Συνανάγνωση: “Άουστερλιτς" - Β.Γ. (Μαξ) Ζέμπαλντ (W.G. Sebald)

Έλλη Μ

Συντονιστής
Μετά από τυχαία κουβέντα και μάλλον δική μου παρόρμηση, με τούτα και με κείνα, αποφασίσαμε να δώσουμε ευκαιρία συνανάγνωσης στο (μοναδικό, κατά τη γνώμη μου) βιβλίο του W.G. Sebald, Άουστερλιτς. Είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνω να ξεκινήσω το νήμα, η δεύτερη πρωτοβουλία που παίρνω για πρόταση συνανάγνωσης και αυτό γιατί πρόκειται για έναν από τους δυο αγαπημένους μου συγγράφεις. Μάλλον γι’ αυτό προέκυψε τόσο αυθόρμητα η πρόταση εκ μέρους μου.

Τα μέλη που θυμάμαι να έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον είναι τα παρακάτω:

που δίνω τον λόγο μου ότι στον σχολιασμό θα είμαι σοβαρή. Στα υπόλοιπα, όχι.

Αν έχω παραλείψει κάποιον ή αν κάποιος άλλος επιθυμεί να συμμετάσχει, παρακαλώ ας αυτοπροστεθει.
Όσοι έχετε ήδη το βιβλίο (κυκλοφορεί μια και μοναχική (sic) έκδοση) και το έχετε ξεφυλλίσει, θα διαπιστώσατε ότι είναι ένα κείμενο μάλλον μονοκόμματο, χωρίς πολλά breaks και προσπάθησα να διαχωρίσω τις εβδομαδιαίες σελίδες ανάγνωσης με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, ολοκληρωμένη νοηματική συνοχή.
Πήρα, επίσης, την πρωτοβουλία να μετατεθεί η έναρξη λίγο αργότερα, μετά το πέρας των ημέρων παθών και παθημάτων, μιας κι αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν υποχρεώσεις (τσουρεκιών, εκκλησιαζμου, αυγών, λαμπάδων, αμνοεριφίων, εκδρομών, χώνεψης και τα λοιπά καλά) και δεν ήθελα να σας βάζω να σχολιάζετε μεταξύ σούβλας και τσουγκρίσματος, όσο ψάχνετε στο ψυγείο για σόδες.

Το πρόγραμμα που σκαρφίστηκα, γιατί είμαι και δαιμονία) έχει ως ακολούθως:

Δευτέρα 21 έως Παρασκευή 25 Απριλίου: σελίδες 7 – 62 είπε Άουστερλιτς (7η αράδα από το τέλος)
Σαββατοκύριακο 26-27 Απριλίου: Σχολιασμός

Δευτέρα 28 Απρίλιου έως Παρασκευή 2 Μάϊου:
σελίδες 62 Εκείνο το βράδυ – σελ. 123 το πέρασμα του χρόνου (2η αράδα από την αρχή)
Σαββατοκύριακο 3-4 Μάϊου Σχολιασμός

Δευτέρα 5 έως Παρασκευή 9 Μαΐου:
σελίδες 123 Περάσαν σχεδόν 3 μήνες – σελ. 202 το δικό μου είδωλο (4 αράδες από το τέλος)
Σαββατοκύριακο 10 -11 Μαΐου : Σχολιασμός

Δευτέρα 12 έως Παρασκευή 16 Μάϊου:
σελίδες 202 Καθώς περίμενα έξω – σελ. 301
Σαββατοκύριακο 17-18 Μαΐου : Σχολιασμός

Ο σχολιασμός θα γίνεται χωρίς τη χρήση πλοκής και θα αφορά μόνο τις σελίδες που έχουν οριστεί κάθε φορά.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2001 και είναι το τελευταίο βιβλίο του Ζεμπαλντ. Κινείται στις γνώριμες θεματικές του συγγραφέα, δηλαδή το Ολοκαυτωμα, τη μνήμη και τον χρόνο, τον ξεριζωμό, την περιπλάνηση και τον Angelus Novus και -εδώ περισσότερο εμφανώς από οπουδήποτε αλλου, την ταυτότητα.
Εχοντας την εμπειρία του βιβλίου πρόσφατη αλλά και τους μικρόκοσμους που φτιαχνει σιγά σιγά ο Ζεμπαλντ με τις διηγήσεις εντός διηγήσεων, τη χρήση φωτογραφιών και τη διαρκή απορία πού τελειωνει η μυθιστορία και που η πραγματικότητα, σαν να κινειται κανεις εντός ομιχλωδους δάσους, ελπίζω να απολαυσετε το βιβλίο και να σταθει αφορμή να αναζητήσετε και τα υπόλοιπα έργα του.

 
Last edited:
Έχω παραλάβει ήδη το βιβλίο και περίμενα να ανοιχτεί το νήμα για να σχολιάσω ότι στο πρώτο ξεφύλλισμα είδα σελίδες χωρίς παραγράφους και κεφάλαια και αρκετές φωτογραφίες να συνοδεύουν το κείμενο.
Μου έκανε πράγματι ωραία εντύπωση και είμαι έτοιμη να καταδυθώ μαζί σας στο βιβλίο και χαίρομαι και για την ομάδα που έχει μαζευτεί και ότι η @Έλλη Μ δεν είναι γνώστρια μόνο του βιβλίου, αλλά γενικότερα του συγγραφέα και θα μπορέσει έτσι να φωτίσει περισσότερο η κουβέντα μας.

Καλή μας αρχή! :αγαπώ:
 

Έλλη Μ

Συντονιστής
Αγαπητέ @Αδριανός Ζωγράφος θα πρότεινα να μην γραφεις τι ανακαλυπτεις και τι οχι για το βιβλιο, όταν οι υπολοιποι δεν το εχουν ξεκινησει.
Καποιοι εχουν, και με το δικιο τους, μεγάλη ευαισθησία με οποιαδήποτε πληροφορία διανεμεται πρωθυστερα, προτου την αναγνωση του ιδιου του βιβλιου, άσε που δημιουργειται προδιαθεση, συνεκδοχές κλπ.

Αυτη ειναι δική μου εκτίμηση, αν οι υπολοιποι ειναι οκ, σε μενα ειναι αδιαφορο. Το εχω διαβασει και ξερω ποιος ειναι ο δολοφόνος.
 
Last edited:
Αγαπητέ @Αδριανός Ζωγράφος θα πρότεινα να μην γραφεις τι ανακαλυπτεις και τι οχι για το βιβλιο, όταν οι υπολοιποι δεν το εχουν ξεκινησει.
Καποιοι εχουν, και με το δικιο τους, μεγάλη ευαισθησία με οποιαδήποτε πληροφορία διανεμεται πρωθυστερα, προτου την αναγνωση του ιδιου του βιβλιου, άσε που δημιουργειται προδιαθεση, συνεκδοχές κλπ.

Αυτη ειναι δική μου εκτίμηση, αν οι υπολοιποι ειναι οκ, σε μενα ειναι αδιαφορο. Το εχω διαβασει και ξερω ποιος ειναι ο δολοφόνος.
Δέχομαι τη μομφή, δεν έχω αρχίσει το βιβλίο, στο οπισθόφυλλο γράφει για την καταγωγή του ήρωα οπότε η Wikipedia απλώς επιβεβαιώνει το συγγραφέα, και η μάχη του Αούστερλιτς είναι γνωστή.
 

Έλλη Μ

Συντονιστής
Καλημέρα σας.

Ελπίζω να παλέψατε τις πρώτες σελίδες τις οποίες ομολογώ οτι επρεπε να χωρίσω λίγο καλύτερα, δηλαδή, λίγο παρακάτω, όπου τελειωνει κάπως η αφήγηση των χρόνων στη Μπαλα, αλλα φοβήθηκα μήπως πέσουν πολλές.
Απολογούμαι για το μακροσκελες της ανάρτησης που ακολουθει -δεν το επεδίωξα, απλώς εξελίχθηκε ετσι- δεν θα επαναληφθει και δεν υπάρχει λογος να την διαβάσετε ολόκληρη. Χαζέψτε τις ζωγραφιές. :))))

Αμβέρσα: Νυκτόραμα / Ζωολογικός Κήπος– Αίθουσα των χαμένων βημάτων / Κεντρικος Σιδηροδρομικός Σταθμός.



Ο ανώνυμος αφηγητής, στο δευτερο μισό της δεκαετιας του εξήντα και συγκεκριμένα το 1967, βρίσκεται να ταξιδευει στο Βελγιο και καπου στην Αμβερσα, μια δυσφορία τον οδηγουν στον Ζωολογικό Κήπο της πόλης, διπλα στον Κεντρικό Σιδηροδρομικο Σταθμο οπου ξεκουράζεται κι αφου συνέρχεται κάμποσο, επισκέπτεται το Νυχτόραμα του Κηπου, τον κατεξοχην χωρο που καταλαμβάνουν τα νυχτόβια πλάσματα. Οι εικονες που ανακαλεί, από τα ζώα με τα διεισδυτικά μάτια, φαινεται να μπλέκονται και να μπερδεύονται στη μνημη του με τις εικόνες από την επίσκεψή του αμέσως μετά στην Αιθουσα των Χαμένων Βημάτων (Salle des pas perdus) του Σταθμου. Εκεί, περιμένει (;;) κι ο Άουστερλιτς, ενας άντρας κραταιός και ακμαίος, που ξεχωριζει από τους υπολοιπους ταξιδιώτες, απασχολημένος καθως είναι με το να σκιτσάρει πάνω από ένα μπλοκ σχεδιο. Την αρχή στην επικοινωνίας τους κάνει ο αφηγητης ο οποιος παρατηρει ότι «οι μοναχικοι ταξιδιώτες είναι κατά κανόνα ευγνώμονες όταν βρισκουν συνομιλητη».

Παρατηρώντας το εμβληματικό ρολόι που κοσμεί την αίθουσα, οι συνομιλητές, ξεκινώντας από τη θέση ότι μοιάζει να περνά ολοκληρη αιωνιότητα από την πληρη περιστροφή του δείκτη έως την έναρξη του επόμενου λεπτού, πάνε πίσω στο χρόνο, στην κατασκευή του σταθμού το 1905, επί βασιλείας Λεοπόλδου Β κι ενώ η ακμαζε και πλούταινε ταχεως, εξαιτίας της εξάπλωσής στην Αφρική και τις αδαμοντοεξορύξεις στο Κονγκό, σε ένα γενικότερο πλαίο νεοανέγερσης της χώρας, με πολλά δημόσια, επιβλητικά κτίρια που θα προσέδιδαν κύρος στο κράτος.

Καπου εδώ, θυμάμαι πριν χρόνια να διαβάζω μια αποψη για το βιβλιο, ο συντάκτης της οποιας έψεγε τον συγγραφέα, λέγοντας ουσιαστικά ότι τηρει υποπτη και βολική σιωπή σε αυτό το σημειο της διήγησης, παραλείποντας εκκωφαντικά αναφορές στη βελγική θηριωδία σε βάρος του Κονγκο. Ο εν λόγω συντάκτης μάλλον δεν ειχει διαβάσει τους δακτυλιους

Το παρασκήνιο εμπνευσης και σύλληψης της κατασκευης τόσο του σταθμού όσο και του εντυπωσιακού του θολου είναι απολαυστικό, νομίζω, και ρεει εντός του κειμένου αβιάστα και απαλά – όπως απαλο είναι το κατάλληλο επίθετο για ολοκληρο το βιβλίο – ενώ στην ουσία προκειται για μια πληροφορία ιστορικου κι αρχιτεκτονικου ενδιαφέροντος όπως και τόσες άλλες που ακολουθουν, όπως και του κουτσομπολιου με τη σύγκριση ανάμεσα σε αυτόν (τον θόλο) αλλά και το σημειο αναφοράς του για τον αρχιτεκτονα, που δεν ήταν άλλο από το Πάνθεον.

Ο συγγραφέας βάζει τον Άουστερλιτς να διατυπώνει μια πολύ ευστοχη παρατήρηση σε σχέση με τον χωροχρόνο και τον ταξιδευτη, μονο για να σχολιάσει λίγο παρακάτω τον τρόπο που συλλογίζεται ο Αουστερλιτς και πως "η αφηγηματική μετάδοση ειδικών γνώσεών του ισοδυναμούσε με τη σταδιακή προσέγγιση ενός είδους μεταφυσικής της ιστορίας" και μέσω αυτου να καταγράφεται τρίτο σχόλιο – από τον αναγνώστη πια, εμένα- ότι αυτή ακριβώς την ακροβασιά και μετάβαση των σκέψεων, ειτε οι διαβιβαστές τους είναι διαφορετικοι είτε πρόκειται για έναν και μοναδικό κάθε φορά, είναι που κάνουν τον Sebald μοναδικό συγγραφέα, διότι η τεχνική αυτή παυει να είναι απλώς μονο τέτοια και μεταρσιώνεται σε Τεχνη, δηλαδή σε συναισθημα και εμπειρία πολύ προσωπική, άρα πολύ σπουδαία.

Ο Ζακ Αουστερλιτς εχει εμμονή με τα κτιρια, με την αρχιτεκτονική, τα οχυρά και τους σταθμους. Τα μελετά για κάποιου ειδους διδακτορικής διατριβής αλλά φαινεται ότι μέσα στα χρόνια, η μελέτη, οι σημειώσεις και το υλικο που συγκεντρώνει, απομακρύνεται από τον αρχικό πυρηνα του και γινεται κάτι άλλο. Ετσι, η κουβέντα από το σταθμό, περνά μέσα από τα οχυρά και πώς τελικά, σχεδόν παντα και παντου, αυτά δεν κατάφεραν να επιτελέσουν το ρόλο τους τόσο όσο να αφήνουν άλλα σημεια αιχμής εκθετα στον οποιο εχθρο κι επίθεση κι ότι, όσο μεγαλύτερο το οχυρό, τόσο μεγαλυτερες οι δυναμεις που επιστρατεύονταν εναντιον του, (πολιορκία της Αμβέρσας, η οποία δεν διδαξε το παραμικρό).

Μου άρεσε πάρα πολύ η σύγκριση που επιχειρεί ο Αουστερλιτς ανάμεσα σε αυτά τα τεραστιών διαστάσεων οικοδομημάτων με αντιστοιχα «οικιακά οικοδομήματα» οπου τα ύστερα μας υπόσχονται τουλάχιστον μιαν αναλαμπή ειρήνης, ενώ αντιθετα κανένας λογικός ανθρωπος δεν θα μπορούσε να ισχυριστει ότι του αρέσει ένα γιγαντιαίο κτιριο, χαρακτηρίζοντας τον όποιο θαυμασμό προς αυτά, ως «προαγγελο τρόμου» ενώ η σύλληψή τους εμπεριέχει εξ αρχης τη βεβαιότητα ότι καποτε θα μετατραπούν σε ερείπια.

Φρούριο Μπρεεντονκ



Με αφορμή την αναφορά του φρουρίου από τον Αουστερλιτς, ο αφηγητς την επαυριο της συναντησής τους, σκοντάφτει πάνω σε ένα αρθρο γι΄αυτό, ξεφυλλιζοντας κάποια εφημεριδα, ενώ κρυφά ελπίζει στην επανεμφάνιση του και τη συνέχεια των συζητήσεών τους.

Ο Ζεμπαλντ αγαπάει πάρα πολύ τις συμπτώσεις και τα αόρατα νηματα που ενώνουν ανθρώπους, διαδρομές και συναπαντήματα. Ετσι κι εδώ, μεσω μιας τυχαίας αναφοράς του την προηγούμενη και της άμεσης επανεμφανισης του οχυρου την επομενη, βάζει τον αφηγητη να το επισκεφτει. Το 1940, το οχυρό, παρατημένο πια, μετατρέπεται σε κεντρο υποδοχής και λειτουργησε ως τετοιο μεχρι το 1944. Το 1947, μετατράπηκε σε μνημειο. Ο αφηγητης δυσκολευεται πολύ να το αναγνωρισει ως κάτι ή να το συνδέσει με κάποια εικόνα αναγνωρισιμη, αισθανεται ήδη δυσφορία αντικρύζοντάς το και το περιγράφει ως «μοναδικό μονολιθικό αποκύημα της ασχήμιας και της τυφλής, βίας».

Όταν πια μπαινει στο εσωτερικό του, διαβαινοντας τους χωρους του που κατονομάζονται (τυπογραφείο, κελί απομόνωσης, αιθουσα πτωμάτων κλπ) η δυσφορία του κορυφώνεται κι εκδηλωνεται ως εντονο σκοτάδι, άλλο ένα γνωριμο μοτιβο του Ζεμπαλντ, αυτό του τραυματος που πάντοτε φαινεται να κατακλυζει και τον ίδιο, κάθε όποτε η επικείμενη εμπειρία δεν είναι κάτι λιγότερο από τον βασανισμό ανθρώπου από άνθρωπο ή από έναν τόπο «φαυλο» όπως πολύ λακωνικά περιγράφει, κι ότι αυτή η γνωση, ακόμη κι αν δεν προκειται για βιωμένη εμπειρία, επηρεάζει βαθυτατα πολλές ιδιοσυγκρασίες που οικειοποιούνται τόσο πολύ τον πόνο του άλλου, ναι!, ακόμη κι αν εχουν παρελθει δεκαετίες, καταφέρνει αυτή η οικειοποίηση να σε αρρωστήσει. Η ανακληση [του τραυματος], βεβαια, εχει πάντοτε μια madeleine de Proust και στην προκειμενη περίπτωση πάει πίσω, στο χωριο του. Στο σημειο αυτό, μέσα στο κελί του Μπρέεντονκ, αφηγητής και συγγραφεας ταυτιζονται, ειμαι πεπεισμένη γι αυτό, το χωριο του είναι το Βερταχ και το στιγμιότυπο είναι ένα θραυσμα της παιδικής του ηλικίας, η θυμιση λέξεων που απεχθανόταν να εκφερει ως παιδι, η μυρωδια που εφερε στη μυτη του αυτή η λέξη ήταν μυρωδια σαπουνιου
«Δεν μπορεί κανείς να εξηγήσει με ακρίβεια τι συμβαίνει μέσα μας όταν ανοιγουν οι πόρτες που κρύβουν πίσω τους τους φόβους της παιδικής ηλικίας.»
κι από κει, η σκέψη του εξοκείλει στα βασανιστήρια που ελαβαν χώρα εκει μέσα, με πρωτη αναφορά στον Ζαν Αμερύ, ο οποιος εκει μεσα βασανιστηκε
η μαρτυρία του οποιου εχει καταγραφεί στο βιβλιο Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση, βιβλιο που ηθελα πάντα να διαβασω αλλά οχι πια. Ο Sebald εχει καταπιαστει μαζί του και στο βιβλιο περι Φυσικής Ιστορίας της καταστροφής και πράγματα που μεταφερει εκει, είναι φρικιαστικά
και στον Κλωντ Σιμόν, ο οποιος στο δικό του βιβλιο κάνει αναφορα σε έναν επιζώντα του Αουσβιτς, τον Γκαστόνε Νοβέλλι. Αμφότεροι, Νοβέλλι και Αμερυ, υπέστησαν της ιδιας φυσεως βασανιστηρια. Ο δευτερος αυτόκτόνησε το 1978, ο πρωτος, μετά την απελευθερωσή του από το Αουσβιτς, εφυγε για τη Νοτιο Αμερική, αδυνατώντας να συνυπάρξει με Γερμανο ή οποιοδήποτε πολιτισμένο ον, ανδρα ή γυναικα.

Liverpool Street – Great Eastern Hotel



Μέσα στα επόμενα χρονια, οι δυο τους χάνονται και ξαναβρίσκονται, ειδικά όποτε ο αφηγητης επισκέπτεται το Λονδίνο, μέχρι τα τελη του 1975. Η επικοινωνια τους, όμως, αποκαθισταται με μια κανονικότητα το 1996 και μεσω μιας σειρας γεγονότων, συναντιουνται πάλι εκει, μέσω της τυχαιότητας και «ενάντια σε κάθε στατιστική πιθανότητα» συγκυρία που «υπάκουε σε μια θαυμαστή, σχεδόν επιτακτική, εσωτερική λογική», catching up where they left off, αναλώνοντας τον χρόνο τους στην αρχιτεκτονική του ξενοδοχείου. Κι εκει, γινεται η πρωτη αναφορά στο παρελθον τους, στο παρελθον του Άουστερλιτς, ο οποιος λέγει ότι μέχρι και τα δεκαπέντε του χρόνια, το πραγματικο του όνομα του το απέκρυβαν, αν και ειδωμένο από το σήμερα, ερμηνευοντας δηλαδή προς τα πισω, επρεπε να ειχε οδηγηθει νωριτερα στα ιχνη της καταγωγης του. Και ετσι κάπως ξεκινά να μιλάει, από το συμπέρασμα ότι αντιστεκόταν σθεναρά, ακούσια όμως, από προφανή συμπεράσματα, ότι υπάρχουν αμυντικοι μηχανισμοι που δεν αντιλαμβανόμαστε και μας προστατευουν από τα ίδια μας τα μυστικά, από το ξεκλειδωμα της μνήμης, μυστικά και παρελθον που δεν γνωρίζουμε ή που δεν θυμόμαστε, που η γνωση κι αποκαλυψη των οποίων μπορεί να μας κάνει κακό, αλλά και πάλι, το αισθημα της ανεστιότητας και του κενού φαινεται να βαραινει πολύ περισσότερο στη ζυγαριά, τόσο που να αποφασιζει κανεις να επωμιστει το βάρος της γνωσης κι όσο προχωρά η αποκαλυψη, το revealing, τόσο αντιλαμβάνεσαι πόσο έντονα το παρελθον άρχει το και κυριαρχεί στο παρόν κι εγώ δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απολυτα μαζί του.

Στο Great Eastern Hotel, λοιπόν, μαθαινουμε ότι ο Άουστερλιτς μεγάλωσε σε μια επαρχια της Ουαλίας, στον πυρήνα μιας οικογένειας καλβινιστή ιεροκύρηκα. Μεσα σε ένα σπίτι μουντό, μάλλον δυστυχισμένο, με λιτό εξοπλισο, κλειστα παραθυρα, αποκαλούμενος με διαφορετικό όνομα, στερουμενος από τα δικά του πράγματανα, ξένος ακόμη και μεσα στα ρούχα που φορούσε, ξενος και απομακρος από αυτούς που τον μεγάλωναν, με τον θετό του πατέρα (Εμύρ) να έρχεται κάπως κοντα τη στιγμή που εκεινος του διηγείται το τέλος της κοiνότητας του Χλανουδυν, τη γενέτειρά του.

Παρόλο που εχει μεσολαβησει μικρός χρονικός ορίζοντας απο την προηγούμενη φορά, το διαβαζω με φοβερη ευχαρίστηση και ικανοποιηση.
 
Last edited:
Καλημέρα, ήταν πολύ κατατοπιστική η πρώτη ανάρτηση της συνανάγνωσης κι εγώ θα έλεγα @Έλλη Μ να μην δηλώνεις ότι δεν θα ξαναγράψεις άλλο μακροσκελές κείμενο, αλλά να αφήνεις τον εαυτό σου ελεύθερο και να γράφεις όπως σου βγαίνει. :ναι::)

Θα γράψω κι εγώ τις εντυπώσεις μου από το πρώτο μέρος της συνανάγνωσης και θα επικεντρωθώ στα σημεία που μου έκαναν εντύπωση.

Την ιστορία του βιβλίου την παρακολουθούμε από την μεριά του αφηγητή κι έτσι τον πρωταγωνιστή του βιβλίου, τον Αούστερλιτς, τον μαθαίνουμε μέσα από τις διηγήσεις του. Αυτοί οι δύο άνθρωποι γνωρίστηκαν τυχαία το 1967 σε διάφορα κτίρια του Βελγίου κι όλες οι συναντήσεις τους ήταν το ίδιο τυχαίες. Υπήρξε ένα διάστημα που ο χωροχρόνος τους έφερε κοντά πέντε με έξι φορές κι έπειτα η επόμενη φορά που συναντήθηκαν ήταν μετά από 20 χρόνια.

Οι συζητήσεις τους περιστρέφονταν κυρίως γύρω από διάφορα κτίρια και τις ιστορίες τους. Αυτό οφειλόταν, όπως συμπεραίνουμε, από τις σπουδές και την μετέπειτα εργασία του Αούστερλιτς, όπου μελέτες και διατριβές που έκανε είχαν αυτό το αντικείμενο. Μέσα όμως από τις κουβέντες τους και τις πληροφορίες που εισέρχονται σιγά σιγά στο προσκήνιο, αποπνέει ένα ειδικό βάρος το κεντρικό θέμα των συζητήσεων τους, που δίνει την εντύπωση πως όσο κοιτούμε το έξω, μαθαίνουμε για το μέσα, ότι το δημόσιο και το προσωπικό συμπλέουν κι ότι η Ιστορία έχει γραφτεί μέσα μας από τις αποχρώσεις των προσωπικών μας ιστοριών.

«Θα έπρεπε μια φορά, είπε ακόμη, να φτιάξουμε έναν κατάλογο με τα οικοδομήματά μας καταχωρισμένα κατά μέγεθος, και τότε θα αντιλαμβανόμασταν αμέσως ότι τα κτίρια που βρίσκονται κάτω από το σύνηθες μέγεθος των οικιακών αρχιτεκτονημάτων – η καλύβα, το ερημητήριο, το σπιτάκι του φύλακα, το περίπτερο με θέα, το παιδικό σπίτι στον κήπο- μας υπόσχονται τουλάχιστον μια αναλαμπή ειρήνης

Αυτός ο στοχασμός του Αούστερλιτς, σε συνάρτηση με την συνέχεια του, ότι «τα κτίρια τεραστίων διαστάσεωνκαι η σύλληψή τους εμπεριέχει εξαρχής τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα μετατραπούν σε ερείπια» κάνει εμφανές νομίζω μια εσωτερική του συσχέτιση με κάποιον πόλεμο (αν θυμηθούμε τις συζητήσεις γύρω από οχυρά) και μια προσωπική του μνήμη σχετικά με την πορεία της ζωής του. Ό,τι μικρό είναι οικείο, αγαπημένο, προσωπικό και μέσα μας μένει η μνήμη του αναλλοίωτη και αθάνατη, ό,τι μεγάλο όμως εμπεριέχει τον επικείμενο θάνατό του. Μια διαρκής αναζήτηση αυτού της θαλπωρής του παιδικού σπιτιού που έχασε και που του έλειπε σε αυτό το τεράστιο σπίτι που μεγάλωνε.

Μαθαίνουμε ότι για κάποιο λόγο (που δεν ξέρουμε ακόμη) μέχρι τα δεκαπέντε του χρόνια τον αποκαλούσαν με άλλο όνομα, ζούσε με μια οικογένεια που συμπεριφερόταν σαν να ήταν μέλος της, ενώ δεν ήταν οι πραγματικοί του γονείς, αγνοούσε για πιο λόγο δεν αναφέρονταν καθόλου στο παρελθόν του και κάποιες λίγες μνήμες που ξυπνούσαν σαν αναλαμπή, είχαν γραφτεί δυνατά μέσα του. Αυτό είχε ως συνέπεια πως ότι ζούσε ως παιδί φιλτράρονταν από την ιδιοσυγκρασία του και χρωματίζονταν από θλίψη, έκπληξη και απογοήτευση για την όποια επικείμενη φθορά.

Το σπίτι όπου ζούσε με τους θετούς γονείς του, του έκανε εντύπωση που ήταν μεγάλο, με πολλά αχρησιμοποίητα δωμάτια, κλειστά παράθυρα σαν να κρατούσαν την όποια αλήθεια μακριά από αυτόν. Μου έμοιασε ότι η τρίτη τυχαία συνάντησή τους, που ήταν στο δικαστικό μέγαρο των Βρυξελλών, ήταν σαν να έγινε σε εκείνο το σπίτι όταν ήταν μικρός, γιατί κι εκείνο ήταν τεράστιο, αχανές, με αχρησιμοποίητα δωμάτια και λαβυρινθώδες. Ένα σπίτι που δεν το θεωρούσε δικό του και που «το χειρότερο ήταν το ξύπνημα νωρίς το πρωί, που έπρεπε να συνειδητοποιώ κάθε μέρα απ΄ την αρχή ότι δεν ήμουν πια στο σπίτι μου, αλλά πολύ μακριά, σε ένα είδος φυλακής». Δεν ξέρω αν η πραγματικότητα ξεπερνά την φαντασία, αλλά μου έκανε εντύπωση και μου έμοιασε σαν σκηνή βγαλμένη από σουρεαλιστικό παραμύθι οι περιγραφές μαγαζιών που ξεφύτρωναν κρυφά στις δαιδαλώδες κρυφές γωνιές του δικαστικού μεγάρου, από δημόσια ουρητήρια, μέχρι γραφείο στοιχημάτων και κουρείο.

Το συλλογικό τραύμα εμπεριέχει άπειρα προσωπικά τραύματα και ιστορίες, ξυπνάνε είτε θαμμένες μνήμες είτε αισθήσεις που διεγείρουν την ενσυναίσθηση. Το πιστεύω πραγματικά ότι ο κάθε χώρος ποτίζεται με τις ιστορίες που έχουν γραφτεί εκεί και ο μελλοντικός επισκέπτης με μια εσωτερική διαδικασία νιώθει ότι άσχημο (συνήθως) έχει παιχτεί εκεί (δεν θέλω να σκέφτομαι τι μπορεί να ξυπνάνε σε κάποιον οι πραγματικές μνήμες). Αυτή την ασχήμια νιώθει και ο αφηγητής όταν επισκέπτεται το φρούριο του Μπρέεντονκ, που είχαν συζητήσει, το οποίο είχε μετατραπεί σε κέντρο υποδοχής στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, αναλογιζόμενος τις μαύρες σελίδες τις Ιστορίας που είχαν γραφτεί εκεί. Αναλογίστηκα και μια προσωπική μου μνήμη από μια παρόμοια επίσκεψη πριν από πολλά χρόνια στο ενετικό κάστρο στην Φορτέτσα του Ρεθύμνου, όταν περπατούσα σε ένα προαύλιο χώρο με τα χόρτα να καλύπτουν τα πέλματά μου, με τον ήλιο να λαμπυρίζει το οίκημα και τα μικρά καγκελωτά παράθυρα στα ριζά των τοίχων που έστελναν αχτίδες φωτός σε υπόγεια κελιά, με έκανε να νιώσω μια αγωνία που δεν μπορούσα να προσδιορίσω και δεν αναλογούσε στην όμορφη και λαμπερή μέρα.

Μου εντυπώθηκαν αρκετά μικρά σημεία του κειμένου, οι φωτογραφίες που έκαναν να εμπλέκεται η πραγματικότητα με την μυθιστορία, οι περιγραφές των πόλεων με λεπτομέρειες πληροφοριακού χαρακτήρα και όλα αυτά με ένα αδιόρατο νήμα μου θύμισαν το βιβλίο "Ζωή, οδηγίες χρήσεως" του Ζωρζ Περέκ, όχι για τις δαιδαλώδες περιγραφές του δεύτερου, όσο για την συλλογική αλήθεια που αφορά τις μνήμες των τόπων και των αντικειμένων.
 
Last edited:
Θα ήθελα επίσης να ρωτήσω και δύο μικρά πράγματα κατανόησης:

1. σελ. 27 προς το τέλος " όταν λέει ο αφηγητής ότι "έζησα κι εγώ ανάμεσά τους μέχρι τα είκοσί μου χρόνια" όταν περιγράφει το καζίνο των Ες Ες, εννοεί στο συγκεκριμένο καζίνο;

2. σελ. 39 πρώτη σειρά "να γυρίσω πάλι στο νησί", ποιο νησί εννοεί;
 

Έλλη Μ

Συντονιστής
@Πεταλούδα και στα δυο σημεία νομιζω μιλάει ο Sebald, o οποιος εφυγε απο τη Γερμανια καπου στα εικοσι εικοσιδύο χρόνια του και ως νησι, αναφερεται στην Αγγλία, στην οποια εγκατασταθηκε μονιμα το 1970.

Εχεις δικιο, το σπίτι περιγραφεται με τα πλέον ζοφερα χρώματα, σκοτεινο, κλειστες κουρτίνες, κλειστα παραθυρα, κάποια χτισμενα κιολας, με την Γκουέντολυν να περιφερεται στο χώρο, χωρις να δεχεται τρυφερότητα απο τους θετούς του γονείς (ουτε το αντίθετό της, βέβαια) και με μακρινές αναμνησεις, σαν σε ονειρο, απο το πρόσφατο παρελθον του. Ακομη και στα ιδια του τα ρουχα αισθάνεται ξενος. Οπως και το δικαστικό μεγαρο, σαν τους τεραστιους σταθμους του μετρό σε πολύ μεγαλες πολεις που ειναι δαιδαλωδεις κι ολο μικρομάγαζα
 
Last edited:
@Έλλη Μ τι να γράψουμε μετά απ' αυτό; :εεε;:

Ένιγουεϊ, που λέμε στο χωριό μου. Ας ξεκινήσω λέγοντας ότι ανυπομονούσα να (ξανα)διαβάσω Σέμπαλντ γενικά και τον Άουστερλιτς ειδικά. Με αυτόν τον τελευταίο είχαμε γνωριστεί στα λεωφορεία του ΚΤΕΛ, όταν έκανα δις την εβδομάδα το δρομολόγιο απ'την επαρχιακή μου πολίχνη προς την Αθήνα, κάπου ανάμεσα στο '21 και το '22. Έπαιρνα το πρωινό δρομολόγιο και άκουγα αυτό το πόντκαστ (για το οποίο σας τα'χω πρήξει πολλάκις), βλέποντας από το κάθισμα της γαλαρίας (καθώς στο πρωινό δρομολόγιο το όχημα ήταν πάντοτε σχεδόν άδειο) το τοπίο του Πατραϊκού και, στη συνέχεια, του Κορινθιακού Κόλπου να αποκαλύπτεται χιλιόμετρο το χιλιόμετρο από πρωινά χρώματα, που παιδιόθεν μου προκαλούσαν δέος και μια -κατά κάποιο τρόπο- μεταφυσική προδιάθεση.

Εκείνο που μου έκανε εξαρχής εντύπωση στα κείμενα του Σέμπαλντ ήταν η ικανότητά του να ρέει αβίαστα ανάμεσα από ιστορίες, οι οποίες είναι εξ ορισμού αδιάφορες για τον κοινό αναγνώστη, αλλά αποκτούν -για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω, αλλά υποθέτω ότι είναι εσωτερικός- μια εντυπωσιακή οικειότητα και μια θελκτικότητα που τις καθιστά σχεδόν απαραίτητες, σαν κάποιο είδος τροφής που ικανοποιεί την αισθητική αίσθηση:

πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσα πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πάνω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης

Βίωσα τέτοιες στιγμές κατά την ανάγνωση των δακτυλίων, τις βίωσα και τώρα, στον Άουστερλιτς: η εμπειρία είναι σχεδόν εμβυθιστική. Βοηθάει η καλλιέπεια του λόγου, η ροή είναι διαρκής αλλά τόσο-όσο, δίχως να παρασέρνεται σε επικίνδυνους (και εκνευριστικούς) ακροβατισμούς, ωθώντας την τελεία της περιόδου όσο περισσότερο μπορεί προς τα άκρα της υπομονής και της κατανόησης. Ομολογώ πάντως ότι βρήκα το ξεκίνημα του Άουστερλιτς μουδιασμένο: μεταφέρει σχεδόν συνοπτικά (σε σχέση με αυτό που περίμενα) μια βόλτα στο σταθμό, στο Νυκτόραμα, στην αίθουσα των χαμένων βημάτων. Νομίζω σκοπός του εξαρχής (και βιάστηκε γι΄αυτό;) ήταν να συναντήσει τον Άουστερλιτς.
Για αυτόν τον τελευταίο φαντάζομαι θα μιλήσουμε όλοι στο τέλος. Μοιάζει πολύ γοητευτική φιγούρα για να'ναι όντως αληθινή και πιστεύω ότι λειτουργεί περισσότερο ως συμβολικός χαρακτήρας για κάτι που θα αποκαλυφθεί -ελπίζω- στις επόμενες σελίδες.
Γράφω βιάστηκε. Αυτή την εντύπωση μου έδωσε, η οποία ενισχύεται κι από το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε εκτενώς -ενώ θα μπορούσε άνετα- στα γεγονότα που υπήρξαν η αιτία της δημιουργίας αυτών των αρχιτεκτονικών θαυμάτων, δηλαδή το Κονγκό (το ανέφερε και η @Έλλη Μ).
Κάπου εκεί έρχεται η συνάντηση με τον Άουστερλιτς και όλα αλλάζουν. Η συζήτηση γρήγορα φτάνει στις οχυρώσεις/οχυρωματικά έργα: την εκτίμησα ιδιαιτέρως, πρωτίστως επειδή μου θύμισε πόσο πολύ είχα αγαπήσει τον Σέμπαλντ και τους δακτυλίους, αφενός. Αφετέρου, επειδή μου θύμισε πόση χαρά μπορεί να πάρει κανείς από την ανάγνωση άχρηστων γνώσεων, γραμμένων από την πένα του Σέμπαλντ. Τα ίδια ισχύουν για το δικαστικό μέγαρο των Βρυξελλών, αυτό το ογκώδες, τιτάνιων διαστάσεων κι ωστόσο άχρηστο εν πολλοις.

Η αίσθηση της βιασύνης όμως επανέρχεται. Το χρονικό κενό που μεσολαβεί από τα μέσα της δεκαετίας του '70, ως τα μέσα αυτής του '90 είναι κάπως άγαρμπο. Δεν είναι σωστή η λέξη (δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη προς το παρόν), εκφράζει πάντως την απογοήτευση γι'αυτό το αφηγηματικό κενό.

Σοφά, πάντως, ο Σέμπαλντ πιάνει το νήμα της συζήτησης με τον Άουστερλιτς εκεί που το αφήσαν 20 περίπου χρόνια πριν. Από δω και πέρα, που ο Άουστερλιτς πια ανοίγεται και αρχίζει να εξομολογείται, αρχίζει ο πειρασμός: η περιγραφή της παιδικής του ηλικίας με τον ιεροκήρυκα τοποθετείται κάπου στην Ουαλία, αλλά θα μπορούσε να συμβεί στην πουριτανική Αμερική του 18ου-19ου αι. ή στην Αγγλία του Ντίκενς.
Πειρασμός, επειδή σταματά εδώ η συνανάγνωση και ξέρω πως αύριο που θα περάσω κάμποσο χρόνο τράνζιτ στο Ελ. Βενιζέλος, θα πιάσω το βιβλίο πολλές φορές στα χέρια μου και ίσως να μην καταφέρω να σταματήσω...

Σε κάθε περίπτωση, αισθάνομαι ότι το κείμενο που θα προστεθεί σ'αυτό το νήμα, όταν με το καλό τελειώσει η συνανάγνωση, θα είναι φορτισμένο...
 

Έλλη Μ

Συντονιστής
μεταφέρει σχεδόν συνοπτικά (σε σχέση με αυτό που περίμενα) μια βόλτα στο σταθμό, στο Νυκτόραμα, στην αίθουσα των χαμένων βημάτων. Νομίζω σκοπός του εξαρχής (και βιάστηκε γι΄αυτό;) ήταν να συναντήσει τον Άουστερλιτς.
Καταλαβαίνω τι λες, παρόλο που σε μένα δεν λειτουργησε ουτε ως άτσαλο και βιαστικό, ουτε βεβιασμένο και πιεστικό.
Ξερεις τι γίνεται; Εχοντας εικόνα του βιβλιου αλλά και του εργου του εν συνόλω, εχω καταλήξει ότι τιποτε δεν υπάρχει τυχαία εκεί που υπαρχει ή όπως υπάρχει στα κείμενά του. Για παράδειγμα, τα κτιρια που περιγραφονται, εχουν οργανικό ρόλο να επιτελεσουν ή η αναφορα στον Ηβαν και τις ιστορίες φαντασμάτων του. Χωρις να προοικονομουν καποια εξελιξη, η αναφορα σε αυτά δεν γινεται μεταξύ τυρου κι αχλαδίου. Ή, επίσης,

1. οτι στη σελίδα 9 γράφει:
εκεινο το εκτενες εξεταστικο βλέμμα κι ακολουθουν τα ματια των νυκτοβιων ζωων, και συνεχίζει που το βρίσκεις μονο σε συγκεκριμενους ζωγραφους και φιλοσοφους, οι οποιοι, μεσω της καθαρης θεώρησης και της καθαρης σκέψης, προσπαθουν να διεισδύσουν στο σκοτάδι που μας περιβάλλει κι ακολουθουν δυο ζευγη ματιων να σε κοιτάν...
2. εφτασα στη σελίδα 44, οπου ξανασυναντά τον Αουστερλιτς, αναγνωρίζοντας το σακίδιό του κρεμασμενο που, αυτό το σακίδιο, του θυμισε το ίδιο που κουβαλούσε παντου και παντοτε μαζί του ο Βιττγκενστάιν και τον συγκρίνει μαζί του
3. επιστρεφω στη σελίδα 9 γιατι ξαφνικά αναψε μια λαμπα, οτι το δευτερο* ζευγος ματιων ανηκει σε αυτον, τον Βιττγκενστάιν, παρατηρησε τον, ειναι απιστευτα χαρακτηριστική και η φωτογραφια απο οπου προέρχονται. Επρεπε να διαβασω το βιβλιο τριτη φορα για να το συνειδητοποιησω.
αν εχεις καταφερει και με εχεις παρακολουθησει εως εδώ, μπραβο σου
4. και εξισου ξαφνικα ηρθαν καποια σπαραγματα κι αποφθεγματα του Βιττγκενσταιν απο το βιβλιο του Μονκ, εσυ το εχεις διαβασει ολοκληρο,


ε, λοιπόν, δεν ειναι τυχαία αυτα, θεωρω οτι στήνει όλοκληρο τον ιστο και τον σκελετο του Ζακ γυρω απο αυτόν τον φιλόσοφο και τις θεσεις του για τη γλωσσα, τη μνήμη και την πραγματικότητα όπως την αντιλαμβανόμαστε τώρα ή μεθεόρτια και οτι τα πραγματα γυρω μας περιβαλλονται με περισσότερες ομοιότητες απο ό,τι αρχικά αναγνωριζουμε κι ισως χρειάζεται ενα ερεισμα, ενα μια μυρωδια, ενα νευμα για να αναγνωρισουμε αυτό που εχουμε ξεχασει.

Οποτε, ναι, δεν θυμαμαι πού ηθελα να καταληξω, μαλλον στο πιστευω πως το οτι αφηνει αυτά τα εικοσι χρονια, δεν ειναι καποιου ειδους βιαση αλλά (εικάζω και μονο) ισως ενας τροπος να ενισχυσει τη συμπτωση και το τυχαίο (εξαλλου, δεν εχουν αναπτυξει κανεναν ισχυρο δεσμο, μεχρι πριν το 1976) ή να προσθεσει κι αλλη αποσταση αναμεσα στον χαρακτηρα και τον αναγνωστη, όπως ηδη κανει με τον τροπο που φτανει η διήγησή του σε εμας

*Ο πρώτος, αλλη πρωινη ανακαλυψη κι αυτή στη βιβλιοθηκη, ειναι ο ζωγραφος Jan Peter Stripp, φιλος χρονια του Sebald. Το βιβλιο Αδιήγητη Ιστορία, που κυκλοφορησε μετα τον θανατο του Sebald, ειναι μια συλλογή μικρων ποιηματων του και συνοδευονται απο φωτογραφιες ματιων και βλεμμάτων του Stripp. Ομορφη εκδοση.

Ελπίζω να μην σε μπουρδούκλωσα εντελώς. :ντροπή:
 
Last edited:
Ενδιαφέρουσα συζήτηση ξεκινήσατε, για τον χρόνο του κειμένου και το ότι δεν είναι τυχαίες κάποιες αναφορές (είχα ξεχωρίσει τα μάτια του Βιτγκενστάιν πριν δω το όνομα, χαίρομαι που διάβασα και σε ποιον ανήκουν το δεύτερο ζευγάρι μάτια), στην πορεία της συνανάγνωσης θα μας λυθούν οι απορίες. Να πω κι εγώ εδώ ότι όταν αρχίσαμε να μαθαίνουμε την ιστορία του Άουστερλιτς, προς το τέλος του α' μέρους του κειμένου που είχαμε ορίσει, απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ανάγνωση, μιας και μέχρι εκείνη την στιγμή είχαμε ελάχιστες γνώσεις και για τους δύο ήρωες.

@ΜιΛάμπρος, ναι είναι πράγματι γοητευτική φιγούρα ο Άουστερλιτς, θυμήθηκα ότι κάπου έγραφε ότι "έμοιαζε σχεδόν νέος, με ξανθά, παράξενα σγουρά μαλλιά, που τα έχω ξαναδεί μόνο στον Γερμανό ήρωα Ζήγκφρηντ, στην ταινία του Λανκ για τους Νιμπελούνγκεν":

1499

@Έλλη Μ, οι ιστορίες φαντασμάτων του Ήβαν που ανάφερες παραπάνω, η κάπως παραμυθένια περιγραφή του δικαστικού μεγάρου, η ομοιότητα κατά τον αφηγητή του Άουστερλιτς με τον Ζήγκφρηντ (ήρωα μυθολογίας) μου κάνει ωραία αντίθεση με τις (και) πληροφοριακού τύπου περιγραφές των κτιρίων και της ιστορίας τους, για τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα και αποκτάει μια άλλη βαρύτητα ο λόγος του.
 
Ελπίζω να μην σε μπουρδούκλωσα εντελώς. :ντροπή:
Καθόλου!

Καταλαβαίνω τι λες, παρόλο που σε μένα δεν λειτουργησε ουτε ως άτσαλο και βιαστικό, ουτε βεβιασμένο και πιεστικό.
Ξερεις τι γίνεται; Εχοντας εικόνα του βιβλιου αλλά και του εργου του εν συνόλω, εχω καταλήξει ότι τιποτε δεν υπάρχει τυχαία εκεί που υπαρχει ή όπως υπάρχει στα κείμενά του.
Ναι, καταλαβαίνω. Δεν ήταν παρατήρηση. Απλά δες το ως παράπονο περισσότερο για τη χαμένη ανάγνωση (=τα γεγονότα που δεν περιέγραψε).

Τον Βιττγκενσταϊν τον παρατήρησα, όπως και η @Πεταλούδα. Το βλέμμα του είναι πολύ χαρακτηριστικό. Θέλησα να σχολιάσω επ΄αυτού, και για το σακίδιό του κυρίως (όλοι έχουμε ένα τέτοιο σακίδιο, αγαπημένο, είτε ταξιδεύουμε είτε όχι). Στο σακίδιο, αν δεν κάνω λάθος, αναφέρθηκε και στους δακτύλιους -δυστυχώς δεν έχω το βιβλίο μαζί μου :τσκτσκ:
Τώρα,
θεωρω οτι στήνει όλοκληρο τον ιστο και τον σκελετο του Ζακ γυρω απο αυτόν τον φιλόσοφο και τις θεσεις του για τη γλωσσα, τη μνήμη και την πραγματικότητα όπως την αντιλαμβανόμαστε τώρα ή μεθεόρτια και οτι τα πραγματα γυρω μας περιβαλλονται με περισσότερες ομοιότητες απο ό,τι αρχικά αναγνωριζουμε κι ισως χρειάζεται ενα ερεισμα, ενα μια μυρωδια, ενα νευμα για να αναγνωρισουμε αυτό που εχουμε ξεχασει.
δεν ξέρω και δεν μπορώ να σχολιάσω σχετικά. Βέβαια, έριξα μια ματιά πάλι στις σχετικές σελίδες, μάλλον έχεις δίκιο. Αν και το κάνει πολύ διακριτικά -χρειάζεται 2η ανάγνωση προφανώς.


είναι πράγματι γοητευτική φιγούρα ο Άουστερλιτς, θυμήθηκα ότι κάπου έγραφε ότι "έμοιαζε σχεδόν νέος, με ξανθά, παράξενα σγουρά μαλλιά, που τα έχω ξαναδεί μόνο στον Γερμανό ήρωα Ζήγκφρηντ, στην ταινία του Λανκ για τους Νιμπελούνγκεν":
Μα δεν είναι? Αναρωτιόμουν, διαβάζοντας την περιγραφή του Άουστερλιτς, αν είναι αυτό το παιδάκι στο εξώφυλλο, επομένως αν είναι πραγματικό, υπαρκτό πρόσωπο. Μου δόθηκε η εντύπωση (εντύπωση μόνο) ότι είναι ένα "όχημα" του Σέμπαλντ για να αφηγηθεί τα όσα θέλει να αφηγηθεί. Πάντως η αναφορά στους Νιμπελούγκεν μπορεί να μην είναι τυχαία. Έχω μια μικρή υποψία. Θα φανεί παρακάτω.
 
Τελευταίος και καταϊδρωμένος προσπαθώ να συνέλθω από την επιστροφή των διακοπών του Πάσχα.
Τι ωραία που τα λέτε, πολύ λίγα έχω να προσθέσω!

Λοιπόν ο Ζέμπαλντ είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς που εγώ ως αναγνώστης έχω συναντήσει, που έχει μια ολιστική αντίληψη για τον κόσμο, με την έννοια πως κατανοεί την ανθρώπινη φύση, την κοινή ουσία και σχέση μεταξύ πραγμάτων χειροπιαστών και αφηρημένων, και την ιστορία και πως αυτή κοιλοπονά και γεννά. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που για να φτάσουν να έχουν αυτή τη θωριά έχουν φτύσει αίμα διαβάζοντας, και κάποιους πολύ λίγους που κατά κάποιο τρόπο τα συναισθάνονται όλα αυτά με κάποιον μαγικό τρόπο "ενόρασης". Ο συγγραφέας από τις 55 σελίδες του "Αούστερλιτς", ακόμα και αν δεν είχα διαβάσει το "Εκ του φυσικού", θα έλεγα πως είναι ο μοναδικός που έχει φτάσει εκεί και από τους δύο δρόμους.

Από την δεύτερη κιόλας σελίδα καταθέτει με ταπεινότητα την παρατήρηση (τη μητέρα όλων) πόση ομοιότητα έχει το βλέμμα κάποιων θηλαστικών με αυτό κάποιων κορυφαίων εκπροσώπων του είδους μας, το οποίο κατακεραυνώνει για την αναίτια επιβολή του στα πρώτα.

Κεφάλαιο κτίρια.
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος ξεκίνησε να κατασκευάζει τις κατοικίες του, επεφύλαξε τις μεγαλύτερες στους θεούς. Ποτέ αυτοί που θεώρησαν τους εαυτούς τους βασιλιάδες (ή και θεούς) δεν σταμάτησαν να κατασκευάζουν όλο και μεγαλύτερα κτίρια.

Prora

Οι αρχαίοι λαοί πριν τους Ρωμαίους έχτιζαν μόνο σε ευθείες. Οι τελευταίοι εισήγαγαν την ημικυκλική αψίδα και τους θόλους, που δεν είναι παρά μια αψίδα σε περιστροφή 180 μοιρών. Το επόμενο άλμα έγινε με τις ελλειψοειδείς αψίδες που έδωσαν τα περίφημα γοτθικά αριστουργήματα όπως το ναό της Ρέιμς ύψους 40 μέτρων. Κάποιες ελάχιστες προσπάθειες για τα 50 μέτρα όπως στη Μπωβέ στέφθηκαν με αποτυχία και δεν ξανάγιναν προσπάθειες παρά αιώνες μετά όπως στο σιδηροδρομικό σταθμό της Αμβέρσας "...που τη σκεπάζει ένας ένας θόλος εξήντα μέτρα ψηλός..."
Ο συγγραφέας κάνει λόγο για εμβληματικά κτίρια, την παρακμή τους μέσα από το πέρασμα του χρόνου, για τα οχυρά και το μάταιο του πράγματος καθώς ο χρόνος από την αρχική ιδέα μέχρι και την υλοποίηση τα καθιστά ανίσχυρα στις νέες τεχνολογικές - πολεμικές εξελίξεις, καθώς και τη μετατροπή ενός τέτοιου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μεταφέρω τα λόγια του Αούστερλιτς "Θα το θαύμαζε στην καλύτερη περίπτωση, και ο θαυμασμός αυτός είναι ακριβώς ο προάγγελος του τρόμου, γιατί γνωρίζουμε βέβαια ότι τα κτίρια τεράστιων διαστάσεων στέκουν εκ των προτέρων στη σκιά της καταστροφής τους και η σύλληψή τους εμπεριέχει εξαρχής τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα μετατραπούν σε ερείπια." Όλο αυτό έρχεται σε αντιδιαστολή όπως επισημάνατε με το μικρό αναγκαίο μέγεθος μιας χρηστικής κατοικίας ή με όσα πραγματικά αναγκαία χωρούν μέσα σε ένα σακίδιο πλάτης. Στη συνέχεια πάλι βλέπουμε ένα ολόκληρο χωριό να βυθίζεται για κάποια τεχνητή λίμνη, στοιχείο που πάλι εμπεριέχει τη ματαιότητα των κατασκευών. Στην παιδική ηλικία βλέπουμε πάλι την αντίθεση μεγάλο σπίτι - πολλά κλειστά δωμάτια.

Απολαμβάνω ιδιαίτερα τον τρόπο γραφής του Ζέμπαλντ και έχω πολύ χαρά για τη συνανάγνωση.

@Έλλη Μ ευχαριστούμε για τα στοιχεία και τις εικόνες που παρέθεσες, αγαπάμε τέτοια ποστ. Από που προκύπτει ότι ο Αούστερλιτς το 1967 είναι 67 ετών;
 

Έλλη Μ

Συντονιστής
@Έλλη Μ ευχαριστούμε για τα στοιχεία και τις εικόνες που παρέθεσες, αγαπάμε τέτοια ποστ. Από που προκύπτει ότι ο Αούστερλιτς το 1967 είναι 67 ετών;
@Αδριανός Ζωγράφος δεν προκύπτει, με κανέναν τρόπο. 🤦Εκει εχω γραψει κοτσανα ο λ κ η ς κι απορω που δεν το καταλαβα, όσο το εγραφα, αφου δεν βγαινουνε τα νουμερα. Εν τω μεταξύ , οσο το εγραφα, ενιωθα οτι κατι δεν πολυστεκει, αλλα ημουν σιγουρη γι' αυτο που ειχα διαβασει ή καταλαβει. Καλα να παθω.

Θα ξαναπερασω το κειμενο να εντοπισω πού (αν) αναγράφεται η ηλικια του, αλλα σιγουρα το 1967 ΔΕΝ ηταν τοσο οσο γραφω. Χοντρικα, να ηταν 32-33, αναλογιζόμενη ποτε πηγε στο ιδιωτικο σχολειο αφενος και πως ο αφηγητης τον σκιαγραφει να μοιαζει νεοτερος απο τον ιδιο ενω ειναι μεγαλυτερος. Ευχαριστώ πολυ για την επισημανση. 🤗
@Πεταλούδα θα διορθώσεις την αναρτηση της ψυχαναγκαστικουλας;😁 Κατω απο την πρωτη εικονα.

Μην αγχωνεσαι για το χρονο σχολιασμου. Μια χαρα ειναι :ναι:

Και μια παρατήρηση δικη μου στη λεξη "ταπεινοτητα" που χρησιμοποιησες και στην οποια σταθηκα μιας κι ειναι και δικη μου αποψη. Ο Ζεμπαλντ γραφει "σιγανα και ταπεινα". Ετσι ειναι όση βιβλιογραφια του εχω διαβασει. Δεν εχει φανφαρες, δεν γραφει μπαρουφες, δεν ειναι εξεζητημενος, δεν ειναι σκοπίμως δυσβατος, δεν ειναι απλοϊκος. Τον φανταζομαι ως εναν συγγραφεα που δεν τον ενδιέφερε να κολακεψει τον αναγνωστη, να τον κανει να αισθανθεί εξυπνος επειδη λυνει μεταμοντερνους λογοτεχνικους γρίφους ή επειδη διαβασε αλλο ενα βιβλιο του, με ευκολια. Ισως γι' αυτο και αποκτα φανατικο κοινο ειτε δεν το αποκτα καθολου.

Χαιρομαι που το χαιρεστε το βιβλίο, I" ve grown very fond of it ηδη απο την προηγούμενη αναγνωση
 
Last edited:
@Αδριανός Ζωγράφος δεν προκύπτει, με κανέναν τρόπο. 🤦Εκει εχω γραψει κοτσανα ο λ κ η ς κι απορω που δεν το καταλαβα, όσο το εγραφα, αφου δεν βγαινουνε τα νουμερα. Εν τω μεταξύ , οσο το εγραφα, ενιωθα οτι κατι δεν πολυστεκει, αλλα ημουν σιγουρη γι' αυτο που ειχα διαβασει ή καταλαβει. Καλα να παθω.

Θα ξαναπερασω το κειμενο να εντοπισω πού (αν) αναγράφεται η ηλικια του, αλλα σιγουρα το 1967 ΔΕΝ ηταν τοσο οσο γραφω. Χοντρικα, να ηταν 32-33, αναλογιζόμενη ποτε πηγε στο ιδιωτικο σχολειο αφενος και πως ο αφηγητης τον σκιαγραφει να μοιαζει νεοτερος απο τον ιδιο ενω ειναι μεγαλυτερος. Ευχαριστώ πολυ για την επισημανση. 🤗
@Πεταλούδα θα διορθώσεις την αναρτηση της ψυχαναγκαστικουλας;😁 Κατω απο την πρωτη εικονα.
@Έλλη Μ, πλέον απολαμβάνω την λέσχη ως απλό μέλος, για ό,τι χρειαστεί στο διαχειριστικό μιλάς με @Αντέρωτας και @Φαροφύλακας :ναι::)
 
Top