Τα πιο όμορφα κι αγαπημένα ποιήματα

Διατσέντα

Λαίδη Βιβλιοδέτρα
Από το “Woman much missed” του Thomas Hardy.

Once in Swanage.
The spray sprang up across the cusps of the moon,
And all its light loomed green
As a witch-flame’s weirdsome sheen
At the minute of an incantation scene;
And it greened our gaze – that night at demilune

Roaring high and roaring low was the sea
Behind the headland shores:
It symboled the slamming of doors,
Or a regiment hurrying over hollow floors…
And there we two stood, hands clasped; I and she!


Mια φορά στο Σουάνατζ.
Οι σταγόνες τινάζονταν προς τις άκριες του φεγγαριού
Κι όλο του το φως έπεφτε πράσινο,
όπως η λάμψη μιας παράξενης μαγικής φλόγας
την στιγμή που συντελείται η γητειά
και πρασίνισε το βλέμα μας – εκείνο το βράδυ στο μισό φεγγάρι

Βρυχούσε ψηλά, βρυχούσε και χαμηλά η θάλασσα
Πίσω απ’ τις απόκρυμνες ακτές:
Έμοιαζε σαν το βρόντηγμα των θυρών
Ή σαν ένα Σύνταγμα σε αναβρασμό πάνω σε κούφια πατώματα...
Κι εκεί στεκόμασταν, χέρια δεμένα, εγώ κι εκείνη!


 

Διατσέντα

Λαίδη Βιβλιοδέτρα
Από το Καραντί του Νίκου Καββαδία...έτσι, γιατί αγαπώ κι εγώ των Ινκάς τα σκουλαρίκια...

Φύκια μπλεγμένα στὰ μαλλιά, στὸ στόμα φύκια.
Ἔτσι ὡς κοιμήθηκες γιὰ πάντα στἀ βαθιὰ
κατάστιχτη, πελεκημένη ἀπὸ σπαθιὰ
διπλὰ φορώντας τὢν Ἰνκάς τὰ σκουλαρίκια.


κι ύστερα όμως θα πάω κάπου αλλού καθώς περιδιαβαίνω στα δώρα μου τα Χριστουγεννιάτικα...το Πούσι του Καββαδία (ούτε ξέρω πόσες φορές το έχω αυτό το βιβλίο, αλλά δεν πετάω κανένα τους) είναι το ένα και τ᾽άλλο του Καρούζου η Χειροποίητη Γαλήνη, ένα από εκείνα τα λόγια του που αφιερώνει γενναιόδωρα στη Χριστίνα...

Χέρια ζητήσαμε απ᾽τη μοίρα
κι απολαύσαμε κουλαμάρα.
Μάτια γυρέψαμε και δρέψαμε
τυφλότητα.
Διαρκούσης της νυκτός απο-
μείναμε
ανώριμοι
για δώδεκα αιώνες.
 

Μακρυγιάννης

Κοινωνός
Άσμα Ασμάτων

Μερικοί στίχοι από το "Άσμα Ασμάτων". Μετάφραση Γ. Σεφέρης

Εγώ κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά.
-----------------

Φωνή του αγαπημένου· χτυπά την πόρτα.

-«Γδύθηκα το χιτώνα μου, πώς να τον φορέσω;

Ένιψα τα πόδια μου, πώς να τα λερώσω;»

Σηκώθηκα ν᾽ ανοίξω στον αγαπημένο μου·

έσταξε σμύρνα από τα χέρια μου,

τα δάχτυλά μου γέμισαν σμύρνα

σαν άγγιξα το μάνταλο της κλειδωνιάς.

Άνοιξα στον αγαπημένο μου·

ο αγαπημένος είχε περάσει·

βγήκε η ψυχή μου ακολουθώντας τον·
--------------------------

τονε ζήτησα και δεν τον βρήκα,

τονε φώναξα, δε μ᾽ άκουσε.
--------------------

Μ᾽ ήβραν οι φύλακες

που τριγυρνούν στην πολιτεία,

με χτύπησαν, με πλήγωσαν,

πήραν τη μαντίλα μου από πάνω μου

αυτοί που φυλάγουν τα τείχη.
------------------

Σας εξορκίζω, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ,

στις δύναμες και στις ορμές του αγρού

αν βρείτε τον αγαπημένο μου τι θα του πείτε;

Πως είμαι λαβωμένη της αγάπης.
-----------------------
Φεύγε αγαπημένε μου και γίνε ως η δορκάς της ελάφου, επί τα όρη των αρωμάτων
 
Last edited:

Μακρυγιάννης

Κοινωνός
Ω γλυκύ μου έαρ

Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;

Νομίζω ότι είναι ένας από τους ωραιότερους στίχους που έχω διαβάσει ποτέ!
 

Φαροφύλακας

Απαρέμφατος Δροσουλίτης του πιο Μόρμυρου Φθόγγου
Προσωπικό λέσχης
Κι εμένα ο συγκεκριμένος στίχος πάντοτε μου άρεσε πάρα πολύ, Μακρυγιάννη (παρότι άθρησκος).
:ναι:
 

Μακρυγιάννης

Κοινωνός
Ένας ψαλμός

Πλεονάκις επολέμησαν με εκ νεότητος μου, και γαρ ουκ ηδυνήθησαν μοι.

Ψαλμός ΡΚΗ
---------------

Οι λέξεις στην αρχαία ελληνική (και τη μεσαιωνική) έχουν δύναμη. Εγώ που δεν είμαι ειδικός, έτσι μπορώ να το εκφράσω. Αυτό το στίχο, τον έχω πει πολλές φορές για να πάρω κουράγιο, όταν νοιώθω πως μπορεί να αδικούμαι. "και γαρ ουκ ηδυνήθησαν μοι".
 

Μακρυγιάννης

Κοινωνός
Σκόρπιοι στίχοι από ψαλμούς:

...ποιμανεῖς αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ, ὡς σκεύη κεραμέως συντρίψεις αὐτούς.
..ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου.
Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι.
…αναβαλλόμενος φώς ως ιμάτιον.
Εκτείνων τον ουρανόν ωσεί δέρριν, ο στεγάζων εν ύδασιν τα υπερώα αυτού.
Ο τιθείς νέφη τήν επίβασιν αυτού, ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων.
Εκεί στρουθία εννοσσεύσουσι, τού ερωδιού η κατοικία ηγείται αυτών.
Εποίησε σελήνην εις καιρούς. Ο ήλιος έγνω τήν δύσιν αυτού.
Έθου σκότος, και εγένετο νύξ. Εν αυτή διελεύσονται πάντα τα θηρία τού δρυμού
Αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος εκεί ερπετά ών ουκ έστιν αριθμός, ζώα μικρά μετά μεγάλων.
Ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ· καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς.
Ὁ Θεός ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ.
Οἱ ὀφθαλμοί μου ἠσθένησαν ἀπὸ πτωχείας·
 

Μακρυγιάννης

Κοινωνός
F.G. Lorca. Χαμός από αγάπη (μετ. Ο. Ελύτης)

-Τι είναι κείνο που φωτά, Μάνα, στα δώματα ψηλά;
-Κοιμήσου γιε μου κι ειν’ αργά σήμανε η ώρα έντεκα.
-Μάνα, στα μάτια μου για δες, λάμπουνε τέσσερις φωτιές.
-Δεν είναι τίποτα, έλα πια, ειν’ τα μπακίρια αστραφτερά.

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη.
Τη φυσαρμόνικα γλυκά παίζανε Σεραφείμ γλυκά.
Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη.

-Μάνα μου, ευθύς που ξεψυχήσω μηνύσετέ το στους ανθρώπους
σ’ όλη τη γη, σ’ όλους τους τόπους
κατά Βοριά κατά Νοτιά μαντάτα στείλετε πικρά.

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη.
Κι οι πόρτες τ’ ουρανού χτυπούσαν κι όλα τα δάση αχολογούσαν
ψηλά δεν έβλεπες κανέναν κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.
 

Μακρυγιάννης

Κοινωνός
F.G. Lorca. Η νύχτα δίψασε για ίσκιους (Μετ. Σωτήρης Τριβιζάς)

Η νύχτα δίψασε για ίσκιους
για χείλη δίψασε η πηγή
στενάζει ο άνεμος στα φύλλα
κι είναι η σελήνη μοναχή

Μα εγώ διψώ για ένα τραγούδι
να φτάνει ως τους ουρανούς
δίχως φεγγάρια δίχως κρίνους
και δίχως έρωτες νεκρούς

Ένα τραγούδι όλο γαλήνη
ένα τραγούδι φωτεινό
παρθένο από την αγωνία
κι από τη θλίψη ορφανό

Η νύχτα δίψασε για ίσκιους
για χείλη δίψασε η πηγή
μα εγώ διψώ για ένα τραγούδι
να φτάνει μέσα στην ψυχή
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
Δεν έχουμε άλλη χώρα έξω απ'την ενδοχώρα πατρίδα άλλη δεν έχουμε.
Οπουδήποτε αλλού, μέτοικοι, ξένοι, αντίγραφα ενός διαβατηρίου, μιας ταυτότητας.
Μόνον εντός μας εαυτοί. Μόνον εντός μας ο ακέραιος λόγος, η καίρια πράξη.
Εκτός μας, αδέξιο τραύλισμα της ψυχής, άκαιρες, ακρωτηριασμένες χειρονομίες.

Κι αν είναι υψηλά και περήφανα τα μέτωπά μας, είν' επειδή νικηφόρα υπερασπίσαμε τα ενδότερα εδάφη.
Κι αν είναι βαθιά χαραγμένα τα πρόσωπά μας, είναι γιατί ποτέ δεν στρέψαμε τη ράχη στις μέσα μας θύελλες.
Κι αν είμαστε απόκρημνοι κι απλησίαστοι, είν' επειδή συχνά ακροβατήσαμε στο χείλος του μέσα μας γκρεμού.

Κι ας έρθουν τώρα να μας κρίνουν οι κάτοικοι οδών, συνοικιών και πόλεων.
Ας έρθουν τώρα να μας κρίνουν οι νομοταγείς πολίτες της ανυπαρξίας.
Ας έρθουν οι ακατοίκητοι άνθρωποι.

Αργύρης Χιόνης
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
Μην είμαι τελικά ένας καραγκιόζης
Ποιός μου κουνάει τις σούστες ποιός
Τη μακριά χερούκλα μου οδηγεί
Στην καρπαζά ή στο χάδι
Ποιός ενώ θά'θελα να μείνω σιωπηλός
Μιλάει με το στόμα μου και λέει
Λόγια π' αρέσουνε στον ίδιο και σ' αυτούς
Π' ακούνε λόγια ποιός
Είναι πεινασμένος και για χάρη του
Ουρλιάζω εγώ από πείνα
Ποιός είναι διψασμένος κι η δική μου
Γλώσσα κολλάει στον ουρανίσκο μου
Ποιός είν' αυτός που τη Φατμέ ποθεί
Κι είν' ο δικός μου ο φαλλός που ορθώνεται


Μέσα στο φως κι εγώ κι αυτός
Όμως το φως μονάχα εμένα φανερώνει
Είμαι σαν την αράχνη μες στο φωτεινό καταμεσήμερο
Που κρέμεται απ' αόρατους ιστούς κι ανεβοκατεβαίνει
Κωμική μες στον αέρα


Άιντε μια τούμπα ακόμα κι άλλη μια
Ακόμα λίγο γέλιο λίγο κλάμα
Δυο καλαμπούρια ακόμα μια βρισιά
Και καληνύχτα στα καλά παιδιά


Μην είμαι τελικά ένας καραγκιόζης
Ποιός είν' αυτός που δεν κουνάει πια τις σούστες μου
Ποιός είν' αυτός που μάζεψε το φως
Που με διπλώνει βιαστικά και με πετάει
Μέσα στην σκοτεινή βαλίτσα του


Αργυρης Χιόνης 1978
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις μίλα
Αν δεν σ' αρέσει η ομιλία γέλα ή χαμογέλα
Ή κάνε κάτι με το πρόσωπό σου κούνα
Τα χείλια ή τα βλέφαρα έστω ανεπαίσθητα
Σμίξε τα φρύδια σούφρωσε το μέτωπο
Δείξε πως σκέφτεσαι δείξε πως ζεις
Δείξε μονάχα τέντωσε το δάχτυλο και δείξε
Δεν έχει σημασία τί θα δείξεις δείξε


Αν μείνεις έτσι δε θα τη γλυτώσεις
Θα σε μετακομίσουνε στην αποθήκη
Μαζί με άλλα έπιπλα μ' άλλα μπαλσαμωμένα ζώα



Αργύρης Χιόνης, 1978
 

Πιούζυ

Όμορφο Νιάτο
Πράγματι ο Χιόνης έχει μερικά υπέροχα ποιήματα -- μ' έκανες να ψάξω στα κιτάπια μου και να βρω αυτό.


Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα


Λεκτικά τοπία 1983
 

Διατσέντα

Λαίδη Βιβλιοδέτρα
Κάτι που διάβαζα στις 3 Φλεβάρη του 2014 και το διάβασα κι απόψε.
Απ’ τον Ρίλκε...
από τη συλλογή του Neue Gedichte (1905-1908) σε απόδοση του Άρη Δικταίου.

ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Τὴν ψυχή μου πῶς νὰ τὴ συγκρατήσω
ποὺ τὴ δική σου νὰ μὴν ταράξει ψυχή;
Πῶς νὰ τὴν κάνω σὲ κάτι τι ἄλλο νὰ ὑψωθεῖ
πάνω ἀπό σένα; Θὰ᾽θελα, μὲ ὅ,τι πιὰ ἐχάθη,
μὲσ᾽τὸ σκοτάδι νὰ τὴν ἀσφαλίσω,
σὲ μιὰ γωνιά ἥρεμη καὶ ξένη ποὺ νὰ μὴ
δονεῖται ὅταν σοῦ κραδαίνονται τὰ βάθη.
Ὅ,τι σ᾽ἐσέ κι ἐμένα τὴν ταραχή φέρνει,
μαζί μᾶς παίρνει, σὰν μιὰ δοξαριά
ποὺ μιὰ φωνή ἀφήνει μοναχά
ἀπὸ δυὸ χορδές. Σὲ ποιό ὄργανο εἴμαστε δεμένοι;
Καὶ ποιὸς παίκτης, ὦ τραγούδι γλυκό, μᾶς κρατᾶ;


Αθεράπευτα ερωτευμένη με τον Κύριο Ράινερ Μαρία...δια βίου!
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
Είναι τόσο αγαπημένο που θα το γράψω από μνήμης..


Ο Τροχός

Μέσα στο καταχείμωνο την άνοιξη ποθούμε
κι όταν είν' άνοιξη, εμείς ζητούμε καλοκαίρι.
Κι όταν τους φράχτες ξέχειλους από λουλούδια δούμε
λέμε πως του χειμώνα η εποχή δεν έχει ταίρι.
Κι ύστερα πάλι, τίποτα δε μας φαίνεται καλό
να που η εποχή της άνοιξης μας λείπει πάλι
δεν ξέρουμε πως ότι ενοχλεί το αίμα το ζεστό
είναι μονάχα ο πόθος για του τάφου την αγκάλη.

William Butler Yeats
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
Τελευταίος Σταθμός


Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα και άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στην μνήμη,
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγιάς, αργά στην χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτές βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν στο τραπέζι,
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιάς φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.


Είναι και αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες που δεν βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη
τη Συρία,
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής πού' σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι' έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ΄ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες το κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ' αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θά' λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμα ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες τους πολέμους,
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο,
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν,
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες στ' άγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τα' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.


Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμαλώτου
τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς. IV
Ίσως και να' θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν
οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες το μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας λεύγες και λεύγες,
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας,
κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει,
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.


Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες : ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας, " Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.


Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.



Γ. Σεφέρης. Cava del Tirreni, 5 Οκτωβρίου '44
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
Θα με επισκεφτείς
όπως επισκέπτονται στην κλινική τον άρρωστο
οι συγγενείς
κάνοντας φασαρία με τα δώρα τους
και φέρνοντας τη ζωή απ' έξω

ενώ αυτός
συνηθισμένος με τη σιωπή
νιώθει ανήμπορος να συνδεθεί
κι αρχίζει να κουράζεται
παρακαλώντας με το βλέμμα του να μείνει μόνος

μόνος όπως και πριν
να τους περιμένει και να τους φαντάζεται.


Χρίστος Λάσκαρης
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
«Προσοχή εις το κενό!»
Άδικος φόβος
κανένας δε μπορούσε πια να πέσει.
Το «κενόν», είχε γεμίσει από πεσμένους.

Θανάσης Παπαθανασόπουλος
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
Από μακριά φάνηκε κιόλας της σιωπής το δάχτυλο. Σ' έναν ορίζοντα που αδιάκοπα στενεύει, πρόβαλε ο κατακόρυφος δείχτης της σιωπής.
Δεν είν' απρόσμενος· ήξερα πάντα ότι από πάντα ήταν εκεί, κρυμμένος πίσω απ'την απόσταση που λιγοστεύει αδιάκοπα, κάνοντας ορατό το αόρατο.
Δεν είν' απρόσμενα απειλητικός· ήξερα πάντα ότι από πάντα σφράγιζε τα χείλη της αιωνιότητας, μέχρι που νά'ρθει η στιγμή και τα δικά μου να σφραγίσει. Παρ'όλ'αυτά πανικοβάλλομαι. Δεν έχω ακόμα καταφέρει και πρέπει τώρα να προλάβω να αρθρώσω την ψυχή μου, να την πω, ελάχιστη αλήθεια που δεν πρέπει ωστόσο να πνιγεί.
Αντί γι'αυτό, τραυλίζω μερικές καθημερνές ανάγκες, κάτι αγωνίες επιούσιες, ενώ από μακριά φάνηκε κιόλας της σιωπής το δάχτυλο, ο κατακόρυφος δείχτης της, το τρομερό θαυμαστικό που θα τελειώσει μια πρόταση κοινή κι ασήμαντη.


Αργύρης Χιόνης
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
Μαραμπού



Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το `μαθε ποτέ, γιατί δεν το `πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα σαν άνθος έμοιαζε αλπικό
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού `χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα `φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μεσ’ στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να `πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκι, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τα’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να `χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μ’ απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό,
μ’ αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει...

Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...



Νίκος Καββαδίας
 
Top