Jin Yong - Ο Χαμογελαστός, υπερήφανος περιπλανώμενος

Ναπολέοντας

Όμορφο Νιάτο
Σημ. Μεταφραστή:

Το The Smiling, Proud Wanderer είναι ένα από τα καλύτερα έργα του Jin Yong (Louis Cha), ο οποίος θεωρείται ένας από τους καλύτερους σύγχρονους Κινέζους συγγραφείς. Πάνω από 100 εκ. αντίτυπα των έργων του έχουν πουληθεί ενώ (καθώς στην κομμουνιστική Κίνα μέχρι πρόσφατα απαγορεύονταν τα έργα του) ακόμη περισσότερα έχουν πουληθεί πειρατικά. Είναι Wuxia, δηλαδή μυθιστόρημα πολεμικών τεχνών.

Στην Κίνα, πρώτα είναι το επίθετο και δεύτερο το όνομα. Π.χ ‘Λιν Πινγκζί’, Λιν είναι το επίθετο και Πινγκζί το όνομα.

Ο Χαμογελαστός, υπερήφανος περιπλανώμενος



Κεφάλαιο 1: Σφαγή

Μέρος Πρώτο

Η άνοιξη ήταν πάντα η πιο ξεκούραστη εποχή του χρόνου. Καθώς ο απαλός αγέρας χάιδευε τις ιτιές και τα αγριολούλουδα, γέμιζε τον αέρα του νότου με την ευωδιά της εποχής.

Η λεωφόρος ‘Δυτική Πύλη’ του Φουζού (πόλη της Κίνας) ήταν λιθόστρωτος δρόμος που εκτείνονταν μέχρι την δυτική πύλη της πόλης. Μια γιγάντια έπαυλη βρίσκονταν νότια του δρόμου, μπροστά από την είσοδο της οποίας υπήρχαν και στις δύο πλευρές ιστοί σημαίας. Κάθε ιστός είχε ύψος περίπου 7 μέτρα και ένα πράσινο λάβαρο που κυματίζονταν λόγω του αέρα. Το λάβαρο στα αριστερά ήταν κεντημένο με κίτρινο μετάξι και απεικόνιζε ένα μεγαλοπρεπές λιοντάρι. Καθώς το λάβαρο κυματίζονταν, έμοιαζε λες και το λιοντάρι ήταν ζωντανό και έτοιμο να χιμήξει ανά πάσα στιγμή. Ακριβώς πάνω από το κεφάλι του λιονταριού ήταν κεντημένο με μαύρο μετάξι ένα ζευγάρι νυχτερίδων: έμοιαζαν λες και χτυπούσαν τα πτερά τους στον αέρα. Το λάβαρο στα δεξιά είχε γραμμένους τέσσερις μεγάλους χαρακτήρες σε μαύρο χρώμα: «Καλότυχος Τιμημένος Οίκος Συνοδείας»* : οι χαρακτήρες ήταν γραμμένοι από ένα δυνατό χέρι.

[Σημ. Μεταφραστή: * Οίκοι συνοδείας στα Κινέζικα μυθιστορήματα είναι μισθοφόροι που προσλαμβάνονται για να προστατεύουν σημαντικά αντικείμενα κατά την μεταφορά τους από μια επαρχία σε μια άλλη καθώς παραμονεύουν πολλοί ληστές]

Η έπαυλη αυτή είχε μια μεγάλη ερυθρή πόρτα με μπρούτζινα καρφιά που έλαμπαν στο λαμπρό φως του ηλίου. Πάνω από την πύλη αναγράφονταν οι ίδιοι χαρακτήρες, «Καλότυχος Τιμημένος Οίκος Συνοδείας», μαζί με τον χαρακτήρα «Αρχηγείο», με χρυσό βερνίκι. Πέρα από την πύλη, υπήρχαν δύο σειρές με παγκάκια στο μονοπάτι, όπου κάθονταν οχτώ φρουροί: τα πρόσωπα τους έδειχναν τον ενθουσιασμό τους.

Ο ήχος οπλών ίππων μπορούσαν να ακουστεί. Και οι οχτώ φρουροί σηκώθηκαν και έτρεξαν προς την πύλη. Πέντε άλογα κάλπασαν από την δυτική πλευρά της έπαυλης και σταμάτησαν ακριβώς μπροστά από την πύλη. Ένα πανέμορφο άλογο, λευκό σαν το χιόνι, με ασημένιο χαλινάρι και αναβολέα οδηγούσε την πομπή. Ένας νεαρός άνδρας που φορούσε ρούχα από μετάξι, περίπου δεκαοχτώ ετών, κάθονταν πάνω στο άλογο με ένα σπαθί να κρέμεται από την ζώνη του και ένα τόξο να είναι δεμένο στην πλάτη του. Ένας κυνηγετικός γέρακας κάθονταν επάνω στο αριστερό ώμο του καθώς το άλογο του κάλπαζε στον δρόμο. Οι τέσσερις ιππείς που τον ακολουθούσαν ήταν όλοι ντυμένοι με μαύρα ρούχα.

«Ο Νεαρός Αφέντης πάει για κυνήγι!», φώναξαν μαζί τρεις φρουροί.

Ο νεαρός άνδρας χαμογέλασε και χτύπησε το μαστίγιο του στον αέρα με υπέρμετρη υπερηφάνεια. Υπακούοντας στην διαταγή, το λευκό άλογο χλιμίντρισε χαρούμενα και εξόρμησε στον λιθόστρωτο δρόμο.

«Συνοδέ Σι», φώναξε ένας από τους φρουρούς, «γιατί δεν φέρνεις ένα αγριόχοιρο από το κυνήγι ώστε να γλεντήσουμε όλοι μαζί;»

Ένας σαραντάχρονος ιππέας, που ακολουθούσε την πομπή από πίσω, χαμογέλασε. «Μην ανησυχείτε! Θα φέρω σίγουρα μια ουρά αγριόχοιρου για εσάς. Μόνο μην μεθύσετε μέχρι να επιστρέψω.»

Καθώς οι φρουροί γελούσαν, οι πέντε ιππείς εξαφανίστηκαν σαν τον άνεμο.

Μόλις βγήκαν έξω από την πόλη, ο Λιν Πινγκζί, ο Νεαρός Αφέντης του Οίκου Συνοδείας, μαστίγωσε ελαφρά το άλογο: ο ίππος κάλπασε ακόμη γρηγορότερα και άφησε πίσω του όλους τους υπόλοιπους. Αφού ανέβηκε σε έναν μικρό λοφίσκο, άφησε το γεράκι να κάνει την δουλειά του. Λίγα λεπτά αργότερα ένα ζευγάρι κουνέλια πετάχτηκαν έξω από έναν θάμνο. Ο Λιν Πινγκζί γρήγορα άρπαξε το τόξο του. Έβγαλε ένα βέλος, σημάδεψε και εκτόξευσε το βέλος του με ευχέρεια. Ένα κουνέλι πέθανε, ένα ακόμη απέμεινε. Αλλά μέχρι να βγάλει άλλο ένα βέλος και να σημαδέψει με το τόξο του, το άλλο κουνέλι είχε εξαφανιστεί στους θάμνους.

Ο συνοδός Ζένγκ κάλπασε χαμογελώντας. «Ωραία βολή, Νεαρέ Αφέντη!», είπε φιλοφρονώντας.

Ο Λιν Πινγκζί είδε έναν φασιανό να πετά πάνω από τους θάμνους και να έρχεται προς το μέρος τους. Άρπαξε το τόξο του και τόξευσε αλλά δεν τον χτύπησε. Αντανακλαστικά, χτύπησε με το μαστίγιο του τον φασιανό. Με έναν δυνατό ήχο, ο φασιανός έπεσε στο έδαφος, τα λαμπρά και γεμάτα χρώματα φτερά του να σκορπίζονται σε όλες τις κατευθύνσεις. Όλοι οι πέντε άνδρες επευφημούσαν.

«Τι γρήγορο μαστίγωμα! Ούτε ένας μεγάλος γρύπας δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό.», αναφώνησε ο συνοδός Σι.

Η ομάδα κυνήγησε στο δάσος για πάνω από τέσσερις ώρες. Θέλοντας να αφήσουν τον Νεαρό Αφέντη να διασκεδάσει οι δύο συνοδοί, Σι και Ζένγκ, και οι δύο φρουροί, Μπάι και Τσεν, πάντοτε οδηγούσαν το θήραμα προς τον νεαρό άνδρα, ακόμη και αν αυτοί μπορούσαν να το σκοτώσουν. Μέχρι το τέλος του κυνηγιού, ο Λιν Πινγκζί είχε σκοτώσει δύο ακόμη κουνέλια και δύο ακόμη φασιανούς. Αλλά ο Νεαρός Αφέντης Λιν ήθελε να κυνηγήσει και άλλο. Μη ενθουσιασμένος από τα μικρά θηράματα, ήθελε να κυνηγήσει κάτι μεγαλύτερο.

«Ας πάμε λίγο βαθύτερα στο δάσος να δούμε τι θα βρούμε.», αναφώνησε ανυπόμονα.

Ο συνοδός Σι σκέφτηκε, ‘αν πάμε πολύ βαθιά μες το δάσος, όπως θέλει ο Νεαρός Αφέντης, μάλλον δεν θα σταματήσει μέχρι να νυχτώσει. Σίγουρα, η Κυρία θα παραπονεθεί όταν γυρίσουμε πίσω. Αυτό δεν θα είναι καλό.’

Για αυτό απάντησε, «Είναι ήδη πολύ αργά. Υπάρχουν πολλές μυτερές πέτρες τριγύρω που μπορεί να προκαλέσουν ζημιά στις οπλές του λευκού αλόγου σου. Γιατί δεν δοκιμάζουμε την τύχη μας ξανά αύριο το πρωί;»

Ήξερε ότι ήταν πολύ δύσκολο να μεταπείσει κανείς τον επίμονο Νεαρό Αφέντη, αλλά ο Λιν Πινγκζί αγαπούσε το λευκό άλογο του τόσο πολύ που δεν θα ρίσκαρε να τραυματιστεί το αγαπημένο του κατοικίδιο. Το πουλάρι αυτό είχε δοθεί στον Λιν Πινγκζί για τα δεκαεφτά του γενέθλια πριν σχεδόν δύο χρόνια. Είχε έρθει από μια ξένη χώρα και είχε κοστίσει στην γιαγιά του στην Λούογιανγκ (πόλη της Κίνας) μια περιουσία.

Όπως ακριβώς περίμενε ο Σι, η υπόδειξη του δούλεψε.

«Ο ‘Λευκός Δράκος’ μου είναι αρκετά έξυπνος για να μην πατήσει πάνω σε μυτερή πέτρα αλλά δεν είμαι τόσο σίγουρος για τα δικά σας άλογα. Εντάξει, πάμε πίσω λοιπόν. Δεν θέλουμε ο φρουρός Τσεν να σπάσει την μέση του σε καμία από αυτές τις μυτερές πέτρες, σωστά;», χαμογέλασε ο Λιν Πινγκζί ενώ χάιδευε το άλογο του στο λαιμό.

Γελώντας, και οι πέντε γύρισαν προς τα πίσω και άρχισαν το ταξίδι προς το σπίτι. Ο Λιν Πινγκζί προπορεύονταν όλων, αλλά δεν ακολούθησε τον ίδιο δρόμο από τον οποίον είχαν έρθει αλλά γύρισε προς τα βόρεια και κάλπασε ταχύτατα. Νιώθοντας ευχαρίστηση μετά από ένα γρήγορο καλπασμό, επιτέλους σταμάτησε το άλογο του και συνέχισε πιο αργά.

Μια ταμπέλα ενός οινοπωλείου φάνηκε στον ορίζοντα, όχι πολύ μακριά.

«Νεαρέ Αφέντη, τις λες να πιούμε ένα ποτό εδώ; Τα φρέσκα κουνέλια και οι φασιανοί που έχουμε θα συνοδεύονταν τέλεια με ένα καλό κρασί.», ο συνοδός Ζένγκ πρότεινε.

«Λοιπόν, δεν ήρθατε για κυνήγι αλλά για να πιείτε κρασί, ε; Φαντάζομαι πως αν δεν σας δωροδοκήσω με μερικά ποτά, δεν θα θέλετε να έρθετε και αύριο μαζί μου.» Ο Λιν Πινγκζί χαμογέλασε καθώς κατέβηκε από το άλογο και κατευθύνθηκε προς το οινοπωλείο.
 
Last edited:
Top