Με τη Μικρασιατική καταστροφή οι πρόσφυγες ήρθαν στη μητέρα Ελλάδα.
Στα μέρη όπου εγκαταστάθηκαν -για να μην ξεχάσουν το γενέθλιο τόπο, τη ρίζα και το παρελθόν τους αλλά και για παρηγοριά- έδωσαν το όνομα του τόπου προέλευσής τους, προσθέτοντας μπροστά από την επωνυμία το επίθετο "νέος/α". Σε ολόκληρη την Ελλάδα, χωριά, συνοικισμοί, γειτονιές έχουν τη δημιουργία τους συνυφασμένη με τον πόνο των προσφύγων.
Στη Χαλκιδική, για παράδειγμα, βρίθει ο τόπος από "νέα" χωριά. Νέα Σκιώνη, Νεα Καλλικράτεια, Νέα Μουδανιά, Νέα Τρίγλια, Νέα Μηχανιώνα, Νέα Σύλατα, Νέα Φλογητά.
Στη Θεσσαλονίκη οι περιοχές Καλαμαριά, Νέα Κρήνη, Τούμπα, Τριανδρία, 40 Εκκλησιές, Άγιος Παύλος, Συκιές, Νέα Βάρνα, Νεάπολη, Σταυρούπολη, Πολίχνη, Νέα Ευκαρπία, Επτάλοφος, Νέα Μενεμένη, Αμπελόκηποι, Νέο Κορδελιό, Ξηροκρήνη κ.α.
Γλαφυρά περιγράφει ο ρεμπέτης Τάκης Μπίνης (Βίος ρεμπέτικος) τα της εποχής εκείνης:
“Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη στις 22 Νοεμβρίου 1923 στην οδό Αγ. Δημητρίου σε μια παράγκα (…) Η Θεσσαλονίκη τότε είχε γεμίσει πρόσφυγες, κουρελιάρηδες, νηστικούς και άστεγους. (…) Εμάς σε λίγους μήνες το κράτος μας έδωσε κατοικία στην Άνω και Κάτω Τούμπα. Ήταν ο μεγαλύτερος προσφυγικός συνοικισμός της πόλης. Οι κάτοικοι Σμυρνιοί, Αϊβαλιώτες, Βουρλιώτες, Φωκιανοί, Καραμπουρνιώτες και από άλλα μέρη της Μ. Ασίας. Και λίγοι από το Ικόνιο και την Καισάρεια που πολλοί απ’ αυτούς δεν ήξεραν καθόλου τα ελληνικά (…) Όλοι αυτοί οι χιλιοβασανισμένοι είχαν μέσα τους ζωντάνια, ελπίδα και αισιοδοξία. Παρ’ όλη τη φτώχεια, την κακομοιριά, τη δυστυχία, την ανέχεια και την παντελή έλλειψη φαρμάκων και ειδών υγιεινής διατηρούσαν τις παράγκες τους καθαρές και στολισμένες (…) Τα βράδια γινόντουσαν γλέντια όμορφα και αντιλαλούσαν οι γύρω συνοικίες από τα μικρασιάτικα τραγούδια τους.”