Τα πιο όμορφα κι αγαπημένα ποιήματα

Ινσμούθιος

Κοινωνός
A bord de l΄ Aspasia


Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για την κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία
πάντα στο ντεκ σε μια σεζ λονγκ πεσμένη κάτωχρη
απ’ τη γνωστή και θλιβερότατην αιτία

Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν
μα εσύ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες
σ’ ό,τι σου λέγαν πικρογέλαγες γιατί ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες

Κάποια βραδιά που από το Στρόμπολι περνούσαμε
είπες σε κάποιο γελαστή σε τόνο αστείου:
"Πώς μοιάζει τ’ άρρωστο κορμί μου καθώς καίγεται,
με την κορφή τη φλεγομένη του ηφαιστείου!"

Ύστερα σ’ είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω
Κι εγώ που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα,
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν’ αγαπήσω



Νίκος Καββαδίας
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Όνειρο, θάνατε,
αδέρφια εσείς αόρατα,
αδέρφια μου στο πιο βαθύ,
αδέρφια μου στο τίποτα.


Χουάν Ραμόν Χιμένεθ
 

Πολύνιους

Κοινωνός
Μόλις πριν λίγο ανακάλυψα τον Ocean Vuong και τα ποιήματά του μπήκαν κιόλας στα καλύτερα που έχω διαβάσει. Έχω ακόμα τον ενθουσιασμό της ανακάλυψης αυτήν την στιγμή! Είναι στ' αγγλικά, αλλά αξίζει τον κόπο να τα δοκιμάσετε, υπάρχουν διάφορα online στην ιστοσελίδα του.

You are something made. Then made
to survive, which means you are somebody’s

son. Which means if you open your eyes, you’ll be back
in that house, beneath a blanket printed with yellow sailboats.
από το "Tell me something good"
 

Διατσέντα

Λαίδη Βιβλιοδέτρα
Παραμονές Χριστουγέννων ήταν που η μάνα άφησε το σπίτι της για τελευταία φορά, ανέγνωρη της τελευταίας φοράς που τ’ άφηνε. Πέντε μήνες μετά γύρισα να το κάνω όπως εκείνη θα ήθελε, Πασχαλινό και καθαρό, αφαιρώντας τα χριστουγεννιάτικα πλουμίδια που σκονίζονταν τόσο καιρό και δυστυχώς ξέκανα και τα αγαπημένα κηπάριά της μπρος και πίσω στα μπαλκόνια, ακόμα μας ρωτά αν τα ποτίζουμε να μην ξεραθούν -εδώ ξεκάνουμε εμάς, τα φυτά πού χρόνος να κοιταχτούνε; μαράθηκαν! δεν θα το μάθει ποτέ αυτό- “διάβασα” πόντο-πόντο τις κινήσεις της πριν το αφήσει, την αγωνία της σωματικής αδυναμίας, το μεράκι της ομορφιάς στα πληθωρικά στολιδάκια (το σπίτι με τα εκατό κάτασπρα και κολλαριστά δαντελάκια) εδώ κι εκεί, ένα σωρό φωτογραφίες διεσπαρμένες παντού, την απροσμέτρητη αγάπη της, σ’ εμάς, στους συγγενείς, στον τελευταίο άντρα που αγάπησε και χώρισε, σκηνές απ’ τη ζωή τους, το σκυλί τους, τα ρούχα της και τα ραψίματά της πάνω τους, τα πισωγάζια και τα καρικώματα, με τα κουρασμένα χεράκια που στον ύπνο παντού, στο σπίτι ή στα νοσοκομεία, κάνουν ασυναίσθητα, αντί για παραμιλητό, την κίνηση της ραφής πάνω στο ρούχο...

άτιμο πράγμα η μοίρα...μου’λαχε ο ρόλος της μάνας της μάνας μου...εγώ ν’ αποφασίζω πια γι’ αυτή...Θεέ μου τι τιμωρία μου’δωσες...υπογράφω εδώ γι’ αυτή, υπογράφω εκεί γι’ αυτήν, εγώ γι’ αυτήν για όλη της την ύπαρξη...μην το δώσει αυτό ούτε για τον εχθρό μου...μακάρια τα παιδιά που οι γονιοί τους φεύγουν σαν γονείς κι όχι σαν παιδιά των παιδιών τους...κι αυτή τη νύχτα που έλιωσα στον ύπνο πάνω στην ξερή πολυθρόνα μου με μια ακόμα στομαχική παλινδρόμηση ενός κουλουριού Θεσσαλονίκης που είχα το θράσος να φάω γύρω στις έντεκα κουρασμένη και θλιμένη όσο τίποτα...ξύπνησα τώρα και συλλογίστηκα αυτό το απόσπασμα απ΄το ποίημα του Μιχάλη Γκανά, στη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του...και το’φερα στη σκέψη μου με μια μεταφορά στα μέτρα μου. Λέω να γίνω μάνα της μάνας μου, μια μάνα που της έτυχε σιωπηλό και δύστροπο παιδί και να της πω μια ιστορία για να την πάρει ο ύπνος. Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, πάρε και τη μαμά μου...


Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα...

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.
 

Αστραδενή

Όμορφο Νιάτο
ΠΑΛΑΝΤΑ ΖΩΗΣ
Σα δέντρα μεγαλώνουμε και σαν ποτάμια.
Άλλοτε με κλαδιά και φύλα, με νερά.
Κι άλλοτε ξύλα ξερα και μαύρες πέτρες.
Κι έρχεται ο θάνατος και μας τελειώνει.
Γυναίκες και αντρες, απλώνουμε τα χέρια,
αγκαλιάζοντας κορμιά. Μελίσσι, μέλι, φιλιά.
Παλεύουμε στη γη ν΄αφήσουμε τα χνάρια μας.
Κι έρχεται ο θάνατος και μας τελειώνει.
Με μόχθο και βαθιές πληγές αναβλύζει η γνώση.
Μερμηγκια οι αισθήσεις κουβαλούν καρπούς.
Κι ύστερα οι ρυτιδες. Τάφοι των χρόνων που πέρασαν.
Κι έρχετ' ο θάνατος και μας τελειώνει.
 

Ερανιστής

Όμορφο Νιάτο
Μονόλογος εν απραξία.
----------------------------------------

0ι ποιητές δεν είναι οι εργάτες του λόγου.
Και στ αλήθεια
δεν ήταν ποτε΄.
Γιατί θα πρεπε;
Δεν το κατανοώ.
Σκηνοθετώντας αινίγματα, βεβηλώνουν το μόνο υπαρκτο.

Το ανεξήγητο.Με πλήρη επίγνωση κεχαριτωμένοι/α.
Και το πληρώνει η έρμη η λεξικολογική καταγραφή ανα τους αιώνας.
Συμπαθάτε με,μα εργάτης του ανεξήγητου δεν υπάρχει.θα στο εξηγούσε σαφέστερα κι ο πιο αργόστροφος φυσικός.Κι όποιος πίστεψε ότι για λίγο σκηνοθέτησε κάτι
Τα πράγματα είναι πιο απλά
.Στήνω το αίνιγμα για να με θελήσεις εσύ ναι.
Για να βεβηλώσουμε μαζί τον έρωτα ,επίσης.
Υποδυομενοι κάτι που δεν θα γίνουμε ποτέ μα ήμασταν και ήδη ναι.
Αλλά σκηνοθετώ το αίνιγμα από καταβολής κόσμου,μονάχα η εποχή του μύθου
άλεσε το λόγο
Εμείς μονάχα το παράλογο γεννάμε κι
Ό,τι έχουν να πουν οι λοιποί ποιητές
έχει ήδη ειπωθεί στη σάρκα και στα πάθη της.
Στο δίπλα κενοτάφιο
στο χορτάρι που σήπεται πριν έρθει το άνθος .
----------------------------------------------------------------
δεκ.2015,α.β.π.
 
«Αν νοσταλγώ» - Κώστας Ουράνης

Αν νοσταλγώ - δεν είναι εσάς, αγάπες περασμένες
και τις στιγμές τις ευτυχείς μαζί σας που έχω ζήσει!
- Τα ρόδα σας τα μάρανα στα χέρια μου και τώρα
μέσα στης Μνήμης το παλιό βιβλίο τα ‘χω κλείσει.

Μα είναι κάποιες άγνωστες, περαστικές γυναίκες,
που μια στιγμή σταυρώνανε το βλέμμα τους μαζί μου!
- Τέτοιες, που μείναν ο γλυκύς κι ανέφικτος μου πόθος,
ενώ - ποιος ξέρει! - θ' άλλαζαν για πάντα τη ζωή μου!...

Αν νοσταλγώ – δεν είναι εσάς, πόλεις που έχω ζήσει,
πόλεις που σας εγνώρισα και που σας έχω αφήσει,
μα ‘κείνες ταξιδεύοντας, που αντίκρισα ένα βράδυ

κι είδα - μακριά - τα φώτα τους τ' άπειρα να χορεύουν
(που ήταν σαν να με φώναζαν, που ήταν σαν να μου γνεύουν!)
και που το πλοίο προσπέρασε, πλέοντας στο σκοτάδι…
 

Μακρυγιάννης

Κοινωνός
Carmina Burana

O Fortuna/ Ω τύχη
velut luna/ σαν το φεγγάρι
statu variabilis,/ άστατη
semper crescis/ πρώτα μεγαλωνεις
aut decrescis;/ κι ύστερα μικραίνεις
vita detestabilis/ ζωή μισητή
nunc obdurat/ πότε μας βαραίνεις
et tunc curat/ πότε μας ξαλαφρώνεις
ludo mentis aciem,/ όπως κάνεις κέφι
egestatem,/ φτώχια
potestatem/ εξουσία
dissolvit ut glaciem./ τα λιώνεις σαν πάγο.

Sors immanis/ Απάνθρωπη
et inanis,/ και κενή
rota tu volubilis,/ στρίβεις κατα πώς θέλεις
status malus,/ κακόβουλη
vana salus/ ματαιόδοξη
semper dissolubilis,/ εξατμίζεσαι
obumbrata/ μες στη σκιά
et velata/ μες στα πέλαγα
michi quoque niteris;/ κι εμένα σκιάζεις
nunc per ludum/ στα παιχνίδια σου
dorsum nudum/ γυμνή η πλάτη μου
fero tui sceleris./ υποκύπτω σ'ότι διαλέξεις.

Sors salutis/ Η Υγεια
et virtutis/ κι η αρετή
michi nunc contraria,/ ειναι εναντίον μου
est affectus/ άγονται
et defectus/ και φέρονται
semper in angaria./ σκλαβωμένες
Hac in hora/ Πάμε λοιπόν
sine mora/ μην αργούμε
corde pulsum tangite;/ αγγίξτε τις χορδές
quod per sortem/ αφου κι εμάς
sternit fortem,/ η μοίρα ορίζει
mecum omnes plangite!/ όλοι μαζι μου κλάψτε!



Δείτε και αυτό
 
Last edited:
FIRE AND ICE - ROBERT FROST
Some say the world will end in fire,
Some say in ice.
From what I’ve tasted of desire
I hold with those who favor fire.
But if it had to perish twice,
I think I know enough of hate
To say that for destruction ice
Is also great
And would suffice


απ' όσα έχω δει από του πόθου τη μεριά
γέρνω σε όσους προτιμούνε τη φωτιά
μα αν χανόταν δυο φορές, ας το συλλάβω
προτιμώ τον όλεθρο,
τον πάγο
 
Θυμήθηκα με φίλη την ποιήτρια, εκτός από σκηνοθέτη, Φρίντα Λιάππα. Μοιράζομαι μαζί σας αποσπάσματα απ’ το ποίημά της “Λυρικός Επίλογος της Οδού Πατησίων”, γραμμένο το 1980:

Ἄν δέν πεθάνω θάρθω νά σέ βρῶ
ἐκεῖ πού ἀκίνητη κοιτάζεις τίς μικρές λάμψεις τῶν ψαριῶν.
Ἄν θάρθεις θά σέ γνωρίσω
γιατί θά χαμηλώσουν οἱ ξαφνικές ἀστραπές στά μαλλιά μου.

.
.
Ὀμορφιά σου δέν εἶναι ἡ τρυφερότητα πού μᾶς χαρίζεις
ἡ τρυφερότητα πού μᾶς γεννᾶς ὀμορφιά δική σου.
Xτυπᾶς μέσα μου ὅπως τό αἷμα στίς ἀρτηρίες.
Ὅλοι οἱ νεκροί ἔχουν τή μορφή σου.

.
.
Ὁ ἔρωτας ἀχιβάδα κλειστή στόν κόρφο
ποιᾶς θάλασσας
Ἔ λοιπόν σ᾽ ἀρέσει δέν σ᾽ ἀρέσει ἐγώ θά σ᾽ ἀπαιτῶ.


Κοντά 22 χρόνια που έφυγε, μας άρεσε το πείσμα της τελευταίας στροφής, κι οι δυό μας μειδιάσαμε γιατί φτιάξαμε στο νου μας την εικόνα ενός μικρού κοριτσιού, που με αστείο ως παιδιάστικο τρόπο, με άγρια και ελαφρά δακρυσμένη έκφραση, το λέει σ’ ένα αγόρι μουρτζούφλικο. Φίλες και Φίλοι ο κινηματογραφικός λόγος της Φρίντας Λιάππα.
 

Μακρυγιάννης

Κοινωνός
Οδυσσέας Ελύτης
Σου το `πα για τα σύννεφα

Σου το `πα για τα σύννεφα
σου το’πα για τα μάτια τα κλαμένα
για τα σημάδια που άφησαν τα χέρια μας
πάνω στα τραπεζάκια τα βρεμένα.
Στα φανερά και στα κρυφά
σου το `πα για τα σύννεφα.
Για σένα και για μένα.

Σου το `πα με τα κύματα
σου το `πα με τη σκοτεινή ρουφήχτρα
με το σκυλί και με το κλεφτοφάναρο
με τον καφέ και με την χαρτορίχτρα.
Ψιθυριστά και φωναχτά
σου το `πα με τα κύματα.
Σου το `πα μες στη νύχτα.

Σου το `πα τα μεσάνυχτα
σου το `πα τη στιγμή που δε μιλούσες
που με το νου μου μόνο λίγο σ’ άγγιζα
κι άναβε το φουστάνι που φορούσες.
Από κοντά κι από μακριά
σου το `πα τα μεσάνυχτα.
Με τ’ άστρα που κοιτούσες.
 

Τί μένει απ' ότι έχω πει - Eluard

Τι μένει απ’ ότι έχω πει για τον εαυτό μου
Ψεύτικους θησαυρούς εφύλαξα σ’ άδεια ντουλάπια
Ένα καράβι ανώφελο να με πάει
Από τα παιδικά μου χρόνια ως την ανία
Κι απ’ τα παιχνίδια μου ως την ώρα του αποκαμωμού
Από κάθε μου νέο ξεκίνημα στις χίμαιρες μου
Από τη θύελλα ως τον θόλο των νυχτών όπου ζω μοναχός
Από ‘να ερημονήσι δίχως καθόλου ζώα
Σε όλα τα ζώα που αγαπώ
Από μια εγκαταλειμμένη
Σε καινούργια πάντοτε γυναίκα
Μια πεντάμορφη
Μόνη πραγματική γυναίκα
Εδώ ή αλλού
Κάνοντας τους ξενιτεμένους να ονειροπολούν
Το χέρι που μου δίνει
τεντωμένο
Στο δικό μου μέσα καθρεφτίζεται
Χαμογελώντας λέω καλημέρα
Κανείς δεν την υποψιάζεται την άγνοια
Κι η άγνοια βασιλεύει
Ναι για τα πάντα είχα ελπίσει
Και για τα πάντ’ απελπίστηκα
Τη ζωή τον έρωτα τη λήθη τον ύπνο
Δύναμη και αδυναμία
Δεν με γνωρίζει πια κανείς
Τ’ όνομα μου ο ίσκιος μου έγιναν λύκοι
 

Ινσμούθιος

Κοινωνός
Μην είμαι τελικά ένας καραγκιόζης
Ποιός μου κουνάει τις σούστες ποιός
Τη μακριά χερούκλα μου οδηγεί
Στην καρπαζά ή στο χάδι
Ποιός ενώ θά'θελα να μείνω σιωπηλός
Μιλάει με το στόμα μου και λέει
Λόγια π' αρέσουνε στον ίδιο και σ' αυτούς
Π' ακούνε λόγια ποιός
Είναι πεινασμένος και για χάρη του
Ουρλιάζω εγώ από πείνα
Ποιός είναι διψασμένος κι η δική μου
Γλώσσα κολλάει στον ουρανίσκο μου
Ποιός είν' αυτός που τη Φατμέ ποθεί
Κι είν' ο δικός μου ο φαλλός που ορθώνεται

Μέσα στο φως κι εγώ κι αυτός
Όμως το φως μονάχα εμένα φανερώνει
Είμαι σαν την αράχνη μες στο φωτεινό καταμεσήμερο
Που κρέμεται απ' αόρατους ιστούς κι ανεβοκατεβαίνει
Κωμική μες στον αέρα

Άιντε μια τούμπα ακόμα κι άλλη μια
Ακόμα λίγο γέλιο λίγο κλάμα
Δυο καλαμπούρια ακόμα μια βρισιά
Και καληνύχτα στα καλά παιδιά

Μην είμαι τελικά ένας καραγκιόζης
Ποιός είν' αυτός που δεν κουνάει πια τις σούστες μου
Ποιός είν' αυτός που μάζεψε το φως
Που με διπλώνει βιαστικά και με πετάει
Μέσα στην σκοτεινή βαλίτσα του


Αργυρης Χιόνης 1978
 

Ιωάννα Μος

Κοινωνός
Στοχάστηκες ποτέ σαν βλέπεις τη σκιά σου;
Μορφή δική σου, έρπουσα, φριχτή, σκοτάδι
Δεμένη μου το βήμα σου, σαν σκιάχτρο ζωντανό,
Πάει άλλοτε μπροστά, άλλοτε κάνει πίσω,
Με τη νυχτιά μπερδεύεται, δυσοίωνη αδελφή της,
Κι ενάντια στο φως, μαύρη, σκληρή, φωνάζει,
Που θ' έρχεται; Από σε, ίλυς ή σάρκα,
Όταν το πνεύμα σου την ντύνεται, γενάμενο δαιμονικό.

Victor Hugo
Contemplations, VI-XXVI
 

Μακρυγιάννης

Κοινωνός
Lamento (θρήνος) - 1966

Είδα στον ίσκιο σου γραμμένο
Στον ουρανό τον ματωμένο
Δάκρυ πικρό και συννεφιά
Κι ήρθα και σού’βαλα στο χέρι
Σίδερο πέτρα και μαχαίρι
Και του σταυρού σου τα καρφιά

Άγρυπνο κράτησες το βόλι
Μα εγώ στης γης το περιβόλι
Θα κρύβω τη λαβωματιά
Ώσπου στο χώμα να γυρίσει
Το πεύκο και το κυπαρίσσι
Το δυοσμαρίνι κι η μυρτιά

Τώρα με τ’όνειρο χαρά σου
Μείνε κυκλάμινο του δάσου
Και πριν στον ήλιο αναστηθείς
Πάρ’ την αγάπη για κλειδί σου
Στην αμμουδιά του παραδείσου
Πού πας απόψε να σταθείς;

Νίκος Γκάτσος
 
Δεν είμαι ασεβής ούτε ευσεβής
δεν ζω συμφώνως προς τις εντολές
ούτε συμφώνως προς τη λογική.
Δεν είμαι ακροατής ή θεατής
δεν είμαι αφεντικό ούτε δούλος,
δεν είμαι ούτε σκλάβος ούτε ελεύθερος,
δεν είμαι αποσπασμένος από κάπου,
κι ούτε είμαι πουθενά προσκολλημένος.
Δεν είμαι μακριά από κανέναν
κι ούτε σε κάποιον βρίσκομαι κοντά.
Ούτε παράδεισος για μένα ούτε κόλαση.
Ούτε δημιουργώ,ούτε καταστρέφω.
Λίγοι καταλαβαίνουνε τα λόγια μου.
Κάνω τα πάντα μα και τίποτε δεν κάνω.

Καμπίρ(Kabir)

(Η μετάφραση είναι από το βιβλίο του Γ.Υφαντή "Μυστικοί της Ανατολής)
 

Μακρυγιάννης

Κοινωνός
Ένα ριζίτικο που τραγούδησε ένας νέος κρητικός για τη γυναίκα του:

"Μα εγώ έμνωξα τσ' αγάπης μου βραδιά να μη τζη λείψω
και ξώμεινα τζη μια βραδιά, μια νύχτα, μιαν εσπέρα.
Γεμίζουν τα λαγκά φωνές και τα βουνά με δάκρυα,
και τα λαγκοπεράσματα με ξέπλεχτες πλεξούδες.
Κι εγώ κοιμόμουν μοναχός..."


(έμνωξα=ορκίστηκα, ξώμεινα=έμεινα μακριά από το σπίτι μου, λαγκά=λαγκάδια)
 
Last edited:

Τσίου

Μύστης
Νὰ κοιμᾶσαι νηστικός

Νὰ κομᾶσαι νηστικός σὲ μία σοφίτα
Νὰ εἶσαι ὁ τεμπέλης τοῦ σπιτιοῦ
Νὰ γίνεσαι σκουπίδι
Ὅταν ἀνοίγεται ἕνα λερωμένο στόμα
Θὰ σηκώσω τὸ γιακὰ
Γιὰ νὰ φύγω σὰν ἕνας λῃστὴς
Ἀπὸ τὸ δικό μου σπίτι
Θὰ κοιμηθῶ στοὺς δρόμους
Γιὰ νὰ νιώσω ὁλάκερη τὴν πολιτεία
Νὰ τουρτουρίζει μαζί μου
Στὸ παλτό μου ἔχω ἕνα λεκὲ
Ἀλλὰ εἶναι καλὸ ποὺ δὲν τὸν βλέπω
Θὰ τὸ ξαπλώσω χάμω
Καὶ θὰ στρωθῶ πάνω του
Νὰ πιῶ λίγη βραδυὰ
Στὴ γωνιὰ τοῦ ἔρημου κήπου
Θὰ αἰστανθῶ τὴ σελήνη
Ὅπως δὲν αἰστάνθηκα τίποτε
Στὴ ζωή μου
Θὰ τὴν αἰστανθῶ στὰ χείλια μου
Σὰν ἕνα ἀχλάδι
Στὰ μάγουλα
Σὰν ἄλλα μάγουλα.

-Γιώργος Σαραντάρης
 

Τσίου

Μύστης
Θα αφιέρωνα Καβάφη στην Στιλλ αλλά το Τσίου έχει κέφια (όπως σχεδόν πάντα) και θα ήταν υποκριτικό να πάρει αγκαζέ την μελαγχολία. Οπότε αντί για τα παράθυρα του Καβάφη, αφιερώνω στην Στιλλ και σε όλους αυτό:

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Μπορεί απ'έξω εκεί να στέκει
ένα δέντρο, ένα δάσος,
ένας κήπος,
ή μια πόλη μαγική.​

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Μπορεί να είναι το σκυλί που ψαχουλεύει.
Μπορεί να δεις κάποια μορφή,
ή ένα μάτι,
ή την εικόνα​
μιας εικόνας.​

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Αν είναι η καταχνιά
θα καθαρίσει.​

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Κι αν είναι μόνο η σκοτεινιά
που θορυβεί
κι αν είναι μόνο
κούφιος άνεμος
κι αν​
τίποτα​
δεν είναι​
έξω εκεί,
πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.

Τουλάχιστο
θα γίνει
κάποιο
ρεύμα.


-Η πόρτα, Μίροσλαβ Χόλουμπ.
Μτφρ. Σπύρος Τσακνιάς.
 
Top