 0,0%
  • Δεν μου άρεσε

    Votes: 0 0,0%

  • Total voters
    8

Αζαθοθ

Κοινωνός
Με το «μαλλί» που μας προσφέρει η ανάρτησή σου, θα μπορούσα να πλέξω πολύχρωμα εγκώμια για την κριτική σου ματιά πάνω στις έως τώρα στιγμές του βιβλίου. Εντούτοις, θα αφήσω το πλέξιμο για το τέλος -μιας και θα μας φέρει αντιμέτωπους με τη γύμνια μας- και θα σταθώ κάτω από έναν οικείο αστερισμό:
Pastis de Marseille - Mezcal - ένα βαρέλι μπύρας
«Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα.
Καπνοί 'ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα.
Καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε
»

Γνωρίζεις τον τρόπο που οφείλει να υποδεχτεί κάποιος τον Βαρκάρη· κράτα μου μια πτυσσόμενη καρεκλίτσα κάπου δίπλα, καθώς χανόμαστε στις μέλλουσες σελίδες.

Salud!

 
Last edited:

Φυσαλίδα

Κοινωνός
Τελευταία και καταϊδρωμένη θα γράψω κι εγώ ένα σχόλιο. Απολαυστική και η ανάγνωση του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου και η ανάγνωση των σχολίων σας!

Έχω κι εγώ αγωνία να μάθω περισσότερα για τον Πρόξενο, απορώ κι εγώ για την τρίγωνη και τετράγωνη ρακέτα και ανυπομονώ να συνεχίσω το νοητικό μου ταξίδι στο Μεξικό με όλους εσάς παρέα!

Καλή συνέχεια στην κάθοδό μας...
 

Αννετούσκα

Κοινωνός
Είμαι σίγουρη ότι κάποιος άλλος κι όχι εγώ θα μπορεί να κάνει μια καλύτερη ξενάγηση στα γεγονότα των 2 & 3 κεφαλαίων. Προσωπικά, θα ρίξω χύμα και μεθυσμένα τις διάφορες σκέψεις μου, που είναι κυρίως αισθήσεις, ανάκατες όπως άλλωστε είναι και ο εσωτερικός κόσμος του Πρόξενου.

Στο δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο το ψυχοτρόπο κοκτέιλ που υποβαστάζει ολόκληρη την ύπαρξη του Πρόξενου εμπλουτίζεται με στρυχνίνη.


Aυτό το δηλητήριο, δε λείπει από τον δίσκο σερβιρίσματος σε κάθε περίσταση, σε μικρές ή μεγαλύτερες δόσεις για να του καταλαγιάζει την τρεμούλα που πηγαινοέρχεται και ταράζει το σώμα του, άλλοτε υποφερτά κι άλλοτε όχι. Μα βέβαια.. αφού γύρισε η Υβόν..

Η Υβόν γύρισε για να βρει τον Πρόξενο βουτηγμένο ακόμα πιο βαθιά στη σαπίλα του, και αυτή κλαίει, ρίχνει τα πικρά της δάκρυα πάνω στα απομεινάρια των αναμνήσεών τους, στα μέρη που τους θυμίζουν κάτι από το παρελθόν που φαίνεται πως είχαν κάποτε αγαπήσει ο ένας τον άλλον πολύ δυνατά. Ένας έρωτας που έγινε στάχτη και μπούρμπερη και που ακόμη δεν είμαι σίγουρη τις πταίει, ποιος φέρει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης και πώς οδηγήθηκαν τα πράγματα στην καταστροφή.

Με την επαφή τους, ένας εσωτερικός διάλογος μεταξύ τους λαμβάνει χώρα, χωρίς να μιλούν με φωνή, μιλούν οι εσωτερικές, βαθύτερες φωνές τους που ξέρουν ακριβώς τι λένε. Μου φάνηκε πολύ γοητευτικός αυτός ο άηχος διάλογος όπου ο ένας λέει πράγματα στον άλλον χωρίς να αρθρώνουν λέξη. Τόσο καλά ξέρει ο ένας τον άλλον που τα λόγια περισσεύουν ή μπορεί να γίνουν μαχαίρια που πληγώνουν.

Ο Λόουρι συνεχίζει να μας προσφέρει ποιητικό λόγο, σημεία φορτισμένα που αν μη τι άλλο με συγκινούν. « -και για μια στιγμή στάθηκαν στη βεράντα χωρίς να μιλάνε, χωρίς να κρατιούνται απ’το χέρι, μα με τα χέρια τους ν’αγγίζονται κάπως, σαν να μην ήταν σίγουροι πως δεν τα ονειρεύονταν όλα αυτά, ο καθένας μόνος του στο κρεβάτι της οδύνης του, με τα χέρια σαν ναυαγισμένα συντρίμμια της μνήμης, δειλιάζοντας να ενωθούν, κι όμως αγγίζοντας το ένα το άλλο πάνω από την τρικυμισμένη θάλασσα, τη νύχτα.»

Ο Πρόξενος φιλτράρει όλη του την ύπαρξή του μέσα από το αλκοόλ, διαβάζει τον κόσμο μέσα από αυτό, τα μάτια και η ψυχή του βλέπουν βαθύτερα έτσι, είναι το μετρίδι για τη διαύγειά του. Δαίμονες του μιλούν στο αυτί και του λένε να πιει για να τα βγάλει πέρα με την κατάσταση. Εκθειάζει τις καντίνας, βλέπει την πραγματική ομορφιά τους: «Όλο το μυστήριο, όλη η ελπίδα, όλη η απογοήτευση, ναι, όλη η καταστροφή, βρίσκονται πίσω απ’αυτές τις πόρτες που ανοιγοκλείνουν.» Και να η ομορφιά που βλέπει στη γριά απ’το Ταράσκο, απαρατήρητη από το κοινό, εκθειασμένη από αυτόν γι’αυτό που είναι, γι’αυτό που αντιπροσωπεύει. Με τα μάτια του αλκοόλ βλέπει μια άλλη όψη της πραγματικότητας, αόρατη και μη αντιληπτή από νηφάλια μάτια.

Η φιγούρα του, με φορεμένα τα μαύρα γυαλιά του σε μια προσπάθεια να καλύψει τη θλίψη του είναι καλοσχηματισμένη στα μάτια μου και πιστεύω θα με ακολουθεί για καιρό.

Το σπίτι του Πρόξενου, τον καιρό που έλειψε η Υβόν, φαίνεται πως κι αυτό αφέθηκε σε μια ντεκαντάνς, μια αφροντισιά, παρόλο που είναι υπό τη φροντίδα της Κονσέπτας. Η Οαχάκα είναι μια λέξη, ένας τόπος που σηματοδοτεί κάτι από τον χωρισμό τους. Και υπάρχει κι ένα σάλι της Οαχάκα ριγμένο στο κρεβάτι. Ιδού τα χρώματα των υφασμάτων αυτής της πόλης, σε αντίθεση με τα σκοτεινά και θλιβερά συναισθήματα:

149
Έρωτας, πολύς έρωτας εμποτίζει το παρελθόν τους, δεν υπάρχει αμφιβολία. Ένας έρωτας που εκτείνεται σε όλη την οικουμένη: «…Ή τη νύχτα, οι κραυγές του έρωτά τους μέσα στον πανάρχαιο μυρωδάτο αέρα των Μάγια, που τις άκουγαν μόνο τα φαντάσματα.»

Ένα άλλο σημείο που κυριολεκτικά ήταν τόσο ηχηρό μέσα στην ηρεμία του ήταν η πισίνα που σιγογεμίζει στο σπίτι του Πρόξενου. Έχει κάτι το στοιχειωτικό και έναν κακό οιωνό αυτή η εικόνα. Προοιωνίζει κάτι που πάει να ξεχειλίσει, μια καταστροφή, και ήταν η ίδια αίσθηση που είχα με την παρουσία του νερού σαν κακό οιωνό στην ταινία The last wave του Γουίαρ (Νικόλα :φρύδια:)

«Η πισίνα συνέχιζε τον ρυθμικό της χτύπο. Μπορεί μια ψυχή να λουστεί εκεί και να καθαριστεί ή να σβήσει τη δίψα της;»

«Το νερό ακόμα έτρεχε ρυθμικά στην πισίνα και γέμιζε -πόσο θανάσιμα αργά Θεέ μου- τη σιωπή ανάμεσά τους…»

Από την πλευρά της Υβόν, μπαίνω στη θέση της και αυτό που αποκτώ κατευθείαν είναι ένα σφίξιμο στο στομάχι. Την αγωνία και την προσπάθειά της να συγκρατήσει τα δάκρυά της γι’αυτό που έχει χαθεί. Αποδοκιμάζει την κατάντια του Πρόξενου εξαιτίας της κατάχρησης του αλκοόλ. Κι όμως αναρωτιέται «Μήπως υπήρχε κάποιος τρόπος να σωθεί ο δύστυχος βράχος που τη στερεότητά του κανείς δε θα σκεφτόταν να αμφισβητήσει πριν από λίγο καιρό», στη θέα της καρτ ποστάλ του βράχου που σχίστηκε στα δύο στη Σιέρρα Μάδρε με τίτλο La Despedida – ο αποχαιρετισμός, το αντίο. Ο έρωτάς τους, κάποτε βράχος, σήμερα δυο ξέχωρα κομμάτια μακριά το ένα από το άλλο.

Η τάση αυτοκαταστροφής του Πρόξενου είναι πέρα για πέρα καθηλωτική και χωρίς περιθώρια εξωτερικών παρεμβάσεων για να σωθεί οποιαδήποτε παρτίδα και με παρέσυρε εύκολα να πιω ένα καπνιστό ουίσκυ γράφοντας αυτά όλα Παρασκευή βράδυ, με αυτό στα ακουστικά:

Επίσης εδώ βλέπουμε να έχει επιστρέψει ο Χιου, ο ετεροθαλής αδελφός του Πρόξενου, με τον οποίο κάτι ύποπτο συμβαίνει. Όπου εμπλέκεται και η Υβόν και ίσως και ο Λαρυέλ. Σε έναν μονόλογό του ο Πρόξενος κάνει αναδρομή και μιλάει για κάτι που έκανε ο Χιού -μπλέχτηκε ίσως ερωτικά με την Υβόν;- και πως «θα’ρθει η μέρα που εκείνο που έκανε αυθόρμητα και προσπάθησε μετά να το ξεχάσει με τη σκληρή αδιαφορία της νιότης, θ’αρχίσει να φαντάζει μπροστά του κάτω από ένα νέο, πιο μαύρο φως

Κι άλλο ένα WOW που σημείωσα στα περιθώρια: «Βοηθάει μήπως καθόλου, αν παραδεχτώ πως το να ρίξω έτσι δίπλα σου την Υβόν μ’αυτό τον τρόπο, ήταν μια πράξη αστόχαστη, θα έλεγα, σχεδόν κλοουνίστικη, που προκαλούσε αναπόφευκτα το μοιραίο καρπάζωμα και το μπούκωμα με πριονίδι στο στόμα και την καρδιά;» WOW.

Φοβερή επίσης και η σκηνή όπου έχει ξαπλωθεί κατάχαμα μέσα στη μέση της Κάγιε Νικαράγουα. Προτίμησε να το κάνει αυτό (εξαιτίας του αλκοόλ) παρά να πέσει και να σωριαστεί τρεκλίζοντας… Έχει άλλωστε τον απόλυτο έλεγχο με το αλκοόλ.

Μέσα στο κείμενο υπάρχει ένας κρυμμένος θησαυρός τον οποίο ο αναγνώστης τον διαισθάνεται: υπάρχουν δεκάδες κλειδιά και μη-κλειδιά, άλλα κατανοητά και άλλα όχι, και κάπως έτσι το companion του @Πρόξενου έρχεται να μας βάλει ακόμα πιο μέσα στα ανεξήγητα περιεχόμενά του, αν το θελήσουμε και όσο το θελήσουμε. Η παράλληλη ανάγνωση του βιβλίου και του companion μου θύμισε την αίσθηση που είχα διαβάζοντας τη Λολίτα παράλληλα με το επίμετρό της, που αποτελούσε στην ουσία άλλο ένα βιβλίο! Και όπως ο Χάμπερτ με τη Λολίτα επιδόθηκαν σε ένα ερωτικό road trip με προορισμούς διάφορα δευτερότριτα χοτέλ και μοτέλ στην Αμερική, έτσι και εδώ ο Πρόξενος με την Υβόν φαίνεται να έχουν χτίσει τις αναμνήσεις τους δε διάφορους τόπους της υφηλίου, για να έχουν περισσότερες εικόνες να τους πονούν ψυχικά στο μέλλον… Είναι πολλές οι ετικέτες από τα μέρη που ταξίδεψαν οι βαλίτσες της Υβόν.

Και η ανάγνωση εξακολουθεί να μου σκάει αλητήριους μουσικούς συνειρμούς, οπότε στο soundtrack θα προσέθετα κι έναν Νικολάκη Σπηλιά:


Sorry αν μπουκώνω το νήμα αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς :σαςευχαριστώ:
 

Αζαθοθ

Κοινωνός

Λήδα

Κοινωνός
Η βίβλος των αλκοολικών. Αυτή η σκέψη μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας αυτά τα δύο κεφάλαια. Και ποιος θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα τον φόβο και την σύγχυση ενός αλκοολικού, από κάποιον που εχει βιώσει αυτόν τον εθισμό.

Στον πρόλογο της έκδοσης που διαβάζω (Penguin Classics, 1963) ο Michael Schmidt σημειώνει ότι "ολόκληρο το βιβλίο είναι μια παράκαμψη" (the whole book is a denouement). Έπρεπε να φτάσω στο τέλος του τρίτου κεφαλαίου για να καταλάβω τι εννοούσε. Το βιβλίο – μέχρι τώρα- φαίνεται να είναι ένα υπέροχο και συγχρόνως τρομακτικό εθιστικό απομνημόνευμα.

Οσοι εχουν εντρυφήσει στην αμερικανική λογοτεχνία γνωρίζουν ότι η προβολή του αλκοολισμού και η παρουσία του ποτού στη ζωή και στα γραπτά των Ernest Hemingway, William Faulkner, Eugene O'Neill και πολλών άλλων, ήταν τόσο εκτεταμένη που εχει γίνει λογοτεχνικό κλισέ. Η ποτοαπαγόρευση σίγουρα έπαιξε ρόλο, η κατανάλωση αλκοόλ έγινε επιδημία. Αλλά είναι μόνο αυτό; Εχω αναρωτηθεί πολλές φορές - προσωπικά είμαι μάλλον εθισμένη στη καφεΐνη-είμαστε πραγματικά εθισμένοι στον εθισμό;

Στο πρώτο κεφάλαιο δεν ήμουν σίγουρη για το βιβλίο. Δεν μπορούσα ακόμη να το περιγράψω. Μου άρεσε η περιγραφική και ποιητική του μορφή. Τώρα πιστεύω πως ήταν μια εισαγωγή. Στα δυο επόμενα κεφάλαια η ιστορία γίνεται μια βαθιά προσωπική ιστορία εθισμού.
Εν τω μεταξύ ο αναγνώστης χάνεται μέσα στην πυκνότητα του μυθιστορήματος. Είναι μια ιστορία γεμάτη λεπτομέρειες και εμπόδια, με το που ξεπερνάς το πρώτο, εμφανίζεται το δεύτερο, και μετα το τρίτο …… Όλο λες ότι κάπου θα σκοντάψεις και θα τα παρατήσεις. Ίσως η πλοήγηση να γίνεται πιο εύκολη με μια ποσότητα αλκοόλ, ο καφές σίγουρα δεν βοηθάει.

Ειναι πολύ νωρίς για να πω κατι για την Υβόν. Δεν την ξέρω ακόμη. Ελπίζω να την μάθουμε καλύτερα στα επόμενα κεφάλαια.
Εχω την κακή συνηθεια να διαβαζω δυνατά πολλές φορές, οπότε μουσική δεν άκουσα, αλλά αν ήταν να διαλεγα κατι, αυτό θα ήταν Bach's Metamorphosis με τον Philip Glass
 
Last edited:

Πρόξενος

Κοινωνός
Ήθελα να γράψω αρκετά αλλά με κάλυψε η Αννετούσκα στα περισσότερα, οπότε λιγότερα και πιο στοχευμένα και επανέρχομαι όπου χρειαστεί:

-Κεφάλαιο 2 και η οπτική αλλάζει, από τον κ. Λαρυελ τη σκυτάλη παίρνει η Υβόν που είναι η οδηγός μας σε αυτό το κεφάλαιο. Βλέπουμε τα πράγματα μέσα από τη δική της οπτική, τις σκέψεις της, τα συναισθήματα της για να πάμε μετά στο 3 που αναλαμβάνει ο Πρόξενος.

-Ξετυλίγεται σιγά σιγά το κουβάρι της σχέσης των 2 αυτών ανθρώπων καθώς αρχίζουν να αλληλεπιδρούν με διάφορους τρόπους, σιωπές, κουβέντα για φαινομενικά άσχετα θέματα, περπάτημα σε μέρη των αναμνήσεων τους. Υπονοείται μια προδοσία με τον Χιου που εντείνει την τραγικότητα της σχέσης. Αρκετά μυστήρια και συγκρατημένη η Υβόν, ίσως αρκετά ενοχική και η ίδια, χρειάζεται και άλλο χρόνο για να διαπιστώσουμε τον ψυχισμό της.

- Πρόξενος με όλα τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που αγάπησαν πολύ και δεν μπορούν να διαχειριστούν τον εθισμό τους. Ενοχές, αναμνήσεις, πραγματικότητα, όνειρα διαπλέκονται όλα διαθλασμένα από το αλκόολ.

-Υπάρχει διάχυτο ένα αίσθημα δίψας (για αυτό και οι συνεχείς εμφανίσεις - εκτός του αλκοόλ φυσικά -, νερών, πισινών που γεμίζουν κτλ).

- Να έχουμε στο μυαλό μας και τη πολτική/κοινωνική διάσταση του βιβλίου, συναντάμε κάποιες αναφορές ήδη, όσο προχωράμε θα δούμε και άλλες πιο έντονες.



υγ. ΟΥΙΣΚΑΡΑ 7 Η ΩΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΛΤΣΕΣ, ΠΩΣ ΑΛΛΙΩΣ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ Η ΜΕΡΑ;
 
Διαβάζω τους σχολιασμούς με πολύ ενδιαφέρον και ακούω τις μουσικές σας επιλογές με ακόμα μεγαλύτερο!
Σε γενικές γραμμές με καλύψατε αλλά θα πω και γω δυο λογάκια! :ωραίος:

Στο κεφάλαιο 2 η Υβόν επιστρέφει στο Κουαουαουνάκ να βρει τον Πρόξενο και τον βρίσκει σε κακά χάλια. Τον βρίσκει σε ένα περίεργο μπαρ ονόματι Bella Vista και η αντίδραση του Πρόξενου όταν την είδει μου δημιούργησε ένα ακαθόριστο άγχος! Τον βρίσκει πεσμένο στο μπαρ. χαμένο σε μια άλλη διάσταση χωρίς κάλτσες (???). Νομίζω τον αγαπάει ακόμα και τον θέλει αλλά δυστυχώς ο Πρόξενος είναι χαμένος. Της αναφέρει κάτι περίεργα σκηνικά του παρελθόντος. Αναφέρεται αρχικά στην Οαχάκα στο μέρος που κατέφυγε ο ίδιος όταν χώρισε με την Υβόν.



Οι αναφορές του Λόουρυ σε άλλες δημιουργίες καθώς και σε τοπωνύμια, αστερισμούς, τραγούδια είναι ατελείωτες. Να πω την αλήθεια δεν ήθελα να ανατρέξω στο κάθετι διότι μου χαλούσε την μαγεία της αφήγησης!

Μέσα στο μπαρ υπάρχει και το σκηνικό με την γυναίκα από το Ταράσκο, την οποία η Υβον δεν την είδε αμέσως αλλά μόλις την είδε σχεδόν τρόμαξε. Η γρια είναι μια σκοτεινή φιγούρα με μανδύα που καλύπτει σχεδόν την μορφή της (στο ελληνικό κείμενο διαβάζουμε ντόμινο κάτι που στην αρχή με μπέρδεψε!) και μάλλον συμβολίζει το επερχόμενο τέλος του Πρόξενου. Λίγο πιο κάτω, ο Πρόξενος με την Υβόν ξεκινάν για την παλιά τους κατοικία και ο Λόουρυ γίνεται ακόμα πιο ποιητικός με την περιγραφή του χωρισμού σαν έναν σπασμένο βράχο που αποκολλήθηκε λόγω της ορμής της θάλασσας...
Μαθαίνουμε ότι ο Χιου μένει πλέον μαζί με τον Πρόξενο, αφού επέστρεψε από την Αμερική κάτι που κάνει μεγάλη εντύπωση στην Υβον. Επίσης μαθαίνουμε πως τα γλέντια του Λαρυέλ και του Πρόξενου τελείωσαν με τον ερχομό του Χιού. Κάτι περίεργο συμβαίνει με τον αυτόν τον χαρακτήρα! Τέλος λίγο πριν φτάσουν στο σπίτι τους, ο Τζόφρευ ομολογεί πως για κάποιο λόγο τρέφεται από την ενοχή της Υβόν. Γιατί;
Τι είχε γίνει;
Γιατί δεν την ήθελε πια;


Στο κεφάλαιο 3 μπαίνουμε ακόμα πιο βαθειά στον παράλογο κόσμο του Λόουρυ. Στον κόσμο των ψευδαισθήσεων και του αλκοόλ. Η Υβόν και μαζί με τον Πρόξενο επιστρέφουν στο σπίτι τους. Εκεί η Υβόν παρατηρεί εξονυχιστικά τον κήπο ο οποίος βρίσκεται σε άθλια κατάσταση ενώ παράλληλα μαθαίνουμε κι άλλες πληροφορίες για τον Χιού. Είναι αδελφός του Τζόφρευ; Μάλλον ετεροθαλής αν κατάλαβα καλά. Η γνωριμία του Χιού με την Υβον είναι περίεργη, μιας και ο Πρόξενος ομολογεί πως ο ίδιος με την Υβόν είχαν φτάσει στην καταστροφή πριν γνωριστεί την γνωρίσει με τον Χιού. Επίσης στην δύσκολη στιγμή που πέφτει στον δρόμο για το μπαρ ο Πρόξενος ζητάει βοήθεια από τον αδελφό του και του κάνει μια μικρή εξομολόγηση, φανερώνοντας ίχνη από ένοχα μυστικά!

Εν συνεχεία, οι διάλογοι του Πρόξενου με την Υβόν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κρύβουν έναν ερωτισμό αλλά και μια προσπάθεια του Πρόξενου να κρύψει τον εθισμό του στο αλκοόλ.

Μέσα από μια αφηγηματική "αστάθεια" σε αυτό το κεφάλαιο, "ακούμε" κι εμείς οι αναγνώστες την φωνή στο κεφάλι του Τζόφρευ. Γινόμαστε μάρτυρες σε ένα εσωτερικό διάλογο, που εικάζω πως θα συνεχιστεί ως το τέλος του βιβλίου! Όπως αναφέρθηκε βεβαίως κι από την Αννετούσκα ο Πρόξενος συνοδεύει το ποτό του με στρυχνίνη και όποτε δεν έχει ποτό την πίνει σκέτη! Προφανώς ο πρωταγωνιστής ακολουθεί τα χνάρια του κάθε αλκοολικού σε προχωρημένο στάδιο και φτάνει εκεί που κάθε απόλαυση συνδέεται με το αλκοόλ. Δεν μπορεί να χαρεί όσο θα ήθελε με τον ερχομό της Υβόν , παρόλο που όπως φαίνεται την περίμενε εναγωνίως την στιγμή αυτή.
Το κεφάλαιο κλείνει δυνατά. Ο Πρόξενος είναι ανίκανος να ελέγξει τον εθισμό του και δεν μπορεί να λειτουργήσει καθόλου. Η Υβόν βάζει τα κλάματα και ο Τζόφρευ πέφτει για ύπνο μέσα σε παραισθήσεις και ομολογίες.
Το μόνο τέλειο ζευγάρι που υπάρχει είναι τα δυο ηφαίστεια...

Μέχρι στιγμής δηλώνω εντυπωσιασμένος!

 

Αννετούσκα

Κοινωνός
- Να έχουμε στο μυαλό μας και τη πολτική/κοινωνική διάσταση του βιβλίου, συναντάμε κάποιες αναφορές ήδη, όσο προχωράμε θα δούμε και άλλες πιο έντονες.

υγ. ΟΥΙΣΚΑΡΑ 7 Η ΩΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΛΤΣΕΣ, ΠΩΣ ΑΛΛΙΩΣ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ Η ΜΕΡΑ;
Πρόξενε πες μας λίγο γι'αυτό, γιατί δυσκολεύομαι να στοιχειοθετήσω αυτή τη διάσταση του βιβλίου.

Ναι, αυτό με τις κάλτσες δίνει μια έξτρα αλητεία και το αλκοόλ στον αλκοολικό είναι σαν το νερό απ'ο,τι φαίνεται. Είναι καθαρός, καθαρότατος εθισμός.

η προβολή του αλκοολισμού και η παρουσία του ποτού στη ζωή και στα γραπτά των Ernest Hemingway, William Faulkner, Eugene O'Neill και πολλών άλλων, ήταν τόσο εκτεταμένη που εχει γίνει λογοτεχνικό κλισέ. Η ποτοαπαγόρευση σίγουρα έπαιξε ρόλο, η κατανάλωση αλκοόλ έγινε επιδημία. Αλλά είναι μόνο αυτό; Εχω αναρωτηθεί πολλές φορές - προσωπικά είμαι μάλλον εθισμένη στη καφεΐνη-είμαστε πραγματικά εθισμένοι στον εθισμό;
Λήδα δυστυχώς ή ευτυχώς οι καταχρήσεις (αλκοόλ, ναρκωτικά κλπ) αποτελούν για πολλούς, διάσημους ή μη, το σκαλοπάτι για να απογειωθεί το μυαλό και η ψυχή τους και να εκφραστούν με πιο γνήσιο και καθαρό τρόπο, να βγάλουν τα σώψυχά τους που λένε. Πόσοι από εμάς δεν έχουμε πει τις μεγαλύτερες αλήθειες μας με 1-2-3 ποτήρια παραπάνω;

Εχω την κακή συνηθεια να διαβαζω δυνατά πολλές φορές, οπότε μουσική δεν άκουσα, αλλά αν ήταν να διαλεγα κατι, αυτό θα ήταν Bach's Metamorphosis με τον Philip Glass
Κι εγώ πολλές φορές μέσα σε ένα πνεύμα αυταρέσκειας εντελώς ιδιωτικό διαβάζω δυνατά, κυρίως στα γαλλικά την αγαπημένη μου γλώσσα γιατί έχω ανάγκη να μην τα ξεχάσω και γιατί απλώς μου αρέσει. Όσο διαβάζω, είτε δυνατά είτε σιωπηλά, μου είναι αδύνατο να ακούω τη μουσική που πόσταρα, παρά μόνο κάτι χωρίς στίχο όπως τον πολύ πολύ αγαπημένο Philip Glass που ανέφερες! Θα ήθελα επίσης να μας μεταφέρεις εάν έχεις διάθεση και χρόνο κάτι όμορφο από το αγγλικό κείμενο που διαβάζεις, ανά τα κεφάλαια.

Οι αναφορές του Λόουρυ σε άλλες δημιουργίες καθώς και σε τοπωνύμια, αστερισμούς, τραγούδια είναι ατελείωτες. Να πω την αλήθεια δεν ήθελα να ανατρέξω στο κάθετι διότι μου χαλούσε την μαγεία της αφήγησης!

...ενώ παράλληλα μαθαίνουμε κι άλλες πληροφορίες για τον Χιού. Είναι αδελφός του Τζόφρευ; Μάλλον ετεροθαλής αν κατάλαβα καλά.

Το μόνο τέλειο ζευγάρι που υπάρχει είναι τα δυο ηφαίστεια...

Μέχρι στιγμής δηλώνω εντυπωσιασμένος!
Συμφωνώ με την παρατήρηση, είναι αδύνατον να έχεις πάντα δίπλα ανοιχτό το companion και πολλές φορές χαλάει τη ροή. Παραδεχόμαστε ωστόσο ότι είναι πολύ χαοτικό και δυνατό, όπως άλλωστε και το ίδιο το βιβλίο.

Ο Χιού αναφέρεται στο κεφάλαιο 1 πως είναι ετεροθαλής αδελφός του Πρόξενου -ίδιος πατέρας- και ότι αφού πέθανε η μητριά του Πρόξενου βρέθηκαν από την Ινδία στην Αγγλία, στους Τάσκερσον.

Και ναι, πράγματι, τα δυο ηφαίστεια είναι το μόνο τέλειο ζευγάρι! Χωρίς να ξέρουμε τι πόλεμος γίνεται από κάτω... Στα υπόγεια, όπου είναι η θέα η δική μας...

Κι εγώ δηλώνω εντυπωσιασμένη γιατί οτιδήποτε μη νηφάλιο για κάποιο λόγο που ίσως θα έπρεπε να ερευνήσω, με γοητεύει...
 
Ένα άλλο σημείο που κυριολεκτικά ήταν τόσο ηχηρό μέσα στην ηρεμία του ήταν η πισίνα που σιγογεμίζει στο σπίτι του Πρόξενου. Έχει κάτι το στοιχειωτικό και έναν κακό οιωνό αυτή η εικόνα. Προοιωνίζει κάτι που πάει να ξεχειλίσει, μια καταστροφή, και ήταν η ίδια αίσθηση που είχα με την παρουσία του νερού σαν κακό οιωνό στην ταινία The last wave του Γουίαρ (Νικόλα :φρύδια:)
Ωραίος παραλληλισμός Αννετούσκα! :κόλλα5:
Πραγματικά στην συγκεκριμένη ταινία το νερό ήταν κακός οιωνός μέχρι το τέλος.

Επίσης να σου πω πως μου "έκλεψες" σχεδόν όλες τις μουσικές μου επιλογές από την playlist που έχω φτιάξει για το συγκεκριμένο βιβλίο. Παρόλα αυτά θα βάλω ακόμα ένα κομμάτι από έναν πολυαγαπημένο μου καλλιτέχνη, κάαααπως σχετικό!
 

Αννετούσκα

Κοινωνός
Μ'αρέσει!!! Gogol Bordello, άλλος ένας τρελός αυτής της γης! Μα φυσικά και είναι σχετικό.
Όπως και αυτό, σε άλλο ύφος αλλά πάλι αλκοολικό και κάπως φολκλόρ αλλά και ελαφρώς μελαγχολικό:

Ούτως ή άλλως το βιβλίο το νιώθω παγκόσμιο, με τόσους προορισμούς που μας στέλνει από δω κι από κει σε διάφορα μέρη του πλανήτη.
 

Αζαθοθ

Κοινωνός
Δεύτερο μέρος, σελίδες 55 - 103.

Τι ταιριαστές φαντάζουν οι επισημασμένες με κεφαλαίους χαρακτήρες λέξεις: «ΠΤΩΜΑ» και «ΤΡΑΓΩΔΙΑ» στις πρώτες αράδες των δύο κεφαλαίων με ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει.

Η επίστροφη ενός φαντάσματος, η επιστροφή της Υβόν σε μέρη από τα οποία ποτέ δεν είχε φύγει· «ο χορός συνέχιζε ακόμα».
Η επιστροφή ενός δεύτερου φαντάσματος, η αέναη επιστροφή του Τζοφ σε ένα ακόμα μπαρ που μεθάει τις λύπες του· «Τι ζωή! (...) Στα μέρη τα δικά μας, δεν το βάζουμε στα πόδια».

Δύο φαντάσματα που βρίσκουν απάγκιο σε ένα τόπο και μια στιγμή που ο χρόνος δείχνει να έχει σταματήσει· «ο Μεγάλος Τροχός μελαγχολούσε κάτω απ’τα δέντρα λαμπερός, ακίνητος».

Βαδίζουν μαζί ακολουθώντας οδούς και χαντάκια καλυμμένα με ψίχουλα που έχουν αφήσει για αυτούς οι αναμνήσεις τους, «σαν να γύριζαν σπίτι από τα ψώνια, όπως τις παλιές μέρες».

Οι αναφορές στον Χιού και τον Ζακ τραβούν -και αυτήν τη φορά- για μια αναπνοή το βλέμμα μου πάνω τους, μα -τώρα- τις προσπερνά, υπνωτικά μαγνητισμένο στην βαρύτητα της ύλης που αποτελεί αυτό το ζευγάρι, αυτό το ένα, καθώς ανεβαίνει το ανηφορικό ημικυκλικό μονοπάτι για το λευκό οίκημα.

Η επιστροφή στο παρεκκλήσι της καρδιάς τους.

.


.

Δεύτερο μέρος, σελίδες 55 – 103 (συναισθηματικά).

-Αγάπη-

Γινωμένος μετά το πέρας της τρίτης ανάγνωσης και γινόμενος αιρετικός, θα απορρίψω κάθε συναίσθημα αυτοκαταστροφής, σύγχυσης, φόβου που εύλογα προκύπτει σε όλους σας (μας) και θα σταθώ μοναχά σε ένα: την αγάπη. Το είδος αυτό της αγάπης που, δανειζόμενος κάποιες λέξεις από σημειώσεις που κράτησα κατά την προσέγγιση βιβλίων της «δικιάς μας» Μάρως Βαμβουνάκης, ορίζεται ως εξής: η πορεία της ένωσης είναι μονόδρομος. Το είδος της αγάπης εκείνο που έκανε τους ποιητές, συγγραφείς και στιχουργούς στους αιώνες των αιώνων να γράψουν τα μεγάλα έπη. Είναι όμως και το πιο εύθραστο. Γιατί μέσα στην απολυτότητά του δεν μπορεί να ανεχθεί κανένα συμβιβασμό, απαιτεί τα αγγελικά και δε δέχεται τα ανθρώπινα, βιώνει ένα είδος συγκινητικής όσο και αφελούς αγιότητας που φθάνει στην έπαρση. Τα κοινωνικά μέτρα και σταθμά τα θεωρεί εξευτελισμό για τους δικούς του στόχους. Άλλωστε, τι στόχους να έχει ο απόλυτος έρωτας; Αυτός, όσο διαρκεί, δεν έχει σχέση με το μέλλον, βυθίζεται ηδονικά στο διασταλμένο παρόν του που θυμίζει αιωνιότητα.

Η επιστροφή της Υβόν, ενός ταξιδευτή που η ζωή δεν τον χωράει. Οι πεταλούδες που κάποτε χορεύαν στο στομάχι της, συνοδεύουν ως ένας ανεμοστρόβιλος το ταξίδι της.
Η επιστροφή της τη μέρα των νεκρών, μέρα που ο έρωτας γίνεται μνήμα, που πάνω του αφήνουν δώρα όσοι κατάγονται από τη λύπη του, οι ξεχασμένοι της αγάπης.
Η επιστροφή που την βρίσκει σε μιαν αυγή, να κοντοστέκεται σε ένα κατώφλι περιμένοντας το τίποτα, το κατώφλι μιας καντίνας. Η αυγή, η ώρα που σπαράσσεται το φως, αυτό το πρωινό φως που κάνει ακόμα και τα πιο χυδαία πράγματα να δείχνουν ομορφότερα.

Στην μπάρα της καντίνας ο Τζοφ, καθισμένος πλάγια, να καθρεπτίζει το πρόσωπό του στις γουλιές του. Μια τυχαία συνάντηση είναι ό,τι λιγότερο τυχαίο στη ζωή μας, γράφει ο Cortázar. Μέσα στη σκονισμένη του χαρά της λέει με σταθερή φωνή: «Δε τα βρίσκεις όμορφα αυτά τα πρωινά;». Ποτέ μην πιστέψεις ότι θα φύγεις τόσο μακριά που δεν θα σε καλωσορίσουν όταν επιστρέψεις.

Η μνεία της Οαχάκα, της καρδιάς του χωρισμού. Κάθε άλλο παρά βραχνές οι αναμνήσεις, οδηγούν σε έναν «διάλογο» που η ουσία του μου θυμίζει έναν άλλον από βιβλίο του Tom Robbins:
«-Ξέρουμε όμως να κάνουμε τον έρωτα παντοτινό;
-Ούτε να το σκεφτώ δεν είμαι σε θέση. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να το κάνω κάθε μέρα.»

«Η τρεμούλα είναι που κάνει αυτή τη ζωή ανυπόφορη (...) έπινα για να σταματήσει».
Αφού έχει γεμίσει το μπουκάλι του αλήθειες, ο Τζοφ στον απόηχο της παρουσίας της Υβόν παραμένει ανήμπορος να θυμηθεί γιατί πονούσε -οι μνήμες του ρακένδυτες- αλλά συντριπτικά παρών στη στιγμή, γνωρίζει πολύ καλά πως νοιώθει για αυτήν που τώρα στέκεται στο πλάι του.
«(...) τη ρώτησαν τα μάτια του, κοιτάζοντας γύρω με το μαγεμένο, θολό βλέμμα τού ερωτευμένου, και ο έρωτάς του τη ρώτησε πώς είναι δυνατόν (...)»

Διασχίζοντας των σκουπιδιών τους ύπνους, η σύντομη στάση τους στη βιτρίνα του τυπογραφείου: «Στάθηκαν, όπως παλιά, κοιτάζοντας μέσα». Και ο Τζοφ όλο αθωότητα (;), σαν να μη είχε προσέξει πρωτύτερα αυτό που βρισκόταν πάντοτε εκεί, σε μια διαδρομή που έκανε ίσως και καθημερινά -καντίνες σπίτι- κατά τη διάρκεια της μοναξιάς του, εστιάζει την προσοχή της Υβόν στη φωτογραφία του βράχου που ράγισαν οι φωτιές του δάσους, με ένα μονολεκτικό μουρμουρητό: «Περίεργο».
Η Υβόν συνεχίζει να βαδίζει δίπλα του, έχοντας ωστόσο μία επιπλέον ρωγμή να κουβαλάει, αυτή του βράχου, που κάνει το κάθε της βήμα να φλερτάρει με γκρεμούς.

«Και πράγματι ήταν εδώ ο Τζόφρεϋ, κι όχι μόνο δεν ήταν μόνος, όχι μόνο δεν ήθελε τη βοήθειά της, αλλά ζούσε μέσα στην ενοχή της, μια ενοχή που, κατά περίεργο τρόπο, όπως φαίνεται τον έτρεφε».
Ένα αδιάπτωτο συνεχές ορίζει τη μοίρα αυτού του ζευγαριού· δεν βγαίνει από τα χείλη τους καμία ερώτηση από αυτές που κάνουμε (και) εμείς οι ίδιοι σχεδόν καθημερινά: «που ήσουν;», «είσαι καλά;», «τι έκανες όλο αυτό το διάστημα;». Μόνοι με τους μόνους, ανηφορίζουν το ημικυκλικό μονοπάτι για το σπίτι (τους).

Βρίσκουν τον κήπο τους, σαν έναν κήπο της καρδιάς τους, να τους υποδέχεται ως μια ανθισμένη κόλαση. Παλιά γνώριμα πρόσωπα (και κατοικίδια) δεν είναι πια εκεί, άλλα πάλι -γνωστά ή άγνωστα- κάνουν την εμφάνισή τους (ή προετοιμάζουν την επανεμφάνισή τους), εντούτοις αυτό που μένει ως σταθερά είναι οι ίδιοι, να ατενίζουν τη σιωπή και το ανέφικτο ξανά ο ένας δίπλα στον άλλον, ξεδιψασμένοι αυτήν την φορά με αυταπάτες.

Το δράμα της Υβόν αποτέλεσμα μιας προηγούμενης αποτυχημένης σχέσης και της απώλειας ενός παιδιού, «που κατά περίεργο τρόπο ονομαζόταν κι αυτό Τζόφρεϋ». Ο Τζοφ αφήνει την Υβόν να βολευτεί στο παλιό της δωμάτιο και δράττεται της ευκαιρίας να επιστρέψει στην κατανυκτική εσωστρέφειά του, υφαίνοντας τα σάβανα ενός πόνου που μολονότι δε του ανήκει, τον νοιώθει οικείο και δικό του. Στη στιγμή που τον βρίσκει ξανά στα πόδια του ύστερα από μία ακόμη του πτώση, το σχέδιο μιας γραβάτας, που αναπαραστεί ένα συντριβάνι, τον τραβάει από τις σκιές των ονείρων.
«Μπορεί μια ψυχή να λουστεί εκεί και να καθαριστεί ή να σβήσει τη δίψα της

«Τι νόημα έχει να δραπετεύεις (...) από τον εαυτό σου;» συμπεραίνει ο Τζοφ με σοβαρότητα, αφότου έχει επιστρέψει στην κάμαρα της Υβόν, μόλις που αχνά ακούγοντας ό,τι αυτή του λέει, μεταφράζοντας μέσα τους τις προτάσεις της για μια φυγή, ως πεπρωμένα του τίποτα. Πως να φύγει κανείς άλλωστε από μια νύχτα που συνθέτει το πιο απάνεμο λιμάνι στην αστροφώτιστη αγκαλιά της;

Και στο παραλήρημα της αναπάντεχης αυτής επιστροφής, αφήνεται στο άκοσμο χάδι της, που επιδρά για λίγο καταπραϋντικά στη ψυχή του, επιτρέποντάς του -επιτέλους- να βυθιστεί «σαν μολύβι στον ύπνο».

.


.

Καλημέρα, πέρα από τα ερείπια;)
 
Last edited:

Λήδα

Κοινωνός
@Αννετούσκα Here it is. I loved this paragraph, the tragedy, the uncertainty, the English humour, that I have learned to recognise and love. Perhaps because I have a thing with the "old alchemists of Prague", too. :)

But it's amazing when you come to thing of it how the human spirit seems to blossom in the shadow of the shadow of the abattoir. How - to say nothing of all the poetry - not far enough below the stockyards to escape altogether the reek of the porterhouse of tomorrow., people can be living in cellars the life of the old alchemists of Prague. ! Yes: living among the cohabitations of Faust himself, among the litharge and agate an hyacinch and pearls. A life which is amorphous, plastic and crystalline. What I am talking about ? Copula Maritalis? Or from the alcohol to alkahest. Can you tell me ? ..... Or perhaps I might get myself another job, first of course being sure to insert an advertisement in the Universal: will accompany corpse to any place in the east!
 

Πεταλούδα

Θαλασσογέννητη Ελπίδα των Ηλιόμορφων Ονείρων
Προσωπικό λέσχης
Ζαλισμένη και πλήρης από την αιθανόλη των μουσικών αποσταγμάτων που διαχέεται από όλες τις μεριές της συνανάγνωσης, αλλά και των γραφόμενών σας που κάλυψαν διεξοδικά τις μικρές τραγωδίες που διαδραματίστηκαν στα κεφάλαια 2 και 3, από την μεριά μου, μιας και είμαι ένας από τους τελευταίους σχολιαστές, προσπάθησα να αποδώσω με τίτλους, υπότιτλους, με εικόνες (που είχα ήδη) και χρώματα την μεθυστική αύρα που αναδύονταν από τα κεφάλαια.


Αφού το παθιασμένο γράμμα του Πρόξενου που βρήκε ο Λαρυέλ στο βιβλίο κάηκε χωρίς δισταγμό και τύψεις από τα χέρια του, ο μεγάλος Τροχός που γυρίζει ανάποδα μας μεταφέρει στο σημείο του ξεπεσμού..



2


La Despedida (Η συνάντηση στο μπαρ)

«Η ένταση της φωτιάς που είχε σκίσει στα δύο το βράχο είχε καταστρέψει και τα δύο χωριστά κομμάτια του, παραλύοντας τη δύναμη που θα μπορούσε να τα κρατήσει ενωμένα.»

Η Υβόν παρομοιάζεται με την θάλασσα, που συμβολίζει την γυναίκα και κατ’ επέκταση είναι μια μορφή έκφρασης διαφόρων εκφάνσεων και σταδίων του έρωτα - από την μια αφήνεσαι παραδομένος να χαθείς στο απέραντο μπλε του βυθού της, αλλά από την άλλη όταν ο καιρός γυρίσει, μπορεί να βρεθείς στο κέντρο μιας άγριας δίνης που όσο κι αν αντιστέκεσαι δεν φαίνεται να υπάρχουν περιθώρια διαφυγής πέρα από το χαθείς στα αγριεμένα κύματά της.

Ο ερχομός της γίνεται με μια δροσερή και λαχταριστή περιγραφή του τοπίου, μια περιγραφή που θα ήταν ένα ιδανικό καλωσόρισμα του έρωτα.



«..και μαζί της έμπαινε κι η θάλασσα αυτό το πρωινό, άγρια και καθάρια, με τα μακριά κύματα της αυγής να κυλούν, να υψώνονται και να σπάζουν για να γλιστρήσουν σε άχρωμες ελλείψεις ποτίζοντας την άμμο, ενώ οι πρωινοί πελεκάνοι στριφογύριζαν και βυθίζονταν, βυθίζονταν και στριφογύριζαν και βυθίζονταν πάλι μέσα στον αφρό, πετώντας με την ήρεμη ακρίβεια των πλανητών και τα ξεθυμασμένα κύματα ξαναγύριζαν στην ηρεμία τους.»


Η απόσταση και το παραπλανητικό πέρασμα του χρόνου επουλώνουν επιφανειακά τις πληγές, μα όταν έρχεται πάλι σε επαφή με την θλιβερή πραγματικότητα που είχε αφήσει πίσω της, τα δάκρυα θρυμματίζουν τις ανέλπιδες ψευδαισθήσεις και σχέδια που είχε χτίσει γύρω από τις πονεμένες αναμνήσεις της.



«Μέσα απ’ τον καθρέπτη της βιτρίνας η Υβόν είδε να την κοιτάζει ένα πλάσμα του ωκεανού, τόσο ψημένο και μαυρισμένο από τον ήλιο, τόσο δαρμένο απ’ τους θαλασσινούς ανέμους και το κύμα που, όσο κι αν έκανε τις φευγαλέες χειρονομίες της φιλαρέσκειάς της, έμοιαζε ν’ αρμενίζει μακριά, καβάλα στα κύματα, πέρα απ’ τον ανθρώπινο πόνο. Μα ο ήλιος κάνει τον πόνο φαρμάκι και το λαμπερό κορμί είναι ανίσχυρο μπροστά στην άρρωστη καρδιά..»


Ανέντιμη αδιαφορία (η διαδρομή προς το σπίτι)


«Και πράγματι ήταν εδώ ο Τζόφρεϋ, κι όχι μόνο δεν ήταν μόνος, όχι μόνο δεν ήθελε την βοήθειά της αλλά ζούσε μέσα στην ενοχή της, μια ενοχή που, κατά περίεργο τρόπο, όπως φαίνεται τον έτρεφε.»

Με τον χωρισμό βιώνεις απώλεια και πένθος. Όταν επιστρέφεις στα μέρη εκείνα που έχουν ταφεί οι αναμνήσεις και έρχεσαι αντιμέτωπος με τα φαντάσματα του παρελθόντος, τότε η πληγή δεν έχει κλείσει, νιώθεις την ψυχή σου ακόμα να βουλιάζει, με βαρίδι τις ενοχές, τους δισταγμούς, τα γιατί.

Ο καθένας τους, μέχρι να φτάσουν σπίτι, μοιάζει παραδομένος στον μικρόκοσμο των τύψεών του.



Περιπλάνηση αναμνήσεων - Υβόν



«Αν και καταλαβαίνω πολύ καλά το γιατί σου φαίνεται – το γιατί η εικόνα της προσποιητής αδιαφορίας μας, του Ζακ κι εμένα, θέλω να πω, σου φαίνεται τελικά πιο ανήθικη από την ιδέα, ας πούμε, να μην έφευγε ο Ζακ όταν έφυγες εσύ, ή να μην χαλούσαμε τη φιλία μας.»




Παραδομένος στα πάθη - Πρόξενος



«Όχι βέβαια πως έπινα πολύ στο διάστημα της απουσίας του, κι όχι πως είμαι εντελώς κι απόλυτα ξεμέθυστος αυτή τη στιγμή, όπως βλέπεις



3

Αποσύνθεση (πρωινό στο σπίτι)

«Μπορεί μια ψυχή να λουστεί εκεί και να καθαριστεί ή να σβήσει την δίψα της;»

Η πραγματικότητα του εθισμένου φιλτράρεται από την ένταση του εθισμού του. Η τραγικότητα του ξεπεσμού του, έχει υπερβεί τον λόγο της κατρακύλας του και έχει φτάσει στα όρια της αυτοκαταστροφής. Οι φιλοσοφίες του εθισμένου πότη βασίζονται στην αλκοολική αντεστραμμένη πραγματικότητα και το πάθος κι ο έρωτας μια αλλοτινής εποχής βιώνονται ως τα θλιβερά απομεινάρια τους.

Το σπίτι σε παραλληλισμό με την σχέση τους, είναι πλέον νεκρό και φτάνοντας εκεί αντικρίζουν την αποσύνθεση των συναισθημάτων τους ορατή και στο περιβάλλον.



«Δες τα τριαντάφυλλα στην επιθανάτια αγωνία τους.»

«.. (οι μπανανιές) κάποτε έμβλημα της ζωής και τώρα ενός άσχημου φαλλικού θανάτου.»





«..- και για μια στιγμή στάθηκαν στην βεράντα χωρίς να μιλάνε, χωρίς να κρατιούνται από το χέρι, μα με τα χέρια τους να αγγίζονται κάπως, σαν να μην ήταν σίγουροι πως δεν τα ονειρεύονταν όλα αυτά, ο καθένας μόνος του στο κρεββάτι της οδύνης του, με τα χέρια σαν ναυαγισμένα συντρίμμια της μνήμης, δειλιάζοντας να ενωθούν, κι όμως αγγίζοντας το ένα το άλλο πάνω από την τρικυμισμένη θάλασσα, τη νύχτα.»
 
Last edited:
Γινωμένος μετά το πέρας της τρίτης ανάγνωσης και γινόμενος αιρετικός, θα απορρίψω κάθε συναίσθημα αυτοκαταστροφής, σύγχυσης, φόβου που εύλογα προκύπτει σε όλους σας (μας) και θα σταθώ μοναχά σε ένα: την αγάπη. Το είδος αυτό της αγάπης που, δανειζόμενος κάποιες λέξεις από σημειώσεις που κράτησα κατά την προσέγγιση βιβλίων της «δικιάς μας» Μάρως Βαμβουνάκης, ορίζεται ως εξής: η πορεία της ένωσης είναι μονόδρομος. Το είδος της αγάπης εκείνο που έκανε τους ποιητές, συγγραφείς και στιχουργούς στους αιώνες των αιώνων να γράψουν τα μεγάλα έπη. Είναι όμως και το πιο εύθραστο. Γιατί μέσα στην απολυτότητά του δεν μπορεί να ανεχθεί κανένα συμβιβασμό, απαιτεί τα αγγελικά και δε δέχεται τα ανθρώπινα, βιώνει ένα είδος συγκινητικής όσο και αφελούς αγιότητας που φθάνει στην έπαρση. Τα κοινωνικά μέτρα και σταθμά τα θεωρεί εξευτελισμό για τους δικούς του στόχους. Άλλωστε, τι στόχους να έχει ο απόλυτος έρωτας; Αυτός, όσο διαρκεί, δεν έχει σχέση με το μέλλον, βυθίζεται ηδονικά στο διασταλμένο παρόν του που θυμίζει αιωνιότητα
Λοιπόν αυτό που έγραψες Αζαθοθ μου θύμισε μια σκηνή από την αγαπημένη ταινία "Leaving Las Vegas".
Σε κάποια στιγμή η Ελίζαμπεθ Σου κάνει δώρο στον αλκοολικό Νίκολας Κέιτζ ένα φλασκί μεταλλικό. Μέσα στην έκπληξη του ο αλκοολικός θυμάμαι είπε πως βρήκε την γυναίκα της ζωής του διότι στην αρχή της σχέσης τους της είχε πει πως δεν πρέπει να τον αλλάξει αλλά να τον δεχτεί όπως είναι...
Έτσι η πονόψυχη πόρνη τον αγάπησε όπως ακριβώς ήταν και το επιβεβαίωσε με το δώρο της!
 

Αζαθοθ

Κοινωνός
"Leaving Las Vegas"
Να λοιπόν που η Υβόν και ο Τζοφ δεν είναι τα πρώτα φαντάσματα που συναντούμε.;)

«Sera: Is drinking a way of killing yourself?
Ben: Or, is killing myself a way of drinking?
»

Όμορφη η στιγμή που συνειδητοποιείς πως στην ιδιάζουσα ρότα που επέλεξες να ακολουθήσεις, δεν τραβάς μόνος σου το κουπί.
@Νικόλας Δε Κιντ τιμή μου που μπαρκάραμε παρέα σε αυτό εδώ το νήμα, κι ας μη συγκλίνουν οι απόψεις μας πάνω στην Εφεύρεση Του Μορέλ και στις εικονικές δυστοπίες. :p

«Sera: I think the thing is, we both realized that we didn’t have that much time. And I accepted him for who he was, and I didn’t expect him to change, and I think he felt that for me, too. I liked his drama, and he needed me. And I loved him. I really loved him.»

 
Last edited:

Τσίου

Μύστης
Γιατί δε με θες, κυρά μου, επειδή είμαι αλκοολικός.

1) Οι μεθυσμένοι, που δεν είναι χαρωποί, μου προκαλούν φρίκη.
2) Αχνοφαίνεται ένα σκηνικό στο βιβλίο, που κάνει την λογίστρια Τσίου μέσα μου να αντιδρα. Ελπίζω να μη μου δυναμώσει το bitch face, δεν με παίρνει να κάνω κι άλλες ρυτίδες.
3) Το δικό μου πλέιλιστ είναι διαφορετικό. Κρατιέμαι να μη βάλω Παούνη.

Μπράβο στην μεταφράστρια για τον άθλο, έριξα μια ματιά στο πρωτότυπο, εκεί που ο Τζόφρεϋ ακούει μια φωνή (σελ. 79) και δεν υπάρχει κόμμα ούτε για δείγμα.

Δεν έχω επαφή με την ιστορία, η σχέση του Τζόφρευ και της Υβόν με αφήνει ασυγκίνητη. Νιώθω σαν τον Μίστερ Μπην στο λούνα παρκ. H τελευταία, όμως, παράγραφος στην σελίδα 98, εκεί που αλλάζει πάλι σε β'ενικό, ήταν "ρίχτε στο γυαλί φαρμάκι" για μένα αποκορύφωμα.
So…


Αράδες που μου άρεσαν:

"Ηταν φυσικό ν' απεχθάνεται κανείς την ώρα άφιξης του οποιουδήποτε, εκτός αν ο οποιοσδήποτε έφερνε μαζί του οινόπνευμα"
"Ανήσυχη σαν την βάρκα που γυρίζει γύρω απ'την άγκυρά της."


Υ.Γ. Ο γάτος ονομάζεται Oedipuss. Έξυπνο και χαριτωμένο.
Υ.Γ. 2 Τώρα κατάλαβα ότι το λινκ του Πρόξενου (του δικού μας) οδηγεί σε companion, επειδή το ανέφερε η Αννετούσκα. Νόμιζα ότι είχε μόνο πληροφορίες για την περιοχή, κάτι σαν επεξηγηματικός χάρτης ?
 
ΜΕΘΥΣΑ με τα γραφόμενά σας, "ταις εξαίσιες μουσικές" και με επιδόρπιο τις ξεχωριστές φωτογραφίες της ? σε αυτό το χορταστικό γεύμα που και αυτή τη φορά σερβίρατε! Λίγο έλειψε να σωριαστώ, όπως ο αξιαγάπητος, γυμνός και τετραχηλισμένος Πρόξενος στην Κάγιε Νικαράγκουα.
Πάντα θαύμαζα την ικανότητα των καλλιτεχνών να βλέπουν και να φωτίζουν πτυχές της καθημερινότητας που περνούν απαρατήρητες στους κοινούς θνητούς. Τώρα θαυμάζω και εσάς που βλέπετε τόσα πολλά μέσα σε ένα καλλιτεχνικό έργο.
Δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει άλλο έργο με αλκοολικό, πέρα από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Τζακ Λόντον (Ο αλκοολικός). Πάνε περισσότερα από είκοσι χρόνια και δεν το καλοθυμάμαι. Συγκράτησα την συντριβή του ήρωα, όπως και στον "Παίκτη" του Ντοστογιέφσκι. Σαν να διαλύουν οι συγγραφείς τους ήρωές τους από το πάθος που τους βασανίζει, για να ζήσουν οι ίδιοι. Οι δαίμονες του Πρόξενου (κάπου εδώ νιώθω να μας κλείνει το μάτι ο "δαιμονισμένος" Σταυρόγκιν!), αυτό το μαστίγωμα του Εγώ από το Υπέρ-Εγώ, είναι το πηγάδι όπου όλοι, λίγο πολύ, πέφτουμε σε κάποιο(α) στάδιο(α) της ζωής μας. Τότε είμαστε ολότελα μόνοι. Ενώπιος ενωπίω.
Μιας και οι συνάδελφοι στο γραφείο ήδη με λοξοκοιτάζουν ?, να πω μόνο ότι περιμένω να δω γιατί γύρισε η Υβόν, αν γύρισε "από", ή "για να".
Μιας και ο καιρός το γύρισε κάπως, το γύρισα κι εγώ από τη μπύρα στο κρασί. Είπα να κρατήσω για λίγο ακόμα τη γνωριμία με το Mezcal για όταν θα βγει λάβα από το ηφαίστειο. Κάπου κοντά πρέπει να 'ναι.
 
Top