Τα πιο όμορφα κι αγαπημένα ποιήματα

από τα πολύ αγαπημένα

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

Μανόλης Αναγνωστάκης, απο εδώ
 
Έτσι κι αλλιώς μια μέρα θα χωρίσουμε.
Από έρωτα, από θάνατο, από χρόνο.
Θα ήθελα όμως να χωρίσουμε μαζί.
Όχι χώρια.

Απλά υπέροχο. Του Νίκου Δήμου.
 
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος...

Κ.Π. Καβάφης
 
Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ: Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΩΝ ΤΕΦΡΩΝ (VI)

VI
Μολονότι δεν ελπίζω να ξαναγυρίσω
Μολονότι δεν ελπίζω
Μολονότι δεν ελπίζω να γυρίσω

Ταλαντευόμενος ανάμεσα στο κέρδος και στη ζημιά
Στο σύντομο ετούτο διάβα που διασταυρώνονται τα όνειρα
Με τ’ ονειροδιασταυρούμενο ημίφως ανάμεσα στη γέννα και στο θάνατο
(Ἐλέησόν με ὁ Πατήρ) μολονότι δεν επιθυμώ να επιθυμήσω αυτά τα πράγματα
Απ’ τ’ ολάνοιχτο παράθυρο που βλέπει προς τη γρανιτένια ακτή
Τ’ άσπρα πανιά πετούν ακόμη προς το πέλαγο, άθραυστα που πετούνε
Προς το πέλαγο φτερά
 
ΑΓΡΙΟΙ


Λένε πως είμαστε εμείς τα παιδιά των διαβόλων
γιατί έχουμε μάθει ν’ απολαμβάνουμε την κάθε Ηδονή
καθώς το φεγγάρι ρίχνει το φως του
πάνω στις μεταμεσονύκτιες δικές μας γιορτές
ενώ φωνάζουμε τις χίλιες χαρές των Αδάμαστων Αγριμιών
αγαπιόμαστε κι ενωνόμαστε δίχως όρια
άπαξ κι αρχίσαμε κανείς δεν μας σταματάει
στων αισθήσεων μία ισόβια γιορτή
στημένη πάνω στα τρυφερά μπράτσα της απόλαυσης
καλπάζουμε, καλπάζουμε άγριοι
κανείς εφήμερος νόμος δεν μπορεί να μας αλυσοδέσει
έχουμε πλήρη ανοσία στα δηλητήρια
της άθλιας δύναμης των εξουσιαστών
οργασμοί τσακίζουν όλα τα κλουβιά που μας περιορίζουν
εκστατικοί βρυχηθμοί αγριμιών
σπάζουν κάθε αλυσίδα που μας κρατούσε δεμένους.

Φέραλ Φάουν
 
Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Σβήσε μου τα μάτια
 
Γεγονός είναι ο θάνατος που επίκειται
φορτωμένος κάτι ευτυχίες παλιές
και κείνη την πολύ γνωστή (που λευκάνθηκε στις
άγριες ερημιές) απελπισία.

Οδυσσέας Ελύτης, από το Ημερολόγιο ενός Αθέατου Απριλίου
 
Όταν διάβασα το ποίημα "Μονοτονία" του Καβάφη μου άρεσε πάρα πολύ.

Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.
 
Το αγαπημένο μου ποίημα είναι η "Γεύση Θανάτου" του Γ.Θ.Βαφόπουλου


Να μελετάς το θάνατο μες στα βιβλία,
είναι μια άσκηση σπουδής σε σεμινάριο.
Να μετράς τα χτυπήματά του στους κροτάφους των ανθρώπων,
άλλο δεν κάνεις παρά μια πράξη αριθμητικής.

Ο θάνατος δεν υπάρχει μήτε στους πολέμους,
μήτε στο δηλητήριο, μήτε στα στιλέτα.
Μήτε στους βραδινούς θαλάμους των νοσοκομείων.
Υπάρχει μες στην αναμμένη θρυαλλίδα,
που στα δικά σου μονάχα μυστικά κανάλια,
μ' αργό βήμα προχωρεί, απ' την πρώτη εκείνη μέρα.

Αν να αισθανθείς μπορέσεις τούτο το περπάτημα,
θάχεις τη χάρη της μόνης γεύσης του θανάτου.
Αλλά την έκρηξη δε θα την αισθανθείς.
Γιατί θάβλεπες τότε, αυτό που λένε θάνατο
να φορεί το δικό σου πρόσωπο στο πρόσωπό του.
 
Δρομοι παλιοι που αγαπησα και μισησα ατελειωτα
κατω απ’ τους ισκιους των σπιτιων να περπατω
νυχτες των γυρισμων αναποτρεπτες κι η πολη νεκρη

Δρομοι παλιοι, Αναγνωστακης
 
Δέησις Κ.Π.Καβάφης

Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.—
Η μάνα του, ανήξερη, πηαίνει κι ανάφτει

στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’ καλοί καιροί —

και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Aλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.



Απιστία Κ.Π.Καβάφης

Πολλά άρα Ομήρου επαινούντες, αλλά τούτο
ουκ επαινεσόμεθα .... ουδέ Aισχύλου, όταν φη η
Θέτις τον Aπόλλω εν τοις αυτής γάμοις άδοντα

«ενδατείσθαι τας εάς ευπαιδίας,
νόσων τ’ απείρους και μακραίωνας βίους.
Ξύμπαντα τ’ ειπών θεοφιλείς εμάς τύχας
παιών’ επευφήμησεν, ευθυμών εμέ.
Καγώ το Φοίβου θείον αψευδές στόμα
ήλπιζον είναι, μαντική βρύον τέχνη:
Ο δ’, αυτός υμνών, ............................
...................... αυτός εστιν ο κτανών
τον παίδα τον εμόν».
Πλάτων, Πολιτείας Β΄


Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Aπόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστό που θάβγαινε απ’ την ένωσί των.
Είπε· Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θαγγίξει
και θάχει μακρυνή ζωή.— Aυτά σαν είπε,
η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Aπόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωνεν ο Aχιλλεύς, και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.
Aλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κ’ είπαν τον σκοτωμό του Aχιλλέως στην Τροία.
Κ’ η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κ’ έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη·
και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Aπόλλων,
πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.
Κ’ οι γέροι την απήντησαν πως ο Aπόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώας σκότωσε τον Aχιλλέα.




(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
 
Last edited by a moderator:
Άρνηση Γ.Σεφέρης

Στὸ περιγιάλι τὸ κρυφὸ
κι ἄσπρο σὰν περιστέρι
διψάσαμε τὸ μεσημέρι
μὰ τὸ νερὸ γλυφό.

Πάνω στὴν ἄμμο τὴν ξανθὴ
γράψαμε τ᾿ ὄνομά της
ὡραῖα ποὺ φύσηξεν ὁ μπάτης
καὶ σβήστηκε ἡ γραφή.

Μὲ τί καρδιά, μὲ τί πνοή,
τί πόθους καὶ τί πάθος
πήραμε τὴ ζωή μας· λάθος!
κι ἀλλάξαμε ζωή.
 
Άρνηση Γ.Σεφέρης

Στὸ περιγιάλι τὸ κρυφὸ
κι ἄσπρο σὰν περιστέρι
διψάσαμε τὸ μεσημέρι
μὰ τὸ νερὸ γλυφό.

Πάνω στὴν ἄμμο τὴν ξανθὴ
γράψαμε τ᾿ ὄνομά της
ὡραῖα ποὺ φύσηξεν ὁ μπάτης
καὶ σβήστηκε ἡ γραφή.

Μὲ τί καρδιά, μὲ τί πνοή,
τί πόθους καὶ τί πάθος
πήραμε τὴ ζωή μας· λάθος!
κι ἀλλάξαμε ζωή.
Πολύ καλό Οδυσσέα!
 
Ευχαριστώ Κόρτο Μαλτέζε. Άλλον έναν Σεφέρη!

Εἶχε τὸ χρῶμα τοῦ ἔβενου τὰ μάτια τῆς Σαλώμης
ἡ Τούτη ἡ γάτα ποὺ ἔχασα· διαβάτη, μὴ σταθεῖς.
Βγῆκε ἀπ᾿ τὸ χάσμα ποὺ ἔκοβε στῆς μέρας τὸ σεντόνι
τώρα νὰ σκίσει δὲν μπορεῖ τοῦ ζόφου τὸ πανί.


Ἐπιτύμβιο στὴ Γάτα μου τὴν Τούτη Γ.Σεφέρης



Η Γη έχει συνείδηση
και Λογική Σκέψη...
Μην κοιτάς που προσποιείται τόσα χρόνια
το Κατοικίδιο...

Η Γη δεν είναι Ζώο,
είναι Άνθρωπος
από κείνο το είδος το Αρχαίο,
των Θηρίων...

Την ώρα που της περνάς το χαλινάρι,
την αλυσίδα στο λαιμό
σε γελάσανε αν πιστεύεις θα υποκύψει...

Πιάσου Σύντροφε από τις Ρίζες των Δέντρων
από τις Φλέβες των Ποταμών
κι από τα μαλλιά της Δικαιοσύνης...

Η Γη τινάΖεται
ν' αποδιώξει θέλει τα τσιμπούρια της, Σύντροφε...

Δέσου στο κατάρτι της...
Όσοι γλιτώσουν τον Συμπαντικό Εκσφενδονισμό
θα 'χουν τρίτη ευκαιρία Ζωής,
μα να ξέρεις
από τώρα μουγκρίΖοντας
υπαγόρευσε μία απαγόρευση:

Απαγορεύεται
ν' ανθρωποκεντρίσεις τη ΖΩΗ...

Απαγορεύεται, Σύντροφε.....


Τρίτη Ευκαιρία Ζωής...................., Κάκια Π.
 
Last edited by a moderator:
Τοῦτο τὸ σῶμα ποὺ ἔλπιζε σὰν τὸ κλωνὶ ν᾿ ἀνθίσει
καὶ νὰ καρπίσει καὶ στὴν παγωνιὰ νὰ γίνει αὐλὸς
ἡ φαντασία τὸ βύθισε σ᾿ ἕνα βουερὸ μελίσσι
γιὰ νὰ περνᾶ καὶ νὰ τὸ βασανίζει ὁ μουσικὸς καιρός.


Το Σώμα, Γ.Σεφέρης

[Το διάβασα μόλις τώρα και μου άρεσε πάρα πολύ, η αρτιότητα (σχεδόν μουσικότητα) των στίχων μόλις το έκαναν ένα από τα αγαπημένα μου! :))) ]
 
--Παπά, μια κόρη αγάπησα
και μ' αγαπούσε σαν τρελή
μια μέρα την αγκάλιασα,
πήρα το πρώτο της φιλί.
Παπά τι συλλογάσαι;

--Αν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος να` σαι.

--Μια μέρα εκείνη ερίχτηκε
στην αγκαλιά μου ντροπαλή,
κι αμάρτησα κι αμάρτησε
όχι μονάχα με φιλί.
Παπά τι συλλογάσαι;

--Αν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος να' σαι.

--Μια μέρα την παράτησα
την όμορφην αμαρτωλή
και δεν της ξαναζήτησα
μητ` αγκαλιά μήτε φιλί.
Παπά, τι συλλογάσαι;

--Δεν την αγάπησες πολύ,
καταραμένος να` σαι.


Εξομολόγηση, Ι.Πολέμης
 
Ὅσα λούλουδά εἰν' τὸ Μάη
Μαδημένα ἐρωτηθῆκαν,
Κι' ὅλα αὐτὰ μ' ἀποκριθῆκαν,
Πῶς ἐσὺ δὲ μ' ἀγαπᾷς.


Δε μ' αγαπάς, Διονύσιος Σολωμός
 
Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη
περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη,
μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια,
καὶ στὴν κόμη στεφάνη φορεῖ,
καμωμένο ἀπὸ λίγα χορτάρια,
ποὺ εἶχαν μείνει στὴν ἔρημη γῆ.


Η καταστροφή των Ψαρών, Διονύσιος Σολωμός

Πατριώτης! :πατριώτης:
 
Χαρτιά, Μίλτος Σαχτούρης

Μαζεύοντας
χαρτιά
τα περιστέρια μας
θα φύγουμε απόψε
θα ’ναι ωραίο ταξίδι

ο ουρανός
ψηλά μια πέτρα θα γυρίζει
παίζοντας τον ήλιο
πίσω θα τη γαβγίζουν τα σκυλιά
θα δώσουμε τα δύο μαύρα χέρια μας
θα σφίξουμε σφιχτά τα δυο
τα χέρια μας
έτσι που να μη μπορεί πια

να χωριστούν
κι ο ήλιος θα πέσει με ορμή
και θα τα σπάσει
 
Top